Εκπαίδευση και νεολαία
Όχι στους εξεταστικούς φραγμούς

Για μια ακόμη χρονιά, δεκάδες χιλιάδες μαθήτριες και μαθητές της εργατικής τάξης υποβλήθηκαν στην αντιπαιδαγωγική διαδικασία των πανελλαδικών εξετάσεων, προκειμένου να διεκδικήσουν μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι πανελλαδικές εξετάσεις παρουσιάζονται, δεκαετίες τώρα, ως η πλέον “αδιάβλητη” διαδικασία αξιολόγησης του ελληνικού κράτους. Όμως τις κάνει διαβλητές η ανισότητα που επικρατεί μέσα στη σχολική χρονιά, τόσο για τους/τις υποψηφίους, όσο και για τους εκπαιδευτικούς. 

Μια ανισότητα που μάλιστα οξύνθηκε τα τελευταία τρία χρόνια μέσα σε συνθήκες πανδημίας. Αποκορύφωμα ήταν το 2021 που μετά βίας έγιναν τρεις μήνες δια ζώσης μαθήματα, με το υπουργείο να αδιαφορεί αν τους υπόλοιπους έξι μήνες παιδιά και καθηγητές/τριες είχαν ίντερνετ, είχαν υπολογιστές, είχαν τη δυνατότητα να κάθονται τόσες ώρες μπροστά από τον υπολογιστή.

Ακόμα περισσότερο, οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι αχρείαστες και άδικες, ενώ αναπαράγουν και επιβεβαιώνουν όλη την παθογένεια της εκπαίδευσης της αγοράς. Μια εκπαίδευση αποστήθισης αλλά και εργαλειοποίησης της γνώσης για τους σκοπούς του συστήματος. Ένα από τα κείμενα στην εξέταση της Έκθεσης, με τίτλο “Γιατί να μαθαίνουμε ιστορία;”, παρμένο από το νέο βιβλίο του Ραϋμόνδου Αλβανού “Ο ελληνικός εμφύλιος. Μνήμες σε πόλεμο και σύγχρονες πολιτικές ταυτότητες”, θέτει το ερώτημα γιατί οι μαθητές/τριες δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το μάθημα της ιστορίας, επισημαίνοντας το πόσο προβληματική είναι η αποστήθιση και η εργαλειοποίησή του. Στο τέταρτο θέμα ζητήθηκε μάλιστα από τους/τις υποψηφίους να προτείνουν “βιωματικούς τρόπους που μπορούν να καλλιεργήσουν το ενδιαφέρον σας για το ιστορικό παρελθόν”. Ειρωνικά, λίγες μέρες μετά εξετάστηκε το μάθημα της Ιστορίας, το οποίο διδάσκεται με τον τρόπο ακριβώς αυτό που κλήθηκαν οι υποψήφιοι/ες να αποδομήσουν στην Έκθεση.

Πάνω από όλα όμως, οι πανελλαδικές εξετάσεις αποτελούν την αιχμή του δόρατος στην προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να υποβαθμίσει τα δημόσια πανεπιστήμια. Είναι το κόσκινο που μειώνει τον αριθμό των εισακτέων, αλλά και ο ιδεολογικός μηχανισμός που δικαιολογεί τους αποκλεισμούς από την τριτοβάθμια εκπαίδευση με το πρόσχημα της “αριστείας”. Το 2020 και το 2021, που η κατακραυγή για την τηλεκπαίδευση και οι αγωνίες της εκπαιδευτικής κοινότητας για τη μη αφομοίωση της ύλης είχε πάρει διαστάσεις, η Κεραμέως αναγκάστηκε να μειώσει την ύλη και να ματαιώσει τις προαγωγικές εξετάσεις. Αλλά από το χαράκωμα της διεξαγωγής των πανελλαδικών δεν υποχώρησε. Είναι θεμελιώδες για τον καπιταλισμό να ελέγχει το ποιος μπαίνει στο πανεπιστήμιο και πώς ποσοτικοποιούνται οι “επιδόσεις”. 

