Ιστορία
Ιρλανδία - Η “Ματωμένη Κυριακή” του ‘72

“Φόνος!” - Το πρωτοσέλιδο της αδελφής εφημερίδας της Εργατικής Αλληλεγγύης στη Βρετανία Socialist Worker μετά τη σφαγή στο Ντέρι

Πριν από 50 χρόνια, στις 30 Γενάρη του 1972, δεκατρείς άοπλοι πολίτες έπεφταν νεκροί στο Ντέρι της Βόρειας Ιρλανδίας από τα πυρά Βρετανών αλεξιπτωτιστών. Η “Ματωμένη Κυριακή”, όπως θα έμενε γνωστή, αποτελεί -ένα ακόμα- μνημείο κτηνωδίας της αποικιοκρατικής ιστορίας του Βρετανικού κράτους στην Ιρλανδία.

Πέντε μήνες νωρίτερα, η βρετανική κυβέρνηση είχε ξεκινήσει μια επιχείρηση συλλήψεων και φυλακίσεων επ' αόριστον χωρίς δίκες. Εκατοντάδες βορειοϊρλανδοί καθολικοί συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν. Η κίνηση αυτή ξεσήκωσε ακόμα περισσότερο τους Καθολικούς της Β. Ιρλανδίας που ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '60 πάλευαν μέσα από το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, ενάντια σε ένα σύστημα όπου η πρόσβαση σε θέσεις εργασίας, στέγαση και στο δικαίωμα ισότιμης ψήφου εξαρτιόταν από το αν ήσουν καθολικός ή προτεστάντης, με τους πρώτους να αποτελούν πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Ακόμα και οι γραμμές στον χάρτη που όριζαν τα εκλογικά τμήματα, είχαν χαραχτεί με τέτοιο τρόπο ώστε οι Ενωτικοί (Προτεστάντες) να εξασφαλίζουν την πλειοψηφία σε περιοχές όπου οι Καθολικοί αποτελούσαν την πλειονότητα του πληθυσμού. Στις 5 Οκτωβρίου του 1968 μια διαμαρτυρία έμελλε να πυροδοτήσει μια από τις μεγαλύτερες εξεγέρσεις κατά του βρετανικού κράτους όταν περίπου 600 διαδηλωτές στο Γουότερσαϊντ του Ντέρι βγήκαν στους δρόμους για την ενότητα των εργατών ανεξάρτητα από το θρήσκευμά τους με πικέτες που έγραφαν "Τάξη και όχι θρήσκευμα" προκαλώντας την οργή της ντόπιας ελίτ και της κυβέρνησης των Τόρηδων.

Αναταραχές

Η τελευταία αποφάσισε να συντρίψει αυτό το κίνημα και από τον Αύγουστο του 1969 είχε στείλει στρατεύματα να ενισχύσουν την επανδρωμένη από δεξιούς Προτεστάντες αστυνομία του Μπέλφαστ που δεν μπορούσε πλέον να σταματήσει μόνη τις αναταραχές στο Ντέρι και σε άλλες περιοχές. Η πορεία της 30 Γενάρη του '72 ξεκίνησε από τα προάστια του Κρίγκαν, θα διέσχιζε την εργατογειτονιά του Μπόγκσαϊντ και θα έφτανε στην κεντρική πλατεία του Ντέρι, αλλά οι αλεξιπτωτιστές του ταξίαρχου ΜακΛίλαν άνοιξαν πυρ τραυματίζοντας 26 διαδηλωτές, σκοτώντας τους 13, πέντε εκ των οποίων ήταν ανήλικοι.

Το μακελειό της Ματωμένης Κυριακής, έβαλε τέλος στο Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, ωθώντας εκατοντάδες νέους και νέες να ενταχθούν στον Προσωρινό Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό (ΙΡΑ) καθώς δεν υπήρχε καμία πολιτική δύναμη με προσανατολισμό στο εργατικό κίνημα και τις μαζικές κινητοποιήσεις που να παλεύει παράλληλα για την ανεξαρτητοποίηση από τη Μ. Βρετανία και για τα δικαιώματα και τις ανάγκες του απλού κόσμου. Ο Προσωρινός ΙΡΑ θα ακολουθούσε μια στρατηγική βομβιστικών επιθέσεων προσπαθώντας να αναγκάσει τη βρετανική κυβέρνηση να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, πράγμα που έγινε το 1998.

