Ιστορία
2024: Μια χρονιά με συγκλονιστικές επετείους

Οδόφραγμα στα Δεκεμβριανά 1944

Το 2024 σημαδεύεται από επετείους που συμπυκνώνουν όλες τις μεγάλες συζητήσεις που ανοίγουν στον κόσμο της Αριστεράς. 

Εκατόν δέκα χρόνια πριν, τον Αύγουστο του 1914 η Ευρώπη -και σύντομα ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη- κατρακυλούσε στη μεγαλύτερη ανθρωποσφαγή της μέχρι τότε ιστορίας, τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σχεδόν μισός αιώνας είχε περάσει από τότε που είχε ξεσπάσει ένας πόλεμος ανάμεσα σε μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Κι από τότε έμοιαζε ότι ο καπιταλισμός αναπτυσσόταν σε όλον τον κόσμο χωρίς μεγάλες κρίσεις και πολέμους. Οι «μεγάλοι» τσακώνονταν για τη λεία των αποικιών, αλλά τελικά τα βρίσκαν. Όμως, το καλοκαίρι του 1914 όλες οι «συνεννοήσεις» τινάχτηκαν, θαρρείς έξαφνα, στον αέρα. 

Για τη διεθνή Αριστερά, που η συντριπτική πλειοψηφία ήταν οργανωμένη στα μεγάλα ή μικρότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς, το ξέσπασμα του πολέμου ήταν η μεγάλη δοκιμασία που διαχώρισε τους ρεφορμιστές και τους επαναστάτες. 

Για τους πρώτους, ο πόλεμος ήταν προϊόν αιτιών «εξωγενών» από τον καπιταλισμό. Η λύση για τις ηγεσίες της Δεύτερης Διεθνούς ήταν να στηρίξουν την «εθνική προσπάθεια», δηλαδή η κάθε μια τη δικιά της άρχουσα τάξη στο σφαγείο, μέχρι οι «από πάνω» να έρθουν στα συγκαλά τους και να βρουν μια «βιώσιμη διπλωματική λύση» στις διαφορές τους. 

Για την επαναστατική Αριστερά που άρχισε να διαμορφώνεται διεθνώς κόντρα σε αυτή την προδοσία, η πάλη ενάντια στο σφαγείο των χαρακωμάτων ήταν δεμένη με την πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού. Ο Μπουχάριν, στέλεχος του κόμματος των μπολσεβίκων της Ρωσίας, έγραφε το 1915 το βιβλίο “Ιμπεριαλισμός και Παγκόσμια Οικονομία” για να εξηγήσει πως ο ανταγωνισμός των κεφαλαίων γίνεται ανταγωνισμός κρατών για τη μοιρασιά του κόσμου σε «σφαίρες επιρροής» και αποικίες, κούρσες εξοπλισμών, μιλιταρισμός και πόλεμος. Ο Λένιν έβγαζε τα ίδια συμπεράσματα σε ένα πολύ πιο γνωστό βιβλίο που δημοσιεύτηκε το 1916 με τίτλο “Ιμπεριαλισμός Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού”.

Το 1914 οι επιστρατευμένοι ξεκινούσαν για τον πόλεμο με τα πλήθη να τους επευφημούν. Οι επαναστάτες/τριες ένιωθαν τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια τους. Ξαφνικά δεκαετίες υπομονετικού χτισίματος μιας μαζικής Αριστεράς που περηφανευόταν ότι βάδιζε στα χνάρια του Μαρξ έμοιαζαν να εξαϋλώνονται σε μια έκρηξη εθνικισμού. Κι όμως, σε δυο χρόνια, η εργατική τάξη άρχιζε να παλεύει ενάντια στη βαρβαρότητα του πολέμου. Η Ρώσικη Επανάσταση το 1917 και η Γερμανική Επανάσταση το 1918 σταμάτησαν τον πόλεμο.

Αντεπίθεση

Μια σειρά επέτειοι αυτής της νέας χρονιάς μας θυμίζουν σε τι ύψη μπορεί να φτάσει η εργατική τάξη όταν παλεύει. Το έτος 1934 είναι γεμάτο από τέτοια παραδείγματα. Οι ναζί είχαν πάρει την εξουσία στην Γερμανία και οι φασίστες και η ακροδεξιά έμοιαζαν να είναι ασταμάτητοι σε όλη την Ευρώπη. Τον Φλεβάρη οι σοσιαλιστές εργάτες της Βιέννης πάλεψαν με το όπλο στο χέρι την εγκαθίδρυση μια ακροδεξιάς κυβέρνησης. Έχασαν, αλλά ενέπνευσαν το εργατικό κίνημα και την Αριστερά στην Γαλλία: λίγες μέρες μετά μια συγκλονιστική Γενική Απεργία έδωσε την απάντηση στη γαλλική ακροδεξιά που είχε φτάσει να οργανώνει έφοδο στο κοινοβούλιο. 

