Ιστορία
Δεκέμβρης ‘44: Η μάχη για πραγματική Απελευθέρωση

Στους τελευταίους μήνες του 1944 ένα ερώτημα πλανιόταν πάνω από την Ευρώπη: ποια κατεύθυνση θα πάρουν οι εξελίξεις μετά την οριστική ήττα της ναζιστικής Γερμανίας; Οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Συμμάχων στις συναντήσεις τους έβγαζαν διακηρύξεις για τα δικαιώματα των λαών αλλά στα παρασκήνια παζάρευαν για τα συμφέροντα, τις «ζώνες επιρροής». 

Όμως, υπήρχε και ένας άλλος παράγοντας με μια πολύ διαφορετική δυναμική. Τα κινήματα της Αντίστασης που είχαν φουντώσει προς το τέλος της φασιστικής Κατοχής. Στη Γαλλία, την Ιταλία, το Βέλγιο, στην ανατολική Ευρώπη, τα κινήματα της Αντίστασης έμπαιναν στη φάση της απελευθέρωσης από τους ναζί με μια εργατική τάξη ξεσηκωμένη. Το ριζοσπαστικό τους όραμα δεν χωρούσε στα σχέδια των «Μεγάλων Συμμάχων».

Έμπαιναν σε τροχιά σύγκρουσης με τους Συμμάχους και τις άρχουσες τάξεις που ήθελαν να ανασυγκροτήσουν τις κρατικές μηχανές και τον πολιτικό και κοινωνικό έλεγχό τους. Και παρά την επικρατούσα άποψη ότι τα πάντα είχαν κριθεί στις κυνικές μοιρασιές που έκαναν ο Τσόρτσιλ, ο Ρούζβελτ και ο Στάλιν από το 1943 μέχρι το 1945, στην πραγματικότητα οι «από πάνω» χρειάστηκαν δυο χρόνια συγκρούσεων, επιθέσεων και ελιγμών για να επιβάλλουν την «κανονικότητα», να εξουδετερώσουν την ορμή του εργατικού κινήματος και να απομονώσουν την Αριστερά. 

Ο «Μεγάλος Δεκέμβρης» του 1944 ήταν το ανώτερο σημείο που έφτασε αυτή η ταξική σύγκρουση σε όλη την Ευρώπη. Για 33 μέρες ο ΕΛΑΣ, στην πραγματικότητα η εργατική τάξη και η νεολαία της Αθήνας και του Πειραιά, αναμετρήθηκαν στρατιωτικά όχι μόνο με την -αναιμική- ένοπλη δύναμη της άρχουσας τάξης αλλά και με την πανίσχυρη στρατιωτικά Βρετανική Αυτοκρατορία. 

Ήταν μια σύγκρουση που δεν την είχε επιλέξει η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Αντίθετα, καθ’ όλη τη διάρκεια του 1944 είχε δείξει έμπρακτα ότι ο στόχος της ήταν η «ομαλή εξέλιξη». Η απελευθέρωση θα έφερνε εκλογές και οι εκλογές θα έδιναν την κυβέρνηση στο ΕΑΜ ή έστω ένα ηγεμονικό ρόλο σε αυτή. Έτσι η ηγεσία του ΚΚΕ αποδέχτηκε τη Συμφωνία του Λιβάνου (έγινε τον Μάη ’44) που έβαλε τις βάσεις για την κυβέρνηση «Εθνικής Ενώσεως» και αποκήρυξε το κίνημα των φαντάρων και των ναυτών στη Μέση Ανατολή ως έργο προβοκατόρων. Υπέγραψε τη Συμφωνία της Καζέρτας που απαγόρευε στον ΕΛΑΣ του βουνού να μπει στην Αθήνα, το ΕΑΜ μπήκε στην κυβέρνηση Παπανδρέου και όταν ήρθε η Απελευθέρωση της Αθήνας τον Οκτώβρη, τήρησε «υποδειγματική τάξη» μέχρι να έρθει η κυβέρνηση και τα πρώτα βρετανικά τμήματα. 

Το διάστημα από τον Οκτώβρη μέχρι τον Δεκέμβρη οι εργατικές διεκδικήσεις για μισθούς, δουλειά και δικαιώματα αλληλοτροφοδοτούνται με την οργή από το ξέπλυμα των ταγματασφαλιτών και κάθε λογής δωσίλογων από την κυβέρνηση και τους Βρετανούς «συμμάχους». 

