Γράμματα και σχόλια
Απάντηση στον Νικόλα Βουλέλη

19/3, Αθήνα, Διεθνής Μέρα κατά του Ρατσισμού. Φωτό: Στέλιος Μιχαηλίδης

O πόλεμος που ξεκίνησε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φλεβάρη έκλεισε την περασμένη βδομάδα τον τέταρτο μήνα του. Κι ενώ η ειδησεογραφία από τα μέτωπα του Ντονμπάς καταγράφει, υποτονικά, τις εκατόμβες των νεκρών για μερικά τετραγωνικά χιλιόμετρα γης, η εικόνα για το υπόβαθρο και το πλαίσιο της σύρραξης γίνεται όλο και πιο σαφής. ΟΙ ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ έχουν αποφασίσει, προς το παρόν, να κάνουν έναν «πόλεμο φθοράς» ενάντια στη Ρωσία στο έδαφος της Ουκρανίας. Και ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στον αμερικάνικο και τον κινέζικο ιμπεριαλισμό οξύνεται. Ποια πρέπει να είναι η ανάλυση και η πολιτική στάση της Αριστεράς σε αυτές τις συνθήκες; Ο Ν. Βουλέλης, διευθυντής της Εφημερίδας των Συντακτών, παρέμβηκε σε αυτή τη συζήτηση με ένα άρθρο σε δυο μέρη και με τίτλο Ουκρανία, Ελλάδα και Αριστερά (ΕφΣυν 18/6 και 25/6). 

«Σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές για την ανθρωπότητα η αλληλεγγύη μας πρέπει να είναι ξεκάθαρη απέναντι στον ουκρανικό και τον ρωσικό λαό» γράφει ο Ν. Βουλέλης. Και βέβαια δεν μπορεί να υπάρχει αντίρρηση σε αυτή τη θέση. Το ζήτημα είναι όμως τι σημαίνει, πολιτικά, αυτή η αλληλεγγύη. Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Ο Ν.Β αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος των κειμένων του στις «παθογένειες που υπάρχουν στην Αριστερά». Συγκεκριμένα: «Επαναλαμβάνεται λοιπόν μονότονα από ορισμένους ένας τυποποιημένος τρόπος προσέγγισης του πολέμου. Μετά από μια σύντομη, τελετουργική αποδοκιμασία της εισβολής, ακολουθεί μια μακροσκελής απαρίθμηση των δεινών που έχουν επισωρεύσει στην ανθρωπότητα ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και Δύση. Απαρίθμηση σωστή βέβαια, η οποία θα μπορούσε να είχε γίνει, η ίδια, πριν από ένα, δύο ή δέκα χρόνια».

Αυτό που έχει αλλάξει τώρα, υποστηρίζει επί της ουσίας ο Ν.Β είναι ότι ιμπεριαλιστικό πόλεμο κάνει ο Πούτιν και η Ουκρανία αμύνεται. Και χρειάζεται την συμπαράστασή μας όπως οι Παλαιστίνιοι ή ο λαός του Βιετνάμ παλιότερα. Αυτή η ανάλυση είναι λανθασμένη σε πολλά επίπεδα. 

Καταρχήν, για να μιλήσουμε για το πιο κοντινό μας παράδειγμα, είναι λάθος η σύγκριση με την Παλαιστινιακή αντίσταση. Όχι μόνο γιατί δεν υπάρχει σύγκριση σε επίπεδο κινήματος, κοινωνικών δυνάμεων και ιστορίας. Αλλά επειδή, όλοι οι «φίλοι» του ουκρανικού λαού που υμνολογούν το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση, εξοπλίζουν και στηρίζουν παντοιοτρόπως το κράτος-τρομοκράτη του Ισραήλ, ένα κράτος που και η Διεθνής Αμνηστία το καταγγέλλει ως απαρτχάιντ εις βάρος των Παλαιστίνιων. Οι ΗΠΑ, η ΕΕ έχουν πράγματι επισωρεύσει αίμα και πόνο στον παλαιστινιακό λαό. Όπως -για να μην ξεχνιόμαστε- όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις την τελευταία τριακονταετία, με τον «άξονα» με τον Ισραήλ. 

Ο Ν.Β επιστρατεύει και ένα άλλο παράδειγμα για τις «παθογένειες της Αριστεράς» σε σχέση με την αντιμετώπιση του πολέμου. Θυμίζει τον πόλεμο στη Σερβία το 1999: «Οι περισσότεροι θυμούνται μόνο τους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς του 1999, αλλά η τραγωδία στη Γιουγκοσλαβία ξεκίνησε πολλά χρόνια νωρίτερα με πρώτο υπεύθυνο τον μεγαλοσερβικό εθνικισμό, ακολουθούμενο από τον κροατικό, που αιματοκύλισαν τη χώρα τους για να τη μοιράσουν και να εξασφαλίσουν μεγαλύτερα μερίδια για τη νέα -μετά τον θάνατο του Τίτο- εποχή».