Τον Οκτώβρη ήταν η σειρά των εργατών στο ισπανικό κράτος να παλέψουν ένοπλα ενάντια στην ακροδεξιά. Το σύνθημα της εξέγερσης στις Αστούριας (μια περιοχή στη βορειοδυτική Ισπανία) ήταν «Καλύτερα Βιέννη παρά Βερολίνο» και «Αδέλφια Προλετάριοι Ενωθείτε». Δυο χρόνια μετά η Αριστερά (το Λαϊκό Μέτωπο) θα κέρδιζε τις εκλογές στην Ισπανία και στη Γαλλία. Η συνέχεια ήταν η μεγαλύτερη γενική απεργία και οι καταλήψεις των εργοστασίων στη Γαλλία και η επανάσταση ενάντια στο φασισμό στην Ισπανία. 

Απεργία Τήμστερς Ιούλιος 1934

 

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, στις ΗΠΑ, το 1934 ήταν η χρονιά της αντεπίθεσης του εργατικού κινήματος. Το κραχ του χρηματιστήριου της Ν. Υόρκης τον Οκτώβρη του 1929 είχε πυροδοτήσει τη μεγαλύτερη παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού στην ιστορία του. Η ανεργία και η φτώχεια κατέστρεφαν τη ζωή εκατομμυρίων. Οι εργάτριες και οι εργάτες δεν είχαν μείνει με σταυρωμένα χέρια, πάλευαν με απεργίες, διαδηλώσεις προσπάθειες να στήσουν σωματεία.  

Μέχρι το 1934 συνήθως έχαναν. Αλλά τον Μάη του 1934 τρεις μεγάλες απεργίες που εκτυλίχθηκαν σχεδόν παράλληλα (αλλά ανεξάρτητα η μια από την άλλη) έφτασαν στη νίκη. Η απεργία των εργατών αυτοκινητοβιομηχανίας στο Τολέδο, η μεγάλη απεργία των λιμενεργατών της Δυτικής Ακτής με κέντρο το Σαν Φρανσίσκο και η απεργία των τήμστερς (οδηγών φορτηγών) στη Μινεάπολις. Και στις τρεις απεργίες, ηγετικό ρόλο έπαιξαν δυνάμεις της Αριστεράς. 

Το εργατικό κίνημα έπαιρνε φόρα για τις μεγάλες μάχες του 1936-37 όταν εκατομμύρια εργάτες/τριες έμπαιναν στα συνδικάτα, στις απεργίες και τις καταλήψεις. Δεν ήταν ο «φωτισμένος» Ρούζβελτ με την κρατική παρέμβαση στην οικονομία που αντιμετώπισε την κρίση και την ακροδεξιά στην Αμερική. Ήταν η εργατική τάξη, με τις ταξικές της μάχες και διεκδικήσεις. 

Αντίσταση

Αυτή η τάξη δεν σταμάτησε να παλεύει ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, όταν η Ευρώπη ολόκληρη λύγιζε μπροστά στους ναζί. Στους τελευταίους μήνες του 1944 ένα ερώτημα πλανιόταν πάνω από την Ευρώπη: ποια κατεύθυνση θα πάρουν οι εξελίξεις μετά την οριστική ήττα της ναζιστικής Γερμανίας; Οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Συμμάχων στις συναντήσεις τους έβγαζαν διακηρύξεις για τα δικαιώματα των λαών αλλά στα παρασκήνια παζάρευαν για τα συμφέροντα, τις «ζώνες επιρροής». 

Όμως, υπήρχε και ένας άλλος παράγοντας με μια πολύ διαφορετική δυναμική. Τα κινήματα της Αντίστασης που είχαν φουντώσει προς το τέλος της φασιστικής Κατοχής. Στη Γαλλία, την Ιταλία, το Βέλγιο, στην ανατολική Ευρώπη, τα κινήματα αυτά έμπαιναν στη φάση της απελευθέρωσης από τους ναζί με μια εργατική τάξη ξεσηκωμένη. Το ριζοσπαστικό τους όραμα δεν χωρούσε στα σχέδια των «Μεγάλων Συμμάχων». 