Έχουν περάσει πλέον 24 χρόνια από τη συμφωνία της “Μεγάλης Παρασκευής” εκείνης της χρονιάς, όταν η βρετανική κυβέρνηση και η ηγεσία του ιρλανδικού κινήματος διακήρυτταν πως έβαζαν τέλος στα 30 χρόνια των “Ταραχών”. Όμως η κληρονομιά του θρησκευτικού μίσους και το υπόβαθρο των διαχωρισμών που άφησε πίσω της η βρετανική αποικιοκρατία με την διχοτόμηση της ιρλανδικής νήσου παραμένει. Τα παιδιά στη Β. Ιρλανδία ενηλικιώνονται χωρίς να έχουν μιλήσει με παιδιά της άλλης θρησκείας και η ιδεολογία του διαχωρισμού παίρνει σάρκα και οστά μέσα από τη χωριστή εκπαίδευση, τις χωριστές γειτονιές, τους χωριστούς χώρους αναψυχής.

Η ειρήνη δεν βασίζεται στην προσέγγιση των δύο πλευρών, αλλά στη διαρκή αστυνόμευση. Οι δύο "κοινότητες" δεν έχουν άλλη επιλογή από το να εκπροσωπούνται από πολιτικούς που εκλέγονται με βάση το θρήσκευμα. Η προτεσταντική -και η καθολική- ελίτ της Βόρειας Ιρλανδίας δίνει όρκους πίστεως στη βασίλισσα αλλά υποστηρίζει σθεναρά τη διατήρηση του παράνομου των εκτρώσεων σε αντίθεση με τη βρετανική νομοθεσία. Και οι βίαιες συγκρούσεις επανέρχονται κάθε τόσο με διαφορετικές αφορμές παρά το γεγονός ότι οι μισθοί και οι συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης, προτεσταντικής ή καθολικής, συγκλίνουν διαρκώς τα τελευταία χρόνια.


Η Διχοτόμηση δεν είναι λύση

Η διχοτόμηση της Ιρλανδίας το 1922, ήταν μια Πύρρειος νίκη για την Βρετανική Αυτοκρατορία. Αν και νικήτρια, η βρετανική άρχουσα τάξη έβγαινε λαβωμένη από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε μόλις αντιμετωπίσει την προοπτική μιας εργατικής επανάστασης το 1919 όταν ο Τσόρτσιλ προσπάθησε να επιστρατεύσει χιλιάδες φαντάρους για να τους στείλει να πολεμήσουν ενάντια στην επαναστατημένη Ρωσία. Παράλληλα, και ενώ είχε ανοιχτά μέτωπα και στην Τουρκία και το Ιράκ, αντιμετώπιζε την ένοπλη εξέγερση των Ιρλανδών. Μέσα στο 1918 περίπου 100.000 αγωνιστές είχαν καταταγεί στις δυνάμεις των Ιρλανδών Εθελοντών για να πολεμήσουν την Βασιλική Ιρλανδική Χωροφυλακή, τη δύναμη που εξασφάλιζε την βρετανική κυραρχία στην Ιρλανδία. Τον Ιανουάριο του 1919 οι βουλευτές του Σιν Φέιν, που είχε στηρίξει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, ανακήρυτταν τη δημιουργία της ανεξάρτητης Ιρλανδικής Δημοκρατίας και προχωρούσαν στη δημιουργία παράνομου κοινοβουλίου στο Δουβλίνο.

