Ιδέες
Ο ΚΡΙΣ ΧΑΡΜΑΝ ΚΑΙ Η ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ Επαναστατική εφημερίδα

Ο Κρις Χάρμαν, ο σύντροφος που έφυγε από τη ζωή το περασμένο Σάββατο, υπήρξε αρχισυντάκτης της αδελφής εφημερίδας της Εργατικής Αλληλεγγύης στη Βρετανία, του Socialist Worker, αρχικά το 1976-1977 και στη συνέχεια για περισσότερο από μια εικοσαετία, από το 1982 ως το 2004. Από τη θέση αυτή μάς έδωσε πολλά μαθήματα για το πώς οργανώνεται, πώς εκδίδεται και τι ρόλο έχει να παίξει μια επαναστατική σοσιαλιστική εφημερίδα. 

Ο Χάρμαν, όπως έκανε σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς του, δεν είχε μείνει μόνο στην εμπειρία. Επιστρέφοντας στις παραδόσεις του εργατικού κινήματος, υποστήριξε θεωρητικά την αναγκαιότητα της εφημερίδας, γράφοντας το 1984 στο περιοδικό International Socialism Journal ένα εκτενές άρθρο, το οποίο εκδόθηκε συμπληρωμένο με μορφή παμφλέτας το 1991. Η Πράβντα του Λένιν, γύρω από την οποία συγκροτήθηκε το κόμμα των Μπολσεβίκων, ήταν πάντα το πρότυπο της επαναστατικής εφημερίδας. Ομως ο Χάρμαν αναζήτησε τη δύναμη και τις αδυναμίες και άλλων παραδειγμάτων φτάνοντας στην εφημερίδα του Μαρά στη Γαλλική Επανάσταση και στις εκδοτικές προσπάθειες του κινήματος των Χαρτιστών το 19ο αιώνα στη Βρετανία. Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα από το άρθρο του Κρις Χάρμαν.

Νίκος Λούντος

Οταν αναφερόμαστε στους μεγάλους επαναστάτες σοσιαλιστές, πάντα τους σκεφτόμαστε σε σύνδεση με τις εφημερίδες που δημοσίευαν: ο Μαρξ και η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, ο Λένιν με την Ισκρα (Σπίθα) και την Πράβντα (Αλήθεια), ο Γκράμσι και το Ορντινε Νουόβο (Νέα Τάξη), ο Τζέιμς Κόνολι και η Εργατική Δημοκρατία, ο Τρότσκι και η Νάσα Σλόβο (Ο κόσμος μας), η Ρόζα Λούξεμπουργκ και η Ρότε Φάνε (Κόκκινη Σημαία).

Η σύνδεση μεταξύ επαναστατικής ηγεσίας και εφημερίδας είναι ιδιαίτερη στους επαναστάτες που έχουν σκοπό να οικοδομήσουν μαζικούς αγώνες. Δεν θα βρεθεί κάτι αντίστοιχο σε όσους αντιλαμβάνονται την αλλαγή να έρχεται από μια μικρή, αποφασισμένη μειοψηφία που πραγματοποιεί ηρωικές πράξεις στο όνομα της πλειοψηφίας. Γι' αυτό κανείς δεν μιλάει για τη εφημερίδα του Κρόμγουελ, του Ροβεσπιέρου, του Μπακούνιν, του Γκαριμπάλντι ή του Τσε Γκεβάρα. Ωστόσο, όσοι αστοί επαναστάτες βασίζονταν στη μαζική δράση για να επιτύχουν τους σκοπούς τους, έπρεπε να έχουν εφημερίδες. Στη Γαλλική Επανάσταση, ο Μαρά δεν θα ήταν τίποτα χωρίς την εφημερίδα του, “Λ'αμί ντι Πεπλ” (Ο φίλος του λαού), ούτε ο Εμπέρ χωρίς την εφημερίδα “Περ Ντισέσν” (Ο γερο-Ντισέσν).