Το Μάρτη του 1944 εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες κατέβηκαν σε απεργία σε όλη τη βόρεια Ιταλία. Απαιτούσαν αυξήσεις, καλύτερο εφοδιασμό σε τρόφιμα, σταμάτημα των συλλήψεων συναδέλφων και της αναγκαστικής αποστολής χιλιάδων άλλων σε εργοστάσια της Γερμανίας. Απέναντί τους δεν είχαν μόνο τα Ες-Ες και τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση, αλλά και τους φασίστες της «Κοινωνικής Δημοκρατίας» του Μουσολίνι και τους βιομήχανους.

Τον Αύγουστο του 1944 μια σειρά εξεγέρσεις απελευθέρωναν τις γαλλικές πόλεις, με πρώτο το Παρίσι. Όταν στις 20 Αυγούστου 1944 η Τουλούζη πέρασε στα χέρια των εξεγερμένων και της Αντίστασης, οι εργάτες στην SNCASE –εργοστάσιο κατασκευής αεροσκαφών- το κατέλαβαν και απαγόρευσαν στην παλιά διοίκηση να επιστρέψει επειδή στη διάρκεια της Κατοχής είχε συνεργαστεί στενά με τους ναζί. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν εκατοντάδες άλλοι χώροι δουλειάς όχι μόνο στην Τουλούζη. 

Τα κινήματα της Αντίστασης έμπαιναν σε τροχιά σύγκρουσης με τους Συμμάχους και τις άρχουσες τάξεις που ήθελαν να ανασυγκροτήσουν τις κρατικές μηχανές και τον πολιτικό και κοινωνικό έλεγχό τους. Και παρά την επικρατούσα άποψη ότι τα πάντα είχαν κριθεί στις κυνικές μοιρασιές που έκαναν ο Τσόρτσιλ, ο Ρούζβελτ και ο Στάλιν από το 1943 μέχρι το 1945, στην πραγματικότητα οι «από πάνω» χρειάστηκαν δυο χρόνια συγκρούσεων, επιθέσεων και ελιγμών για να επιβάλλουν την «κανονικότητα», να εξουδετερώσουν την ορμή του εργατικού κινήματος και να απομονώσουν την Αριστερά. 

Ο «Μεγάλος Δεκέμβρης» του 1944 ήταν το ανώτερο σημείο που έφτασε αυτή η ταξική σύγκρουση σε όλη την Ευρώπη. Τον Οκτώβρη του 1944 οι δρόμοι της Αθήνας πλημμύριζαν για να πανηγυρίσουν την απελευθέρωση από τους ναζί και να καλωσορίσουν τα πρώτα αποσπάσματα του «συμμαχικού» βρετανικού στρατού. Ο Γ. Παπανδρέου υποσχόταν ότι «θα ομιλήσωμεν και δια την Λαοκρατίαν» από το μπαλκόνι στην πλατεία Συντάγματος. 

Δυο μήνες μετά η ίδια πλατεία πλημμύριζε από το αίμα των διαδηλωτών. Για 33 μέρες ο ΕΛΑΣ, στην πραγματικότητα η εργατική τάξη και η νεολαία της Αθήνας και του Πειραιά, αναμετρήθηκαν στρατιωτικά όχι μόνο με την -αναιμική- ένοπλη δύναμη της άρχουσας τάξης αλλά και με την πανίσχυρη στρατιωτικά Βρετανική Αυτοκρατορία. 

Το κίνημα και η Αριστερά ηττήθηκαν, και στην Ελλάδα και τελικά σε όλη την Ευρώπη, όχι γιατί γενικά λόγω κάποιων «αρνητικών συσχετισμών» ή κάποιας «ανωριμότητας» του κόσμου, αλλά επειδή τα κόμματα και οι ηγεσίες των εκατομμυρίων που πάλευαν έλεγαν και επέβαλαν ότι το κίνημα δεν μπορούσε να φτάσει πιο μακριά από την «ομαλή λειτουργία των θεσμών». 

Επανάσταση των Γαρυφάλλων, Πορτογαλία 1974

 

Γαρύφαλλα

Τη χρονιά που πέρασε τιμήσαμε τα 50χρονα από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Η πτώση της χούντας, τον Ιούλη του 1974, ήρθε όταν οι στρατηγοί διαπίστωσαν ότι οι επιστρατευμένοι φαντάροι δεν θα πολεμήσουν για τους χασάπηδες του Πολυτεχνείου. Ήταν η έναρξη της Μεταπολίτευσης των μεγάλων εργατικών αγώνων και της ριζοσπαστικοποίησης που μαζικοποίησαν τα συνδικάτα και την Αριστερά, όλα αυτά που θέλουν να ξεφορτωθούν οι Μητσοτάκηδες. 