Η διχοτόμηση ήρθε ως συμβιβασμός της βρετανικής άρχουσας τάξης κύρια με το Σιν Φέιν που εκπροσωπούσε την ανερχόμενη ιρλανδική ελίτ η οποία διεκδικούσε το δικό της κράτος για να αναπτύξει τα δικά της συμφέροντα. Αυτό σήμαινε πως έπρεπε να περιορίσει το επαναστατικό κίνημα στις καθαρά εθνικοαπελευθερωτικές τις διεκδικήσεις. Για να το πετύχει αυτό έπρεπε να τσακίσει τις διεκδικήσεις της μαχητικής εργατικής τάξης που το 1919 είχε φτάσει μέσα από τους αγώνες της να δημιουργήσει το Σοβιέτ του Λίμερικ, το οποίο αν και βραχύβιο και αδύναμο, απηχούσε την έμπνευση που έπαιρναν οι ιρλανδοί εργάτες από τη Ρώσικη επανάσταση. Έπρεπε να σβήσει την ριζοσπαστική παράδοση που είχε ξεκινήσει με την Εξέγερση του Πάσχα το 1916 όταν ο επαναστάτης σοσιαλιστής Τζέιμς Κόνολι συνέδεε τη μάχη ενάντια στην βρετανική κυριαρχία με την προοπτική μιας “ιρλανδικής εργατικής δημοκρατίας”.

Στις διεκδικούμενες και από τις δύο πλευρές περιοχές της Β. Ιρλανδίας όπου ο προτεσταντικός πληθυσμός ήταν μεγαλύτερος, οι δυνάμεις του κόμματος των Ενωτικών -που ήταν αντίθετο στην προσχώρηση στην ανεξάρτητη Ιρλανδική Δημοκρατία- σχημάτισαν, με τη βοήθεια του βρετανικού στρατού ένα μονοκομματικό “κράτος” σε έξι κομητείες. Αυτό θα παρέμενε μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου. “Ενα προτεσταντικό κράτος για έναν προτεσταντικό λαό", όπως έλεγαν, όπου οι δυνάμεις ασφαλείας θα τρομοκρατούσαν διαρκώς τον μειονοτικό καθολικό πληθυσμό.

Συμφέροντα

Η νέα ιρλανδική αστική τάξη και η καθολική ιεραρχία υποστήριξαν αμέσως τη συνθήκη της διχοτόμησης. Θέλησαν με αυτό τον τρόπο να εξασφαλίσουν τη θέση του νέου κράτους ως μικρού συνεταίρου της Μ. Βρετανίας ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως άφηναν καταδικασμένους τους κατοίκους της Β. Ιρλανδίας σε μια διαρκή σύγκρουση μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών, στην οποία ο βρετανικός στρατός θα επενέβαινε ξανά και ξανά, όπως το 1972, για να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της βρετανικής άρχουσας τάξης.

Οι οικογένειες των θυμάτων της Ματωμένης Κυριακής, ακόμα περιμένουν δικαίωση καθώς, παρά τα αποτελέσματα εισαγγελικής έρευνας που συμπεραίνει πως η επίθεση ήταν “αναίτια και αδικαιολόγητη”, κανένας από τους δράστες φαντάρους ή τους ανώτερους που έδωσαν τις εντολές δεν έχει καταδικαστεί. Η Βρετανική άρχουσα τάξη, που έχει αρκεστεί σε μια συγνώμη του πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον το 2010, είναι βουτηγμένη στο αίμα των εθνοτικών και θρησκευτικών συγκρούσεων που άφησε πίσω της η αποικιοκρατική της πολιτική. Στην Ιρλανδία, την Ινδία και το Πακιστάν, τη Μέση Ανατολή.

Αλλά και στην Κύπρο όπου σήμερα οι ντόπιες άρχουσες τάξεις αλλά και οι προστάτιδες Ελλάδα και Τουρκία βλέπουν ως μοντέλο την διχοτόμηση της Ιρλανδίας και τις συμφωνίες της “Μεγάλης Παρασκευής”. Ο διχασμός όμως δεν είναι λύση. Το παράδειγμα της Ιρλανδίας μας θυμίζει πως είναι απλά ένας μηχανισμός που αναζοπυρώνει τα μίση. Απέναντι στο εθνικιστικό δηλητήριο και τις επιδιώξεις των “μεγάλων δυνάμεων” της περιοχής που θέλουν την κοινή ζωή των διαφορετικών εθνοτήτων ασύμβατη και αδύνατη η μόνη προοπτική είναι οι κοινοί αγώνες από τα κάτω. Στην Αμμόχωστο και τη Λευκωσία, όπως και στο Ντέρι και το Δουβλίνο το σύνθημα για τους από κάτω απέναντι στον εθνικισμό και την εκμετάλλευση είναι το ίδιο: “Τάξη και όχι θρήσκευμα”.