Πρώτη πράξη 

Εν τω μεταξύ, οι υπουργοί του ΕΑΜ και του ΚΚΕ εφάρμοζαν μια πολιτική που έριχνε κουβάδες κρύου νερού στη βάση του κινήματος, που θεωρούσε ότι η απελευθέρωση από τους ναζί ήταν η πρώτη πράξη της κοινωνικής απελευθέρωσης. To EAM και ο ΕΛΑΣ έλεγχαν σχεδόν όλη τη χώρα, και το κίνημα ένιωθε ότι η δικαίωση των αγώνων του, τόσο κοντινή, έμοιαζε να γλιστράει μέσα από τα δάχτυλά του. 

Υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης ήταν ο Αλ. Σβώλος, που πριν λίγους μήνες ήταν πρόεδρος της ΠΕΕΑ, της Κυβέρνησης του Βουνού. Στις 9 Νοέμβρη ο Σβώλος ανακοίνωσε το νόμο «περί νομισματικής διαρρυθμίσεως». Η νέα δραχμή θα ήταν δεμένη με τη χάρτινη βρετανική λίρα. Βρετανοί «ειδικοί», έλληνες «εμπειρογνώμονες» και οι υπουργοί της Αριστεράς, συμφωνούσαν ότι για να πετύχει η σταθεροποίηση, χρειαζόταν «ισοσκελισμένος προϋπολογισμός», περιορισμός των δημοσίων δαπανών και λιτότητα. Η «ισοσκέλιση» του προϋπολογισμού θα γινόταν με τις θυσίες της εργατικής τάξης. 

Το άλλο καυτό μέτωπο ήταν η ανεργία. Οι εργάτες απαιτούσαν την κρατικοποίηση και την επαναλειτουργία των κλειστών εργοστασίων. Σε κάποιες περιπτώσεις το πέτυχαν, όπως στα λιγνιτωρυχεία της Καλογρέζας, στην «Εριουργική» της Ν. Ιωνίας. Όμως, στις 11 Νοέμβρη δημοσιεύτηκε ο νόμος που άφηνε τους καπιταλιστές ελεύθερους να θέτουν σε διαθεσιμότητα το «πλεονάζον» προσωπικό. Αυτός ο νόμος έφερε την υπογραφή του Μ. Πορφυρογέννη, υπουργού Εργασίας, μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ.

Η δυσαρέσκεια από αυτή την πολιτική ήταν μεγάλη. Μπορεί η ηγεσία να κατόρθωνε να φρενάρει την πάλη, αυτό όμως καθόλου δεν σήμαινε ότι καθησύχαζε τη δυσαρέσκεια του κόσμου της, που έβλεπε τους βρικόλακες της Κατοχής να συνεχίζουν να πλουτίζουν από την πείνα και τη δυστυχία των φτωχών. Ταυτόχρονα, η ανασύνταξη των ταγματασφαλιτών, των δωσίλογων και των φασιστών της κατοχής, προξενούσε ακόμα μεγαλύτερες ανησυχίες.

Ο φόβος που γινόταν μεγαλύτερος κάθε μέρα που περνούσε, ήταν ότι η αντίδραση με την στήριξη και παραίνεση των Άγγλων θα προχωρούσε σε πραξικόπημα για να εμποδίσει την επικράτηση της Αριστεράς σε εκλογές.

Η σπίθα που έφερε τον Κόκκινο Δεκέμβρη ήταν η σφαγή των διαδηλωτών στο Σύνταγμα το πρωί της 3 Δεκέμβρη του ‘44. Την προηγούμενη μέρα, οι υπουργοί της Αριστεράς  είχαν παραιτηθεί από την κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας με πρωθυπουργό τον Γ. Παπανδρέου όταν οι διαπραγματεύσεις για τη σύνθεση του νέου στρατού είχαν φτάσει σε αδιέξοδο. Οι Βρετανοί ήθελαν ένα στρατό πλήρως ελεγχόμενο από τη μοναρχική δεξιά. 

Όταν οι φάλαγγες των διαδηλωτών από τις συνοικίες έμπαιναν στην πλατεία Συντάγματος τα αστυνομικά αποσπάσματα που είχαν ακροβολιστεί στο Αρχηγείο της Αστυνομίας (στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Β. Σοφίας) άνοιξαν πυρ. Την εντολή έδωσε ο Άγγελος Έβερτ, διοικητής της Αστυνομίας Πόλεων και πατέρας του μετέπειτα πρόεδρου της ΝΔ Μιλτιάδη Έβερτ.

