ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: “Η ιστορία των απλών ανθρώπων ως μάθημα αυτοσυνείδησης”

Γι’ αυτό και η θέση του στην ιστορία δεν μετριέται ούτε με τις (πολλές) διεθνείς διακρίσεις και βραβεία που συγκέντρωσε αλλά ούτε και με την υποκειμενική κρίση του καθενός και καθεμιάς μας, από το αν οι ταινίες του αρέσουν ή κουράζουν με τα «μακριά, αργόσυρτα πλάνα», για τα οποία τόσος λόγος γίνεται τις τελευταίες μέρες στα ΜΜΕ. Η αξία του προκύπτει από το ότι εφηύρε μια πρωτοποριακή κινηματογραφική γλώσσα και αφήγηση για να υπηρετήσει ένα σινεμά επαναστατικό.

Η ταινία «Θίασος» του 1975 είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μέσα από ένα μπουλούκι που περιπλανιέται στην ελληνική επαρχία το διάστημα 1939-1952, παρουσιάζεται όλη η κρυμμένη ιστορία της αντίστασης και του εμφύλιου από τη σκοπιά του κόσμου που πάλεψε το φασισμό και ονειρεύτηκε μια κομμουνιστική κοινωνία.

Ο Αγγελόπουλος χρησιμοποίησε άφοβα την αρχαία ελληνική τραγωδία του μύθου των Ατρειδών αλλά και το επικό θέατρο της αποστασιοποίησης του Μπέρτολντ Μπρεχτ για να μετατρέψει τον ατομικό ηρωισμό, τη θυσία και την προδοσία σε συλλογική μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς και μάλιστα σε μια περίοδο που όλοι την καλούσαν να ξεχάσει.

«Θίασος»

Μπορεί να ξεχάσει κανείς ότι ο «Θίασος» δεν πήρε το χρίσμα να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο φεστιβάλ Καννών επειδή δια στόματος του τότε υπουργού της Νέας Δημοκρατίας Τσαλδάρη, «έγερνε αριστερά»; Παρά τον αποκλεισμό, προβλήθηκε στο ανεπίσημο «δεκαπενθήμερο των σκηνοθετών» στις Κάννες και φυσικά αποθεώθηκε, στην Ελλάδα έκοψε 200.000 εισητήρια και ο κόσμος έβγαινε δακρύζοντας μετά από 4 ώρες προβολής!

Τα μακριά πλάνα-σεκάνς δεν εμπόδισαν κανέναν να κατανοήσει το καινούργιο, το δημιουργικό και να μαγευτεί, το έπος νίκησε τη λήθη της εθνικής ενότητας. Τα μουντά τοπία με τα ερειπωμένα κτήρια, η ομίχλη και το χιόνι υπογραμμίζουν μελαγχολικά την τύχη της αντίστασης και του εμφύλιου, δεν είναι εμμονή ούτε σήμα κατατεθέν, αλλά εικόνες που «ντύνουν» άψογα ένα επαναστατικό μήνυμα. Ο κόσμος το δέχτηκε και το αγκάλιασε.

Το κατεστημένο δεν τον χώνεψε ποτέ. Παρά τη διεθνή αναγνώριση, το 1990 ο μητροπολίτης Αυγουστίνος Καντιώτης τον αφόρισε όταν γύριζε στη Φλώρινα την ταινία του «Το μετέωρο βήμα του πελαργού». Το 2004 ο Κ. Καραμανλής τζούνιορ τον ξήλωσε από τη θέση του διευθυντή του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Αγγελόπουλος δεν έκρυψε ποτέ ότι ήταν παιδί του Μάη του ’68, του Γαλλικού Νέου Κύματος, του «Free cinema» και των ρευμάτων αμφισβήτισης που μεσουρανούσαν τότε στην Ευρώπη. Μέσα από το περιοδικό «Σύγχρονος κινηματογράφος» που έβγαζε με τον Βασίλη Ραφαηλίδη έβαλε τα θεμέλια και στην Ελλάδα για ένα σινεμά που δεν θα κυριαρχείται από τις επιταγές της εμπορικότητας, αλλά από τις αναζητήσεις των δημιουργών, έχοντας συνείδηση ότι δεν κινεί η τέχνη από μόνη της την ιστορία, ούτε είναι τέχνη για τον εαυτό της, αλλά με τα δικά του λόγια: «Γράφουμε την ιστορία και την πολιτική με ένα άλλο τρόπο, απομυθοποιητικό, δεν γυρεύουμε ήρωες αλλά την ιστορία των απλών ανθρώπων ως μάθημα αυτοσυνείδησης ...».

Αυτή η αρχή διαπερνά τα έργα τόσο της πρώτης περιόδου («Μέρες του ‘36» , «Οι Κυνηγοί») που ολοκληρώνουν την τριλογία του για την πρόσφατη ελληνική ιστορία όσο και της μεταγενέστερης. Τι μεσολάβησε; Μα βέβαια η κατάρρευση των Ανατολικών χωρών του κρατικού καπιταλισμού και η υποχώρηση της Αριστεράς δεν τον άφησαν ανεπηρέαστο.

Ο επικός τόνος έδωσε σταδιακά τη θέση του στη μελαγχολία και την αμηχανία, σε πρωταγωνιστές της απώλειας και της προσφυγιάς – η μετανάστευση υπήρξε διαχρονικά κεντρικό θέμα στα έργα του. Εικόνες από τα ερειπωμένα Βαλκάνια του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας και ταξίδια που διακόπτονται από αόρατα και ορατά σύνορα. Άνθρωποι που περιπλανώνται και επιστρέφουν για να ψάξουν τι έγινε, τι έφταιξε, το πώς και το γιατί. Η μνήμη δίνει πάντα τη μάχη ενάντια στη λήθη μόνο που δεν είναι πια συλλογική, αλλά ατομική και κατακερματισμένη σαν την κατάληξη των ηρώων του.

Δεν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στον πρώιμο και τον ύστερο Αγγελόπουλο, ούτε προδοσία και μικροαστική παρέκκλιση για την οποία τον είχε κατηγορήσει επανειλημμένα η σταλινική αριστερά. Ο Αγγελόπουλος υπήρξε πάντα ειλικρινής και ανεξάρτητος κινηματογραφιστής, τη σκοπιά των ανθρώπων από τα κάτω καταγράφει σε όλα του τα έργα, τόσο όταν την αισθάνεται να νικά όσο όταν την αισθάνεται να ηττάται.

Όπως εξηγούσε και ο ίδιος, «Όλες μου οι ταινίες είναι μια και μοναδική ιστορία, η πορεία του κόσμου μέσα από μικρές και μεγάλες ουτοπίες. Αν στη μια μεριά της ζυγαριάς της Ιστορίας είναι η απογοήτευση, εγώ θέλω να ρίχνω το βάρος στην άλλη μεριά, τη μεριά του ονείρου...». Ο Αγγελόπουλος θα είναι πάντα ένας «δικός μας».

Διαβάστε επίσης

Χτυπημένος από τις ρόδες ειδικού φρουρού