Η Αριστερά
Εκδήλωση ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο Πολυτεχνείο 16/11

Στιγμιότυπο από την εκδήλωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο Πολυτεχνείο. Φωτό: Λένα Βερδέ

Με επιτυχία έγινε η κεντρική εκδήλωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο Πολυτεχνείο, την παραμονή της μεγαλειώδους διαδήλωσης της 17 Νοέμβρη. Πλήθος αγωνιστών/τριών, που βρέθηκαν στον ιστορικό χώρο της εξέγερσης για τον τριήμερο εορτασμό, παρακολούθησαν τη συζήτηση που είχε τίτλο «Στο δρόμο του Νοέμβρη παλεύουμε: για δημοκρατικές ελευθερίες, για την αντικαπιταλιστική ανατροπή». 

Την εκδήλωση άνοιξαν η Δέσποινα Κουτσούμπα, περιφερειακή σύμβουλος Αττικής και ο Κώστας Παπαδάκης, δικηγόρος Πολιτικής Αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής.

Από το μεγάλο σκάνδαλο των τελευταίων μηνών, αυτό των υποκλοπών, ξεκίνησε η Δ. Κουτσούμπα. «Παρότι είναι αδύνατο να συγκρίνουμε τη σημερινή κατάσταση με αυτή της χούντας, όταν χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν σε κολαστήρια και μακρονήσια ή εδώ στο χώρο του Πολυτεχνείου να ματοκυλούνται από το τανκ, αυτό που είναι ίδιο είναι το πώς βλέπει το κράτος την “προστασία της εθνικής ασφάλειας”», είπε και στάθηκε στο νέο νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τις παρακολουθήσεις. Απαριθμώντας τους λόγους (εθνική άμυνα, εξωτερική πολιτική, ενεργειακή ασφάλεια, κυβερνοασφάλεια, προστασία από άλλες υβριδικές απειλές, προστασία νομίσματος και εθνικής οικονομίας, προστασία από ανθρωπιστική κρίση, προστασία δημόσιας υγείας και περιβάλλοντος) για τους οποίους ο νόμος δικαιολογεί «την πρόληψη και την καταστολή δραστηριοτήτων ικανών να επιφέρουν πλήγμα στις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές ή κοινωνικές δομές της χώρας», η ομιλήτρια σχολίασε:

«Με αυτη την έννοια, όσοι βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή σε αυτό το χώρο, έχουμε συμβάλει πολλές φορές στο να διακυβευτεί “η εθνική ασφάλεια”: είτε κάνοντας απεργίες, είτε αμφισβητώντας το αν πρέπει να είμαστε στην ΕΕ, είτε αμφισβητώντας την πανεπιστημιακή αστυνομία, είτε κάνοντας πορείες, είτε φωνάζοντας έξω από νοσοκομεία ή ενάντια στην εγκατάσταση τεράστιων ΑΠΕ σε παρθένα βουνά, είτε ακόμα με το να κάνουμε καμπάνιες και εκστρατείες ενάντια στην πολεμοκάπηλη και εθνοκάπηλη ρητορική της κυβέρνησης και όλων των προηγούμενων».

«Οι μαζικές υποκλοπές και η προσπάθεια νομιμοποίησής τους αποτελούν μέρος του συνολικού αντιδημοκρατικού κατασταλτικού παροξυσμού της κυβέρνησης της ΝΔ», είπε στη συνέχεια και τόνισε: «Η ιστορία με τις παρακολουθήσεις συμπληρώνει όσα συμβαίνουν με τις απαγορεύσεις και το χτύπημα των διαδηλώσεων, με τις συλλήψεις και τους ξυλοδαρμούς αγωνιστών/τριών, την πανεπιστημιακή αστυνομία, τον αντιαπεργιακό αυτοματισμό, τον πόλεμο με πραγματικά θύματα ενάντια σε πρόσφυγες και μετανάστες από τον Έβρο και το Αιγαίο μέχρι τον Ελαιώνα και βέβαια όλο το νομικό οπλοστάσιο που προσπαθεί να κάνει τη ζωή των εργαζομένων όλο και πιο ασφυκτική. Όλα αυτά πάνε χέρι χέρι με την ακρίβεια, τη λιτότητα, το χτύπημα στη δημόσια Υγεία και Παιδεία, με τις ιδιωτικοποιήσεις, με το ξεπούλημα δημόσιων υποδομών, με την εφαρμογή του νόμου Χατζηδάκη στα εργασιακά, με το ρατσισμό και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με τις δολοφονικές επαναπροωθήσεις προσφύγων και το σεξισμό, με όλη τη φιλονατοϊκή πολεμοκάπηλη ρητορική και τη νέα κούρσα των εξοπλισμών».