Και η άρχουσα τάξη εκείνους τους μήνες είχε ένα ζωντανό παράδειγμα για το που μπορούσε να φτάσει η κρίση και η πτώση μιας δικτατορίας: στην Πορτογαλία η Επανάσταση των Γαρυφάλλων τον Απρίλη είχε φέρει τους φαντάρους να διαδηλώνουν -με τα όπλα τους- μαζί με τους εργάτες και την επαναστατική Αριστερά. 

Οι απεργίες για αυξήσεις μετατράπηκαν γρήγορα σε καταλήψεις. Εργοστάσια και μεγάλοι χώροι δουλειάς, με τα ναυπηγεία στην πρωτοπορία, άρχισαν να μετατρέπονται σε κέντρο οργάνωσης και συντονισμού των αγώνων. Το ραδιόφωνο Ρενασένσα από τα χέρια της Εκκλησίας θα περάσει στα χέρια των εργατών οι οποίοι το ελέγχουν και το μετατρέπουν σε φωνή όλης της αντίστασης. 

Τα πολιτικά αιτήματα παίρνουν τη γενικευμένη μορφή του “σανεαμέντο” (εκκαθάριση) που σήμαινε την απαίτηση να ξηλωθούν όλοι οι μηχανισμοί του χουντικού καθεστώτος όχι μόνο στα υπουργεία, αλλά και στα Πανεπιστήμια, στους χώρους δουλειάς, να διωχθούν οι χαφιέδες, να φυλακιστούν οι βασανιστές, να δημευθεί η περιουσία των αφεντικών που συνεργάζονταν με τη μυστική αστυνομία. 

Το φρένο στην πορτογαλική επανάσταση δεν μπήκε τελικά από καμιά επίθεση του στρατού, ούτε από πραξικόπημα. Μπήκε γιατί οι πολιτικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν στο εργατικό κίνημα (το σοσιαλιστικό και το κομμουνιστικό κόμμα) δεν είχαν στρατηγική που να ξεπερνούσε τα όρια των «δημοκρατικών κατακτήσεων».

Παλεύουμε ενάντια στη δολοφονική κυβέρνηση της ΝΔ, κόντρα στις επιθέσεις ενός συστήματος που γεννάει καταστροφή με κάθε ανάσα, και μαθαίνουμε από την ιστορία για να δώσουμε την προοπτική που αξίζουν οι αγώνες μας.


100 χρόνια Λένιν

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 100 χρόνια από το θάνατο του Λένιν, τον Γενάρη του 1924. Για να συζητήσουμε στα σοβαρά τι είδους Αριστερά χρειαζόμαστε για να νικήσουν οι αγώνες μας και να απαλλαγούμε από αυτό το καταστροφικό σύστημα, χρειάζεται να στηριχτούμε στη κληρονομιά του Λένιν. Τη γνήσια κληρονομιά του, όχι αυτή των σταλινικών «εικονισμάτων». Ο Λένιν έδρασε πολιτικά πριν από έναν ολόκληρο αιώνα. Συμμετείχε όμως στο μεγαλύτερο κύμα εργατικών επαναστάσεων που προσπάθησαν να αλλάξουν τον κόσμο. Η πορεία του είναι γεμάτη από πολύτιμες εμπειρίες για όσους αγωνίζονται για τον ίδιο σκοπό σήμερα.

Ο Λένιν επέμενε ότι η εργατική τάξη είναι η δύναμη που μπορεί να απελευθερώσει όλους τους καταπιεσμένους. Ήταν ένα κόκκινο νήμα που διαπερνούσε τις ιδέες και τη δράση του. Στις αρχές του 20ου αιώνα η ρωσική εργατική τάξη ήταν μια μικρή μειοψηφία σε ένα τεράστιο  πληθυσμό αγροτών. Κι όμως, ο Λένιν και οι σύντροφοί του έλεγαν ότι επειδή αυτή η τάξη παράγει τα κέρδη των καπιταλιστών με τη συλλογική δουλειά της, διαθέτει ένα ειδικό βάρος που της επιτρέπει να γίνει ηγεμονική δύναμη, με τις δικές της μεθόδους δράσης στην πάλη για τη δημοκρατία και την ανατροπή του τσαρισμού. 