Γενική απεργία

Την επόμενη μέρα ξεκίνησε Γενική Απεργία. Η πόλη παρέλυσε, το ηλεκτρικό, οι συγκοινωνίες, τα πάντα νέκρωσαν. Ακόμα και οι εργαζόμενοι στο ξενοδοχείο Μ. Βρετάνια (εκεί που ήταν εγκατεστημένες οι συμμαχικές στρατιωτικές αποστολές) το εγκατέλειψαν γιατί όπως έγραφε αργότερα ένας Βρετανός αξιωματικός: «Η ευγνωμοσύνη στους απελευθερωτές ερχόταν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην υποστήριξη του ΕΑΜ». Η τεράστια διαδήλωση που συνόδευε την κηδεία των δολοφονημένων της Ματωμένης Κυριακής χτυπήθηκε και αυτή από δωσίλογους μέλη «εθνικών οργανώσεων», που στεγάζονταν σε ξενοδοχεία του κέντρου, με δεκάδες νεκρούς.

Η έκρηξη οργής που ανάβλυζε από την ριζοσπαστικοποίηση της Κατοχής και την πολιτική και ταξική πόλωση της Απελευθέρωσης υποχρέωσε την ηγεσία να ανταποκριθεί. Όχι για να πάρει την εξουσία, αλλά για να κάνει μια ένοπλη διαπραγμάτευση. 

Αλλά όπως γράφει ο Τάσος Κωστόπουλος στο βιβλίο του “Ο Κόκκινος Δεκέμβρης το Ζήτημα της Επαναστατικής Βίας”: «Η απόπειρα της κομμουνιστικής ηγεσίας για μια ελεγχόμενη εξάλειψη των ενόπλων δυναμικών ερεισμάτων της ‘αντίδρασης’ προκειμένου στη συνέχεια να επιβάλει από θέση ισχύος ένα καλύτερο συμβιβασμό με τους Βρετανούς … εκτροχιάστηκε από την υπόγεια κοινωνική δυναμική του αθηναϊκού ΕΑΜ σε αυθεντικό επαναστατικό ξέσπασμα». 

Πράγματι ο «Κόκκινος Δεκέμβρης» απέκτησε χαρακτηριστικά ένοπλης ταξικής σύγκρουσης. Οι εργατογειτονιές και οι προσφυγικοί συνοικισμοί έγιναν ο στόχος των ανηλεών βομβαρδισμών της RAF και του αγγλικού στόλου. Τα βρετανικά βομβαρδιστικά Ουέλινγκτον άδειαζαν το φορτίο τους -2 χιλιάδες κιλά βόμβες- στις συνοικίες. Μόνο το Περιστέρι δέχτηκε 5.000 βόμβες και όλμους στην τελευταία φάση των μαχών. Οι εργάτες και η νεολαία έδωσαν ηρωικές μάχες στα οδοφράγματα αλλά από τις 20 Δεκέμβρη η πλάστιγγα είχε γύρει εις βάρος του ΕΛΑΣ. 

Στα τέλη Δεκέμβρη του 1944, ο Τσόρτσιλ έλεγε σε μια συνεδρίαση του Αυτοκρατορικού Πολεμικού Συμβουλίου: «αν οι υποθέσεις στην Ελλάδα εξελιχθούν όπως ελπίζουμε, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι να σταματήσει ένα τεράστιο κύμα αναρχίας στην Ευρώπη και να αποθαρρύνει παρόμοια ξεσπάσματα σε άλλες χώρες». 

Δεν έλεγε λόγια του αέρα. Το καλοκαίρι του 1945, μια σύσκεψη του συντονιστικού των εργοστασίων της εταιρείας Ilva στη Γένοβα, διακήρυσσε ότι: «θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα ώστε η εταιρεία να μην λειτουργήσει με τους κανόνες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης εις βάρος των εργατών… Αντίθετα, θα πρέπει να ενταχθεί σε ένα μεγάλο πανεθνικό σχέδιο μιας βαθιάς κοινωνικής επανάστασης ξεκάθαρα δημοκρατικής και προλεταριακής». 

Όμως, οι ηγεσίες των κομμουνιστικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη που συμμετείχαν στις αστικές κυβερνήσεις, έλεγαν ότι ο δικός τους δρόμος είναι ο ρεαλιστικός, διαφορετικά ο κόσμος που ήθελε μια «βαθιά κοινωνική επανάσταση» θα είχε τη μοίρα της Αθήνας. Ένας νικηφόρος Κόκκινος Δεκέμβρης, αντίθετα, θα λειτουργούσε σαν έμπνευση και παρακίνηση για το εργατικό κίνημα στην Ευρώπη να περάσει στην επίθεση. Η δύναμη υπήρχε. Αυτό που έλειπε ήταν μια Αριστερά με επαναστατική στρατηγική για να την αναδείξει και να την εκφράσει.