Διεθνή
Ο πόλεμος στην Ουκρανία: Τώρα θέλουν “διαπραγματεύσεις”;

Ζελένσκι και Μπάιντεν

Μόνο ένας ανόητος ή ένας άξεστος μπορεί πλέον να αρνηθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους διεξάγουν πόλεμο δι' αντιπροσώπων με τη Ρωσία στην Ουκρανία. 

Ας πάρουμε δύο πρόσφατα παραδείγματα. Η Washington Post ανέφερε τον περασμένο μήνα ότι, «από το 2015, η CIA έχει δαπανήσει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια για να μετατρέψει τις σοβιετικού τύπου υπηρεσίες πληροφοριών της Ουκρανίας σε ισχυρούς συμμάχους κατά της Μόσχας». Δημιούργησε ακόμη και μια ειδική Πέμπτη Διεύθυνση της εσωτερικής υπηρεσίας ασφαλείας (SBU) με σκοπό τη δημιουργία συνδέσμων με άλλες υπηρεσίες. Υπάρχει επίσης μια Έκτη Διεύθυνση που συνεργάζεται με τη βρετανική μυστική υπηρεσία πληροφοριών. Μετά τη ρωσική εισβολή τον Φεβρουάριο του 2022, τόσο η SBU όσο και η ουκρανική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών (GUR) διεξάγουν επιθετικές επιχειρήσεις δολοφονιών και σαμποτάζ, συμπεριλαμβανομένης, σύμφωνα με μια πιο πρόσφατη έκθεση της Washington Post, της βομβιστικής επίθεσης στον αγωγό Nord Stream 2 πέρυσι. Η Post επικαλείται «έναν πρώην ανώτερο αξιωματούχο της CIA»: «Βλέπουμε τη γέννηση ενός συνόλου υπηρεσιών πληροφοριών που μοιάζουν με τη Μοσάντ στη δεκαετία του 1970», όταν η ισραηλινή υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών διεξήγαγε μια παγκόσμια εκστρατεία δολοφονιών. 

Ένα κράτος του οποίου ο μηχανισμός ασφαλείας και πληροφοριών είναι τόσο διάτρητος και εξαρτώμενος από ξένες δυνάμεις δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως πλήρως κυρίαρχο. Το ίδιο ισχύει και για ένα κράτος του οποίου η διπλωματία υπαγορεύεται από τις ίδιες αυτές δυνάμεις. Σε μια πραγματικά συγκλονιστική συνέντευξη, ο Ντέιβιντ Αρακάμια, κοινοβουλευτικός αρχηγός του κόμματος του Ουκρανού προέδρου Ζελένσκι, «Υπηρέτης του Λαού», επιβεβαίωσε αυτό που είχε αναφερθεί ευρέως νωρίτερα:

Ότι στις διαπραγματεύσεις στην Κωνσταντινούπολη, αμέσως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Μόσχα και το Κίεβο είχαν φτάσει κοντά στην επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας. Η κύρια απαίτηση του Πούτιν ήταν να παραμείνει η Ουκρανία ουδέτερη και να μην ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Αλλά ενώ η κυβέρνηση Ζελένσκι δίσταζε για τη συμφωνία στα τέλη Μαρτίου του 2022, ο Μπόρις Τζόνσον πέταξε στο Κίεβο και είπε, σύμφωνα με τον Αρακάμια: «Δεν θα υπογράψουμε τίποτα μαζί τους και ας κάνουμε πόλεμο!».

Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς κάτι χειρότερο από την παράταση ενός πολέμου που απειλεί με πυρηνική αποκάλυψη και συνεχίζει να αφαιρεί δεκάδες χιλιάδες ζωές. Το σκεπτικό αυτής της πολιτικής διατυπώθηκε συνοπτικά πρόσφατα από έναν από τους υπερασπιστές της, τον νεοσυντηρητικό Μαξ Μπουτ: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μια στρατηγική επιταγή που διακυβεύεται: Οι Ουκρανοί προκαλούν τεράστιες απώλειες στις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες θα κάνουν τη Ρωσία λιγότερο απειλητική για τους γείτονές της στο ΝΑΤΟ για τα επόμενα χρόνια».

Παρ' όλα αυτά, είναι σαφές ότι η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν έχει αρχίσει να κουράζεται από τον πόλεμό της στην Ουκρανία. Υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι. Πρώτον, η αντεπίθεση του ουκρανικού στρατού έχει σημειώσει περιορισμένα κέρδη. Η Ουκρανία δεν διαθέτει την αεροπορική δύναμη και τον αριθμό των στρατευμάτων για να διασπάσει αποφασιστικά τις καλά οχυρωμένες ρωσικές δυνάμεις που κατέχουν το ένα πέμπτο του εδάφους της. Ο Ζελένσκι επέπληξε τον αρχηγό του επιτελείου του, στρατηγό Ζαλούζνι επειδή πρόσφατα παραδέχθηκε ότι ο πόλεμος είχε φτάσει σε «αδιέξοδο», αλλά ειδικοί σε στρατιωτικά θέματα υποστηρίζουν ότι η ισορροπία αλλάζει προς όφελος της Ρωσίας.

Δεύτερον, η πολιτική υποστήριξη για τη συνέχιση της παροχής στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας στην Ουκρανία μειώνεται τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Η ρεπουμπλικανική δεξιά που ελέγχει τώρα τη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ αντιτίθεται γενικά σε περισσότερη βοήθεια, όπως και η ευρωπαϊκή ακροδεξιά. Οι Βρυξέλλες έχουν περιέλθει σε μια, μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη, οικονομική δυσχέρεια, την οποία εκμεταλλεύεται ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν για να εμποδίσει την παροχή περισσότερης βοήθειας και την ένταξη του Κιέβου στην ΕΕ.

Τρίτον, ένας άλλος επικίνδυνος και αιματηρός πόλεμος έχει ξεσπάσει στη Μέση Ανατολή, αποσπώντας την προσοχή των δύο σημαντικότερων υποστηρικτών της Ουκρανίας, των ΗΠΑ και της Γερμανίας. Και οι δύο υποστηρίζουν επίσης σθεναρά τη βάρβαρη επίθεση του Ισραήλ κατά της Γάζας.

Φημολογείται ότι η Ουάσιγκτον και το Βερολίνο θέλουν τώρα να ωθήσουν το Κίεβο σε συνομιλίες με τη Μόσχα. Η γερμανική ταμπλόιντ Bild αναφέρει ότι «και οι δύο χώρες -ως οι μεγαλύτεροι προμηθευτές όπλων της Ουκρανίας- αποφάσισαν να εξαναγκάσουν την κυβέρνηση του Κιέβου σε συνομιλίες με το καθεστώς Πούτιν περιορίζοντας την ποιότητα και την ποσότητα των παραδόσεων όπλων τους.  “Ο Ζελένσκι θα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχιστούν έτσι”, δήλωσε στην Bild εκ των έσω, παράγοντας της κυβέρνησης. “Θα πρέπει να απευθυνθεί στο έθνος του με δική του βούληση και να εξηγήσει ότι πρέπει να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις”».

Αν αυτές οι αναφορές είναι αληθινές, ο Ζελένσκι μπορεί σύντομα να ανακαλύψει πόσο εύκολα μπορεί να παραμεριστεί ένας πληρεξούσιος όταν ο χορηγός του αποφασίσει ότι η υποστήριξή του δεν αξίζει πλέον το κόστος.