Αντίσταση

Και έκλεισε με την αντίσταση: «Αυταπατώνται αν νομίζουν ότι μπορούν να καταστείλουν και να ελέγξουν τη λαϊκή οργή. Αυτή αναπτύσσεται και βαθαίνει την κρίση του συστήματος, ανοίγοντας το δρόμο για τις ανατροπές της κυρίαρχης πολιτικής και τις επαναστατικές αλλαγές, για την εργατική εξουσία. Η τελευταία απεργία δεν ήταν τυχαία τόσο πολύ μαζική... Οι αλλαγές δεν θα έρθουν με εκλογική αναμονή. Χρειαζόμαστε μια δυνατή αντικαπιταλιστική επαναστατική αριστερά που θα οδηγήσει τους σημερινούς αγώνες στη νίκη, σε μια πραγματική δημοκρατία, αυτή που οι πολλοί αποφασίζουν για τις δικές τους ανάγκες».

«Αγωνιζόμαστε για τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες, όχι γιατί θεωρούμε ότι είναι δυνατόν να υπάρξει κράτος δικαίου στον καπιταλισμό -το δικαίο δεν είναι τίποτα άλλο από τους κανόνες με τους οποίους ασκείται η εξουσία, ένα ιδεολογικό προκάλυμμα για τα συμφέροντα της αστικής τάξης η οποία θέλει να ταυτίζει τους κανόνες εξουσίας της με το δίκαιο αλλά δεν διστάζει να τους παραβιάζει όταν αυτοί κατοχυρώνουν δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες», ξεκίνησε ο Κ. Παπαδάκης. «Οι νόμοι είναι αποτέλεσμα της εκάστοτε συγκυρίας της ταξικής πάλης -υπάρχουν νόμοι με τους οποίους κατακτάμε δικαιώματα, κι άλλοι με τους οποίους μας παίρνουν πίσω κατακτήσεις. 

Όπως έλεγε ο Μαρξ στη 18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, κάθε αστική ελευθερία διατυπώνεται με μία άνω και μία κάτω στιγμή. Η άνω είναι εκείνη που καθιερώνει την ελευθερία, η κάτω εκείνη που την αναιρεί. Η άνω στιγμή στο άρθρο 11 του Συντάγματος λέει ότι οι Έλληνες δικαιούνται να συνέρχονται στην ύπαιθρο ησύχως και αόπλως, η κάτω στιγμή είναι η φράση “όπως ο νόμος ορίζει”, που δίνει τη δυνατότητα στον νομοθέτη να περιορίζει τις διαδηλώσεις».

«Όσο καλός δικηγόρος και να είναι κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει μία και μόνο πραγματικότητα που η ιστορία και σε αυτόν τον τόπο τον έχει στοιχειώσει: ότι οι νόμοι καταργούνται στα πεζοδρόμια», είπε αμέσως μετά, κάνοντας μια αναδρομή στην πορεία του κινήματος από την εξέγερση του Πολυτεχνείου μέχρι σήμερα και τονίζοντας το ρόλο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς σε αυτή -με έμφαση στο σπάσιμο των απαγορεύσεων που έβαζαν οι κυβερνήσεις της δεξιάς στις διαδηλώσεις στην αμερικάνικη πρεσβεία στην Μεταπολίτευση, όπως η κυβέρνηση Ράλλη το 1980.

Δύναμη

«Το αντιφασιστικό κίνημα δεν σταμάτησε φυσικά τότε», συνέχισε, για να θυμίσει τη μεγάλη νίκη με την καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης, παρά την ασυλία που απολάμβανε η ναζιστική συμμορία από την αστυνομία και όλους τους κρατικούς θεσμούς. Φέρνοντας αυτό το παράδειγμα της δύναμης του κινήματος, αλλά και πολλά ακόμα από τις απεργιακές και φοιτητικές μάχες των τελευταίων χρόνων, με πιο τρανταχτό παράδειγμα την τελευταία γενική απεργία στις 9 Νοέμβρη, απέκρουσε τις θεωρίες περί εκφασισμού της κοινωνίας. «Σε μια εκφασισμένη κοινωνία, γιατί τόσο άγρια καταστολή; Γιατί τόσο άγρια λεηλασία νομοθετική; Τί έχει να φοβηθεί η κυβέρνηση από μια κοινωνία εκφασισμένη;», είπε χαρακτηριστικά. Και κατέληξε:

«Η κοινωνία δείχνει με κάθε τρόπο ότι θέλει να παλέψει, ότι αντιστέκεται, ότι μπορεί και νικάει όταν δεν έχει αυταπάτες και δεν εναποθέτει τις ελπίδες της σε έναν εκλογικό καβαλάρη, έχοντας και την πρόσφατη εμπειρία που την έριξε από το άλογο. Οφείλουμε αυτό να το αφουγκραστούμε. Η κοινωνία αντιδρά και δεν έχει λύσεις και προοπτική μέσα από το κεντρικό πολιτικό σκηνικό... Αυτή την προοπτική οφείλουμε να την δώσουμε εμείς. Έχοντας στο νου μας ότι όλες οι συγκρούσεις, οι μάχες και οι νίκες που ξεδιπλώνονται σήμερα συνθέτουν μια τεράστια ιστορική συμπύκνωση που θα οδηγήσει σε μια πολύ μεγαλύτερη πολιτική νίκη αύριο».

Ακολούθησαν παρεμβάσεις από τις οργανώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλους αγωνιστές/ίστριες.

«Κλείνει μισός αιώνας από την εξέγερση του Νοέμβρη και για μας παραμένει το κόκκινο νήμα που εμπνεύει τους αγώνες και τις διεκδικήσεις μας, ενώ σκορπά τον τρόμο στην κυρίαρχη τάξη», είπε εκ μέρους του ΣΕΚ ο Γιάννης Σηφακάκης. «Η κυβέρνηση της ΝΔ παραπαίει, έχει ανάγκη να παρακολουθεί ακόμα και τα ίδια της τα μέλη. Η μπόχα του σκανδάλου των υποκλοπών που συνδέει επιχειρηματίες με τα στελέχη της ΝΔ, η δυσωδία με τους βιαστές από το Μίχο μέχρι το Λιγνάδη και τους μπάτσους της Ομόνοιας, η δυσωδία από τα εγκλήματα με τα πτώματα των προσφύγων, κάνει χιλιάδες και χιλιάδες να είναι στους δρόμους. Το είδαμε στην πανεργατική στις 9/11 που ήταν σεισμός, θα το δούμε με τις πορείες του Πολυτεχνείου αύριο, με τις οποίες θα βάλουμε άλλο ένα καρφί στο φέρετρο αυτής της μισητής κυβέρνησης.

Οι δυνατότητες που ανοίγονται για το κίνημα και την αντικαπιταλιστική αριστερά είναι μεγάλες. Γιατί οι από πάνω έχουν τα μαύρα τους τα χάλια διεθνώς. Και γιατί ο κόσμος τους παλεύει. Η εργατική τάξη και τα συνδικάτα της, οι απεργίες, η ριζοσπαστικοποίηση κάνουν άλματα. Ο κόσμος βγαίνει στους δρόμους για μεροκάματο και ΣΣΕ, αλλά και γιατί είναι ενάντια στον πόλεμο, τον ρατσισμό, τον σεξισμό και την καταπίεση και δένει αυτές τις διεκδικήσεις. Το καθήκον της αντικαπιταλιστικής αριστεράς είναι να πρωτοστατήσει στην πάλη για να ανατρέψουμε τη ΝΔ και να στηρίξει τους πρωτοπόρους αγωνιστές/ίστριες που ψάχνουν εναλλακτική πέρα από τα όρια της ρεφορμιστικής διακυβέρνησης και διαχείρισης του συστήματος. Είμαστε κομμάτι αυτής της επαναστατικής αριστεράς.

Δεν ξεχνάμε ότι το Πολυτεχνείο ήταν σύγκρουση και στο εσωτερικό του κινήματος. Και τότε υπήρχαν δυο γραμμές. Αυτή της κοινοβουλευτικής αριστεράς που έβαζε όριο. Και της δικής μας αριστεράς που έλεγε ότι τα πράγματα αλλάζουν από τα κάτω. Aυτές είναι οι ρίζες μας, το Πολυτεχνείο και η εξέγερση είναι το ρεαλιστικό. Με τις πρωτοβουλίες μας στο κίνημα και την απεύθυνσή μας σε όλη την αριστερά με το αναγκαίο πρόγραμμα της αντικαπιταλιστικής ανατροπής μπορούμε να ανοίξουμε ξανά τέτοιους δρόμους. Να φέρουμε τη δημοκρατία εκεί που δεν φτάνει, στα εργοστάσια, τους χώρους δουλειάς, κουμάντο να κάνουν οι εργάτες και οι εργάτριες που παράγουν τον πλούτο. Σε αυτό στρατευόμαστε».