Αυτό δεν είναι σύμπτωση. Η κεντρικότητα της εφημερίδας προκύπτει από τον ίδιο το στόχο: να κερδίσεις μαζική υποστήριξη στην επανάσταση. Σε κάθε γνήσια επανάσταση υπάρχουν μάζες ανθρώπων που αποχωρίζονται τις γενικές ιδέες με τις οποίες ανατράφηκαν και υιοθετούν ένα νέο τρόπο να βλέπουν τον κόσμο και το ρόλο τους μέσα σε αυτόν. Οι επαναστάτες πάντα ξεκινάνε ως μειοψηφίες που προσπαθούν να προπαγανδίσουν μια νέα κοσμοθεωρία. Και αυτό σημαίνει, όχι μόνο εχθρότητα από πλευράς της άρχουσας τάξης, αλλά και αδιαφορία από πολλά μέλη της καταπιεσμένης τάξης. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγεις αυτή την περίοδο αντιδημοφιλίας, αφού σε κάθε κοινωνία, η κυρίαρχη τάξη κυριαρχεί ιδεολογικά. Οι ιδέες της είναι οι κυρίαρχες ιδέες.

Οι επαναστάτες δεν μπορούν να ξεκινήσουν αυτή τη μάχη για τις ιδέες, εκτός και αν βρουν κάποιο τρόπο να συνδεθούν με τις εμπειρίες της μεγάλης μάζας των “απλών”, “απολίτικων” ανθρώπων. Πρέπει να μπορέσουν να δείξουν ότι η επαναστατική κοσμοθεωρία ταιριάζει με κάποιες τουλάχιστον από αυτές τις εμπειρίες καλύτερα από την κυρίαρχη ιδεολογία.

Ομως οι επαναστάτες δεν ενδιαφέρονται απλώς να κερδίσουν ανθρώπους σε νέες ιδέες. Πρέπει να τους απασχολεί πώς θα κάνουν κάποιους ανθρώπους να δράσουν με βάση αυτές τις ιδέες. Οχι μόνο να λένε τι είναι λάθος, αλλά, πάνω απ' όλα, τι να κάνουμε.

Η επιτυχία είναι εφικτή για ένα επαναστατικό ρεύμα σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάπτυξής του αν μπορέσει να βρει κάποια μέσα ώστε να συνδέσει τις αρχές, τις εμπειρίες και τα καθήκοντα της στιγμής.

Η επαναστατική εφημερίδα είναι εντελώς αναντικατάστατη γιατί αποτελεί τον μηχανισμό για να γίνουν αυτές οι συνδέσεις, για να γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ θεωρίας και πράξης. Οπως το διατύπωνε ο Ερνεστ Τζόουνς, ο Χαρτιστής ηγέτης, όταν προσπαθούσε να συμμαζέψει τα απομεινάρια εκείνου του πρώτου μεγάλου εργατικού κινήματος στις αρχές της δεκαετίας του 1850:

“Η πρώτη και κύρια προϋπόθεση για ένα κίνημα είναι να έχει ένα δικό του όργανο μέσω του οποίου να καταγράφει τις διαδικασίες του, να επικοινωνεί, να κάνει τις εκκλήσεις του, να παροτρύνει, να υπερασπίζεται και να απλώνεται. Είναι ο θεμελιώδης δεσμός, το λάβαρο της προόδου και το μέσο επιχειρηματολογίας. Είναι αυτό που του δίνει τη δυνατότητα να ξεπροβάλλει ανάμεσα στην ανακατωσούρα των κομμάτων και να κρατάει τα διαφορετικά του στοιχεία ενωμένα”.

