Τελικά, ο Ντόναλντ Τραμπ πήγε και το έκανε. Παρά την καταστροφική ισχύ των βομβών που έριξαν τα B-2 του στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, οι ενέργειές του είναι ένα σημάδι της αδυναμίας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, όχι της δύναμής του.
Την πρωτοβουλία έχει ο ισραηλινός πρωθυπουργός Β. Νετανιάχου, όχι ο Τραμπ. Από τις 7 Οκτώβρη του 2023, ο Νετανιάχου έχει θέσει τις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο δυτικό ιμπεριαλισμό μπροστά σε μια σειρά βίαιων τετελεσμένων γεγονότων. Πρώτα απ' όλα, ο γενοκτονικός πόλεμος στη Γάζα. Στη συνέχεια, η επίθεση εναντίον του Λιβάνου, που αποδεκάτισε το κίνημα αντίστασης της Χεζμπολάχ. Και τώρα, ο πόλεμος εναντίον του Ιράν.
Κάθε φορά ο Νετανιάχου προκάλεσε τη «συλλογική Δύση» να τον υποστηρίξει. Και κάθε φορά εκείνη υπέκυψε και συνεργάστηκε στην επιθετικότητα του Νετανιάχου. Τις δύο πρώτες φορές ο αποφασιστικός υποστηρικτής ήταν ο Τζο Μπάιντεν. Αυτή τη φορά είναι ο Τραμπ. Και έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Δεν περιορίζεται στην παροχή όπλων, πληροφοριών και αεροπορικής υποστήριξης, αλλά συμμετέχει στην επίθεση.
Είμαι βέβαιος ότι η συνενοχή του Τραμπ σε αυτόν τον πόλεμο πηγαίνει ακόμη πιο μακριά. Το ιρανικό καθεστώς μπορεί να διαμαρτύρεται εύλογα για το γεγονός ότι εξαπατήθηκε με τις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα στη Γενεύη. Ως αποτέλεσμα, οι επιθέσεις του ισραηλινού στρατού και της Μοσάντ έπιασαν τους Ιρανούς εξ απροόπτου.
Είναι αρκετά σαφές ότι ο Τραμπ είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων. Φαίνεται ότι πίστευε ότι οι ισραηλινές επιθέσεις θα ανάγκαζαν την Τεχεράνη να εγκαταλείψει το πυρηνικό της πρόγραμμα. Και όταν οι Ιρανοί δεν υπέκυψαν, χτύπησε ο ίδιος. Όλα αυτά τα ανόητα περί προθεσμίας δύο εβδομάδων και «μπορεί να το κάνω, μπορεί να μην το κάνω» μπορεί να ξεγέλασαν κυβερνήσεις σαν του Κίρ Στάρμερ. Αλλά το καθεστώς της Τεχεράνης μετέφερε πυρηνικά υλικά – συμπεριλαμβανομένων, πιθανώς, των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου – μακριά από εγκαταστάσεις όπως το Φόρντο.
Διαμάχη
Εδώ και μήνες, μέσα στην κυβέρνηση Τραμπ μαίνεται μια διαμάχη για το αν πρέπει να συμμετάσχει ή όχι σε ισραηλινή επίθεση κατά του Ιράν. Η «νεοσυντηρητική» πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος – υποστηρικτές των καταστροφικών πολέμων του Τζορτζ Μπους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ – ήθελε να κινηθεί εναντίον του Ιράν. Φάνηκε ότι ηττήθηκαν όταν ο Μάικ Γουόλτς απολύθηκε από τη θέση του συμβούλου εθνικής ασφάλειας πριν από μερικούς μήνες.
Προφανώς, η ισορροπία έχει γείρει ξανά υπέρ τους. Αυτό είναι πιθανότατα το αποτέλεσμα της στρατηγικής του Νετανιάχου να εξοντώσει έναν προς έναν τους εχθρούς του στον «Άξονα της Αντίστασης»: πρώτα τη Χαμάς, μετά τη Χεζμπολάχ και τώρα το Ιράν. Αυτή η βίαιη αναζήτηση ασφάλειας για το Ισραήλ είναι μάταιη. Η ίδια η βαρβαρότητα των επιθέσεων εντείνει και διευρύνει το μίσος που θα τροφοδοτήσει νέα κύματα αντίστασης.
Εν τω μεταξύ, ο Τραμπ έχει παραβιάσει κατάφωρα τις προεκλογικές του υποσχέσεις να τερματίσει τους «αέναους πολέμους» των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Το κίνημα MAGA είναι διχασμένο. «Η συντριπτική πλειοψηφία του λαού δεν θέλει να εμπλακεί σε τίποτα από όλα αυτά», λέει ο Στιβ Μπάνον, ηγέτης της φασιστικής πτέρυγας της συμμαχίας γύρω από τον Τραμπ.
Στρατηγικά, η στήριξη των στρατιωτικών ριψοκίνδυνων ενεργειών του Νετανιάχου δεν έχει νόημα για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Αν το Ιράν αντιδράσει με την επέκταση του πολέμου σε ολόκληρο τον Κόλπο, ο Τραμπ θα κατηγορηθεί από τα υπερπλούσια πετρελαιοπαραγωγικά κράτη της περιοχής. Πριν από λίγες εβδομάδες, ο ίδιος τα κολάκευε επιδιώκοντας να τα προσελκύσει. Το ίδιο κάνει, όμως, και η Κίνα ο μεγαλύτερος αγοραστής ενέργειας από τον Κόλπο.
Ο Τραμπ, όπως και ο Μπαράκ Ομπάμα και ο Μπάιντεν πριν από αυτόν, υποτίθεται ότι πρέπει να απεμπλακεί από άλλες δεσμεύσεις για να επικεντρωθεί στην πρόκληση για την ηγεμονία των ΗΠΑ που ενσαρκώνει η Κίνα. Όπως και αυτοί, αποτυγχάνει σε αυτό τον σκοπό, καθώς έχει εμπλακεί σε μια αδιέξοδη κατάσταση στη Μέση Ανατολή.
Πρόσφατα, η Οριάνα Σκάιλαρ Μάστρο έδωσε μια ενδιαφέρουσα ομιλία στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων των ΗΠΑ. Παλαιότερα, κατείχε θέση σχεδιασμού στο Πεντάγωνο με ειδίκευση στην «κινέζικη απειλή». Τονίζει τη «στρατηγική πειθαρχία» της Κίνας και την άρνησή της να παρασυρθεί από τις ΗΠΑ στις παγίδες που αντιπροσωπεύουν οι τοπικές κρίσεις.
Σύμφωνα με τη Μάστρο, οι Κινέζοι «δεν πιστεύουν στη στρατιωτική επέμβαση ως μέσο ισχύος. Θέλουν να κυριαρχήσουν στρατιωτικά στην Ασία, αλλά όσον αφορά τον υπόλοιπο κόσμο, επικεντρώνονται σε πολιτικά και οικονομικά μέσα». Εν τω μεταξύ, «εμείς συνεχίζουμε να κάνουμε 100 πράγματα ταυτόχρονα, και αυτή είναι η συνταγή για την παρακμή των μεγάλων δυνάμεων».
Οι ηγεμονικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αναγκαστικά πρέπει να δραστηριοποιούνται σε διαφορετικές περιοχές. Αλλά όταν μια δύναμη επιτρέπει στον εαυτό της να παρασυρθεί σε έναν επικίνδυνο πόλεμο από ένα κράτος-πελάτη, οδεύει προς την έξοδο. «Make America Great Again»; Ο Τραμπ επιτυγχάνει το αντίθετο.