Πράγματι, η κρίση που οδήγησε στα ποτάμια αίματος στην πρώην Γιουγκοσλαβία είχε τις δικές της ρίζες. Όμως, οι εθνικισμοί δεν έπεσαν από τον ουρανό. Ήταν η απάντηση των διάφορων τμημάτων της άρχουσας τάξης των διευθυντών, των «τεχνοκρατών» και των τραπεζιτών στην κοινωνική διαμαρτυρία που φούντωνε από τα κάτω. Ο Μιλόσεβιτς δεν ήταν μόνο ένας «Σέρβος εθνικιστής». Ήταν και κεντρικός τραπεζίτης που είχε επιβάλλει πρόγραμμα σταθεροποίησης του ΔΝΤ. 

Επεμβάσεις

Επίσης, οι επεμβάσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ, όπως της Γερμανίας, τροφοδότησαν τον κύκλο του αίματος. Είναι μια παλιά ιστορία στα Βαλκάνια. Οι φιλοδοξίες των αρχουσών τάξεων, ντυμένες με κάθε λογής εθνικιστικούς μύθους αλληλοτρέφονταν με τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από το τέλος του ελληνικού «μεγαλοϊδεατισμού» στη Μικρά Ασία. Μπορεί να κατανοήσει κανείς αυτή τη τραγωδία χωρίς τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής για το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;

Η ανάλυση που δεν θεωρεί τον ιμπεριαλισμό «απολίθωμα» στις θεωρητικές και πολιτικές αποσκευές της Αριστεράς, αντίθετα χρησιμοποιεί τη θεωρητική κληρονομιά μαρξιστών όπως του Λένιν και του Μπουχάριν, μας είναι απολύτως απαραίτητη σήμερα, για τα πολιτικά «δια ταύτα». Μια Αριστερά που σπεύδει να δώσει διαβεβαιώσεις ότι έχει απαλλαγεί από τον «λαϊκισμό του τύπου ‘ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο…» είναι καταδικασμένη να υποχωρεί σε κάθε πίεση της Δεξιάς για να «αποδείξει» ότι δεν είναι με τον Πούτιν. Σε αυτή την πολιτική κατάληξη οδηγεί η επιχειρηματολογία του Ν. Βουλέλη. 

Στο τέλος του κειμένου του ο Ν. Βουλέλης μας καλεί να θυμηθούμε το κίνημα της δεκαετίας του ’80, «Όταν η Αριστερά, με όλες τις αποχρώσεις της, πλημμύριζε τους δρόμους των ευρωπαϊκών πόλεων διαδηλώνοντας ενάντια στους πυραύλους SS 20 και SS 30, αλλά και τους Πέρσινγκ και Κρουζ». Είναι ένα καλό παράδειγμα αλλά ο Ν.Β δεν λέει όλη την «ιστορία». 

Το κίνημα βγήκε στους δρόμους ενάντια στην εγκατάσταση νέων πυρηνικών πυραύλων στην Ευρώπη και των ρωσικών και των αμερικάνικων. Το αντιπυρηνικό κίνημα στη Βρετανία «εγκαταστάθηκε» έξω από τη βάση του Γκρίναμ Κομον, όχι έξω από τη ρωσική πρεσβεία. Και οι διαδηλωτές στη Δυτική Γερμανία απέκλειαν σιδηρόδρομους που μετέφεραν αμερικάνικους πυραύλους, όχι ρωσικούς. 

Το 1915 ο Καρλ Λήμπνεχκτ, έγραφε (ενώ το σφαγείο του πρώτου παγκόσμιου πολέμου έπαιρνε εφιαλτικές διαστάσεις) ότι «ο κύριος εχθρός κάθε λαού είναι στην ίδια του τη χώρα». Αυτός πρέπει να είναι ο οδηγός για την Αριστερά σήμερα: Ούτε ΝΑΤΟ ούτε Πούτιν, ο εχθρός μας είναι εδώ, η άρχουσα τάξη και η κυβέρνηση που την υπηρετεί. Η αναγόρευση του Πούτιν και του Ερντογάν σε κύριους εχθρούς είναι αποπροσανατολιστική για το αντιπολεμικό κίνημα και διαλυτική για την Αριστερά.