Ο Λένιν έκανε την ίδια παρατήρηση μισό αιώνα αργότερα, στο άρθρο του “Από πού να ξεκινήσουμε” και στην μπροσούρα του “Τι να κάνουμε;”

“Η εφημερίδα δεν είναι μόνο ο συλλογικός προπαγανδιστής και ο συλλογικός αγκιτάτορας. Είναι και οργανωτής. Μπορεί να συγκριθεί με τη σκαλωσιά που υψώνεται γύρω από μια οικοδομή... Η οργάνωση που χτίζεται γύρω από αυτή την εφημερίδα θα είναι έτοιμη για τα πάντα, από το να υπερασπίζεται τη σημαία, το κύρος και τη συνέχεια του κόμματος σε περιόδους ραγδαίας υποχώρησης της επανάστασης μέχρι να προετοιμάζεται για την πανεθνική ένοπλη εξέγερση”.

Επειδή η εφημερίδα αντανακλούσε την εμπειρία του κόσμου με αυτόν τον τρόπο, μπορούσε εύκολα να γίνει οργανωτής τους. Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για τους Μπολσεβίκους, καθώς λειτουργούσαν ως παράνομο κόμμα, χωρίς δυνατότητα να προχωρούν σε ανοιχτές στρατολογίες. Μπορούσαν, ωστόσο, να χτίσουν ένα δίκτυο ανθρώπων που αλληλογραφούσαν με την εφημερίδα, την μοίραζαν και έκαναν οικονομική εξόρμηση μέσα στους εργατικούς χώρους.

Ενα καπίκι

Ετσι για παράδειγμα, οι μισές εφημερίδες που πωλούνταν στην Πετρούπολη, πωλούνταν μέσα στα εργοστάσια. Το άτομο που είχε την υπευθυνότητα να το κάνει, στην ουσία έβρισκε ένα νόμιμο τρόπο να στρατολογήσει υποστηρικτές στο παράνομο κόμμα. Το ένα καπίκι που έδινε κάθε εργάτης για την εφημερίδα ήταν το αντίστοιχο του να δίνει συνδρομή στο κόμμα. Οι κατάλογοι των ενισχύσεων που τυπώνονταν στην εφημερίδα έδιναν μία αίσθηση για το πόσο εξαπλωμένο ήταν το δίκτυο υποστήριξης της εφημερίδας. 

Ετσι, όταν ο Λένιν ήθελε να δείξει πόσο ισχυρότεροι ήταν οι Μπολσεβίκοι σε σχέση με το ρεφορμιστικό “λικβινταριστικό” ρεύμα στο εργατικό κίνημα, σύγκρινε τον κατάλογο που δημοσίευε η Πράβντα με τις λίστες που δημοσιεύονταν στην λικβινταριστική εφημείδα Λουτς. Το γεγονός ότι η Πράβντα πουλούσε 40 χιλιάδες αντίτυπα καθημερινά και δεχόταν 2.181 διαφορετικές ενισχύσεις από ομάδες εργατών το 1913, σε σχέση με τα 16 χιλιάδες φύλλα και τις 671 ενισχύσεις των λικβινταριστικών εφημερίδων, ήταν απόδειξη για το Λένιν πόσο μεγαλύτερη υποστήριξη είχαν οι Μπολσεβίκοι.


Ο Μαρά και “ο Φίλος του Λαού”

