Πολιτισμός
Mια αντάρτισσα μιλάει για την ταινία του Βούλγαρη: Συνέντευξη με την Αργυρώ Ζερβού

-Πήγες και είδες την ταινία του Βούλγαρη για τον εμφύλιο, πως σου φάνηκε;

Ωραία ταινία ήταν, έδειχνε ορισμένα γεγονότα, αλλά δεν ήταν αντικειμενική. Τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα περιγράφει ο σκηνοθέτης. Για παράδειγμα δε μου άρεσε καθόλου που έδειχνε την κοπέλα, την αντάρτισσα να βρίζει με αυτόν τον τρόπο. Εμείς στο βουνό ποτέ δε βρίζαμε, ούτε είχαμε μίσος για τους απλούς φαντάρους, ξέραμε ότι ήταν λαϊκά παιδιά του κόσμου. Αυτοί μας έβριζαν, οι στρατηγοί δηλαδή. Με τους απλούς φαντάρους μιλούσαμε πολύ ωραία, όταν μιλούσαμε. Αν θα τύχαινε να μας βρίσει κάποιος, θα ήταν κάποιος φασίστας.

  Αυτό που δε μου άρεσε καθόλου όμως, ήταν στο τέλος της ταινίας, όταν ο αμερικάνος στρατηγός ανακοινώνει ότι θα στείλει τις καινούριες βόμβες και σε 5-6 βδομάδες θα πρέπει να γίνουν όλοι κάρβουνο. Στην ταινία παρουσιάζει τον έλληνα στρατηγό να προσπαθεί να το αποφύγει. Δηλαδή τι έγινε, τον έπιασε συμπόνια; Λυπήθηκε που θα κάψουνε τόσο κόσμο; Τόσα χρόνια που μας σκότωναν και μας καίγανε πάνω στο βουνό, αυτό δεν το σκεφτόταν;   

-Εσύ όταν ανέβηκες στο βουνό ήσουν 15 χρονών, πώς πήρες την απόφαση;

Ο κόσμος που ανέβηκε στο βουνό, όπως παραδείγματι εμείς από τα χωριά μας, δεν είχαμε άλλη διέξοδο. Οι γονείς πολέμησαν στον ΕΛΑΣ και μετά την απελευθέρωση και τα όσα έγιναν, δεν είχαμε την επιλογή να μείνουμε στα χωριά μας, γιατί ερχόντουσαν κάθε τόσο και μας ενοχλούσαν. Ερχόντουσαν στα χωριά, τα κυκλώνανε, μας έκλειναν στα σχολεία, ζητούσαν ονόματα κομμουνιστών, φυλάκιζαν όσους έβρισκαν, κάνανε αίσχη, χτυπούσαν τον κόσμο. Στην πραγματικότητα ήταν ανάγκη για πολύ από τον κόσμο που πολέμησε στην Αντίσταση, να φύγει στο βουνό. Φυσικά οι περισσότεροι κομμουνιστές, βγήκαν σαν εθελοντές το βουνό. Δεν τους στρατολόγησε κανένας με τη βία. Στο χωριό μου μαζεύτηκαν μια φορά περίπου 100 νεολαίοι και φύγανε για το βουνό. Τότε έφυγε και ο μπαμπάς μου. 

-Μετά το τέλος του εμφυλίου, πως ήταν η κατάσταση για τους αντάρτες;

Στην πραγματικότητα, δε θέλανε ούτε να μας αναγνωρίσουν. Για παράδειγμα εμείς όταν φύγαμε στη Σοβιετική Ένωση και στέλνανε γράμματα οι αντάρτες εδώ πέρα, οι ίδιοι οι γονείς τους φοβόντουσαν να πάρουν τα γράμματα. Η πεθερά μου, όσες φορές της έστελνε γράμματα ο σύζυγός μου, πάντα την πήγαιναν στην αστυνομία, και δεν της έδιναν και τα γράμματα να τα διαβάσει. Μέχρι το ‘57-’58 περίπου δεν είχαμε καμία επικοινωνία με τους δικούς μας που ήταν εδώ.

-Πώς βρέθηκες στη Σοβιετική Ένωση;

Σαν στρατός, όταν ηττηθήκαμε, πήγαμε όλοι μαζί στη Σοβιετική Ένωση. Εκεί μας φιλοξένησαν και μας δεχτήκανε. Εμείς φυσικά πήγαμε με άλλο σκοπό. Ότι θα γυρίσουμε στην Ελλάδα πολύ γρήγορα. Ήμασταν με το όπλο παρά πόδα, όπως λέγαμε. Αλλά η ζωή έδειξε το αντίθετο. Μείναμε 30 χρόνια εκεί. Κάναμε οικογένειες, σπουδάσαμε, σπούδασαν και τα παιδιά μας, και μόνο μετά την μεταπολίτευση, όταν επέτρεψαν να γυρίσει ο κόσμος, τότε γυρίσαμε κι εμείς στην Ελλάδα.