Προτίμηση

Οι βάσεις εισαγωγής καθορίζονται αποκλειστικά και μόνο από την προτίμηση που δείχνουν σε κάθε σχολή οι υποψήφιοι/ες. Δεν λένε τίποτα για τη δυσκολία ή την ποιότητα της σχολής, ενώ ακόμα και για τις πραγματικές επιθυμίες των υποψηφίων λειτουργούν σαν παραμορφωτικός φακός. Είναι αποτέλεσμα συνδυασμού των τάσεων στην επαγγελματική αποκατάσταση, των πιέσεων επιβίωσης πάνω στις οικογένειες των υποψηφίων, αλλά και των εκτιμήσεων για το πού θα κινηθούν οι προτιμήσεις των άλλων – με άλλα λόγια είναι σε μεγάλο βαθμό τζόγος. 

Στην περσινή πολύ δύσκολη χρονιά το κερασάκι στην τούρτα των αποκλεισμών μπήκε με την ΕΒΕ, την ελάχιστη βάση εισαγωγής, εξ αιτίας της οποίας παραπάνω από 30 χιλιάδες επιπλέον μαθητές και μαθήτριες έχασαν τη δυνατότητα να μπουν στη σχολή που ήθελαν. Η ΕΒΕ προσθέτει μια επίφαση μίνιμουμ απαιτήσεων, δήθεν για να καθορίζεται από τις σχολές ποιος/α μπορεί να αντεπεξέλθει. Στην πραγματικότητα κάνει την τυχαιότητα των επιλογών ακόμα μεγαλύτερη και διαστρεβλώνει ακόμα περισσότερο τις επιλογές των υποψηφίων. Οδήγησε δε στα τραγελαφικά φαινόμενα να υπάρχουν τμήματα που το ακαδημαϊκό έτος 2021-2022 δεν δέχτηκαν εισακτέους/ες. Το ότι η ΕΒΕ είναι μέρος της προσπάθειας όχι απλά να υποβαθμιστούν αλλά και να κλείσουν τμήματα βγάζει μάτι.

Τη ζημιά στα Πανεπιστήμια δεν την κάνουν οι πρωτοετείς που στις πανελλαδικές δεν έγραψαν καλά. Ούτε το πρόβλημα είναι μην τυχόν “γίνουν όλοι γιατροί” με την ελεύθερη εισαγωγή στα πανεπιστήμια. Η πανδημία διέλυσε και τα δυο αυτά επιχειρήματα. Τη ζημιά στα Πανεπιστήμια την κάνουν η υποχρηματοδότηση και η υποστελέχωση. Την έρευνα και την αναζήτηση της γνώσης δεν την βλάπτουν οι χαμηλοί βαθμοί αλλά η ίδια η βαθμοθηρία. Καθώς επίσης και η υποταγή της έρευνας στις προτεραιότητες της αγοράς. 

Ο συνδυασμός της πύκνωσης των εξεταστικών φραγμών με την προσπάθεια εξίσωσης των πανεπιστημίων με τα κολλέγια-ΙΕΚ δείχνει ότι στόχος της Κεραμέως είναι να βάλει την αγορά στο μεδούλι της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης, αλλά εν τέλει και στην ίδια την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν οι επαγγελματίες. Αν έχεις λεφτά, πας στα “καλά” σχολεία και στις “καλές” σχολές. Αν έχεις λεφτά, πας στους “καλούς” επαγγελματίες, απόφοιτους των “καλών” σχολών. Η μεγάλη πλειονότητα της εργατικής τάξης που δεν έχει λεφτά, θα πρέπει να βολευτεί με χειρότερη εκπαίδευση και κατάρτιση, χειρότερους μισθούς, χειρότερες υπηρεσίες, χειρότερη ζωή.