Τον Φλεβάρη του 1917 οι εργάτριες της Πετρούπολης ξεσήκωσαν τους εργάτες και τους φαντάρους σε μια γενική απεργία και εξέγερση που ανέτρεψε τον Τσάρο με αιτήματα για ψωμί και ειρήνη. Ο Λένιν υποστήριξε ότι τα όργανα αγώνα που είχε συγκροτήσει η τάξη σε αυτή τη μάχη, τα σοβιέτ (συμβούλια) μπορούν να πάρουν όλη την εξουσία στα χέρια τους. Αυτό ήταν το νόημα ενός σύντομου κειμένου με τίτλο Οι “Θέσεις του Απρίλη” που παρουσίασε στο κόμμα του, τους μπολσεβίκους, όταν επέστρεψε στην επαναστατημένη Ρωσία. Ο Λένιν δεν τα έβγαζε όλα αυτά από το κεφάλι του. Πατούσε στις εμπειρίες των ίδιων των εργατών τόσο της Κομμούνας του Παρισιού όσο και της επανάστασης του 1905 στη Ρωσία που είχε γεννήσει τα σοβιέτ. Τον Οκτώβρη του 1917 οι μπολσεβίκοι θα οδηγούσαν τα εργατικά συμβούλια στη νίκη. 

Αυτό δεν ήταν μια αυτονόητη επιλογή για την Αριστερά. Ένα μεγάλο τμήμα της, τα ρεφορμιστικά κόμματα και ρεύματα, λέγανε ότι η εργατική τάξη πρέπει να στηρίξει τους εκπροσώπους της στο κοινοβούλιο και την κυβέρνηση για να εφαρμόσουν τις αναγκαίες αλλαγές. Ο Λένιν υποστήριζε αντίθετα ότι η επανάσταση πρέπει να συντρίψει το αστικό κράτος, να μην «αφήσει πέτρα πάνω στην πέτρα» και να χτίσει στη θέση του ένα «μισο-κράτος», «τύπου Κομμούνας», με την πιο «πλέρια δημοκρατία» όπου «κάθε μαγείρισσα» θα μαθαίνει να κυβερνάει. Το “Κράτος και Επανάσταση”, το βιβλίο που διατυπώνει ξεκάθαρα αυτές τις ιδέες ο Λένιν, είναι εντελώς επίκαιρο σήμερα. 

Η άλλη μεγάλη συνεισφορά του Λένιν είναι στο πως πρέπει να είναι οργανωμένη η Αριστερά για να παίζει ένα προωθητικό ρόλο στη δυναμική της εργατικής τάξης. Από την «αρχή» όταν έγραφε το “Τι να Κάνουμε;” (με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο Τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας) ερχόταν σε ρήξη με μια αντίληψη που έλεγε ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα πολιτικό κόμμα που απλώς θα «εκφράζει» την τάξη. Όχι, έλεγε, χρειαζόμαστε ένα κόμμα που θα εκπαιδεύει τα μέλη του να είναι «το βήμα κάθε καταπιεσμένου», δηλαδή να συγκρούονται με τις κυρίαρχες ιδέες και στο εσωτερικό της τάξης. 

Επειδή η εργατική τάξη δεν δρα σαν συντεταγμένος στρατός, αλλά στο εσωτερικό της έχει διαφορετικά επίπεδα συνείδησης και εμπειρίας, χρειάζεται τα πιο μαχητικά και προχωρημένα τμήματά της, η εργατική πρωτοπορία (το «συνειδητό προλεταριάτο») να οργανωθούν χωριστά. Αυτό το κόμμα ήταν οι μπολσεβίκοι, ένα κόμμα δημοκρατικής συζήτησης και συγκεντρωτικής δράσης εξοπλισμένο με την επαναστατική στρατηγική και θεωρία. 

Οι μπολσεβίκοι δεν εμφανίστηκαν ως «από μηχανής θεός» το 1917 για να φωτίσουν (ή να «καπελώσουν») τους «αδαείς». Δίδασκαν και διδάσκονταν από τα πιο προχωρημένα τμήματα της εργατικής τάξης χρόνια πριν, σε μαζική κλίμακα από το 1912 όταν συγκροτήθηκαν σε ανεξάρτητο κόμμα και άρχισαν να κυκλοφορούν μια ημερήσια εφημερίδα την Πράβδα (Αλήθεια) στην Πετρούπολη.  “

Τον Φλεβάρη του 1924 ο μαρξιστής φιλόσοφος Γ. Λούκατς έγραφε σε ένα βιβλίο με τίτλο “Η Σκέψη του Λένιν”: «Η επικαιρότητα της επανάστασης: αυτή είναι η θεμελιώδης σκέψη του Λένιν, καθώς και το καθοριστικό σημείο που τον συνδέει με τον Μαρξ». Σήμερα, που ζούμε την πολυκρίση του καπιταλισμού, μπορούμε να χτίσουμε την Αριστερά της επανάστασης.