Αμέσως μετά τη συμμετοχή του σε μαζική απεύθυνση στον δρόμο τη μέρα της πτώσης της Βαστίλλης, στις 14 του Ιούλη 1789, ο Μαρά πρότεινε στη λαϊκή επιτροπή της περιοχής όπου ζούσε τη δημιουργία μιας εφημερίδας. Οταν η πρότασή του απορρίφθηκε, ανέλαβε να την υλοποιήσει μόνος του. Εγραφε οχτώ σελίδες περίπου μεγέθους Α5 κάθε μέρα και πλήρωνε για την εκτύπωσή τους. Χωρίς καμιά οργάνωση πίσω του, βασιζόταν να βρεθεί αναγνωστικό κοινό μέσω των εφημεριδοπωλών στους δρόμους. Η εφημερίδα είχε τεράστια επιτυχία και γρήγορα έγινε πρώτη σε κυκλοφορία στο Παρίσι. Αυτό οφείλεται στο ότι ο Μαρά κατάφερε να συνδυάσει τα τρία στοιχεία -τις γενικές αρχές, την εμπειρία και τι χρειαζόταν να γίνει. Το κομμάτι “Τι να κάνουμε” ήταν ζωτικής σημασίας. Μέρα με τη μέρα, βδομάδα με τη βδομάδα, για τέσσερα χρόνια ο Μαρά παραμέριζε τη ρητορεία των επίσημων ηγετών της επανάστασης -πρώτα των συνταγματικών φιλελεύθερων και έπειτα των μετριοπαθών Γιρονδίνων- ενώ καλούσε σε αποφασιστική δράση για το άπλωμα και την υπεράσπιση της Επανάστασης.

Εκανε εκκλήσεις για δράση, χλεύαζε τους πιο πρόσφατους συμβιβασμούς, προειδοποιούσε για τους κινδύνους και προσέβαλλε όσους θεωρούσε εχθρούς της επανάστασης. Ο Μαρά έλεγε στον κόσμο ότι μπορούσαν να ξεχωρίζουν τη δική του εφημερίδα του από άλλες προβοκατόρικες απομιμήσεις επειδή “οι συγγραφείς τους είναι απατεώνες που κηρύττουν τη συμφιλίωση ενώ εγώ τους καταγγέλλω ασταμάτητα και χτυπάω το σήμα του κινδύνου”.

Οι Χαρτιστές και “Το Αστέρι του Βορρά”

Ο κόσμος διάβαζε την εφημερίδα με μανία γιατί σε αυτήν έβρισκαν αυτό που ένιωθαν και έκαναν οι ίδιοι και χιλιάδες άλλοι σαν κι αυτούς. Και δεν την διάβαζαν μόνο. Εστελναν ραπόρτα και βοηθούσαν στη διακίνησή της. Ειχε ανταποκριτές οπουδήποτε υπήρχε ο παραμικρός εργατικός αγώνας. Οπως έγραφε ο αρχισυντάκτης της το 1841: “Το Αστέρι του Βορρά έχει περισσότερες πραγματικές ιστορίες από οποιεσδήποτε δέκα εφημερίδες της χώρας μαζί”. Αυτό έκανε την εφημερίδα να μην είναι απλά ένα ανάγνωσμα, γινόταν ο οργανωτής του ίδιου του κινήματος.

Η εφημερίδα συχνά περιγράφεται ως παραπροϊόν του Χαρτιστικού κινήματος. Ομως είναι σημαντικό ότι ξεκίνησε την έκδοσή της έξι ολόκληρους μήνες πριν δημιουργηθεί επισήμως το ίδιο το κίνημα από ανθρώπους όπως ο Λόβετ στο Λονδίνο, οι οποίοι ήταν πολύ πιο μετριοπαθείς σε σχέση με τον εκδότη του “Αστεριού του Βορρά”, Ο'Κόνορ. Ηταν η μαζική απεύθυνση που έκανε η εφημερίδα γύρω από ένα ολόκληρο φάσμα “οικονομικών” ζητημάτων -ιδιαίτερα το νόμο για τους Φτωχούς και το ζήτημα των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων- που δημιούργησε την πολιτική γενίκευση η οποία με τη σειρά της παρείχε μια μαζική βάση στον αγώνα για δικαίωμα ψήφου που ζητούσε η Χάρτα. Αυτό φάνηκε και από το βαθμό που ο Ο'Κόνορ μπόρεσε να κυριαρχήσει στο κίνημα για δέκα χρόνια, ενώ αυτοί που το δημιούργησαν επισήμως έτειναν να περιθωριοποιηθούν.