55 χρόνια από τον βομβαρδισμό της Δρέσδης. Δεν ήταν αντιφασισμός, ήταν έγκλημα

Μισό αιώνα μετά κανένας δεν ξέρει πόσοι ακριβώς έχασαν τη ζωή τους μέσα σε εκείνο το όργιο των βομβαρδισμών. Τα επίσημα νούμερα κυμαίνονται ανάμεσα στις 25 και τις 125 χιλιάδες. Οι τραυματίες, οι άστεγοι, τα ορφανά -δεν είναι καθόλου δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί ο πόνος συνεχίζει να είναι ζωντανός στην πόλη ακόμα και σήμερα.

Η ιστορία -που όπως είναι γνωστό γράφεται από τους νικητές- προσπαθεί να δικαιολογήσει την καταστροφή παρουσιάζοντας την σαν μια επίθεση που έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την έκβαση του πολέμου και την συντριβή του ναζισμού. Πρόκειται για ψέμα.

Στην Δρέσδη οι Σύμμαχοι δεν χτύπησαν στρατιωτικούς στόχους: χτύπησαν το πυκνοκατοικημένο κέντρο -τις γειτονιές όπου ζούσαν όχι μόνο δεκάδες χιλιάδες εργάτες αλλά και ένας μεγάλος αριθμός από πρόσφυγες που είχαν καταφύγει εκεί μετά την καταστροφή των δικών τους χωριών και πόλεων.

Κάποιοι λένε, ακόμα και σήμερα, ότι οι νεκροί και οι τραυματίες της Δρέσδης δεν ήταν παρά η ραχοκοκαλιά πάνω στην οποία στήριζε τη δύναμή του ο Χίτλερ: η εργατική τάξη της Γερμανίας, λένε, ήταν συνυπεύθυνη για τις φρικαλεότητες των ναζί. Την άποψη αυτή υποστηρίζει, ανάμεσα σε άλλους, και η πρωτοβουλία «Geh Denken». «Οι θύτες δεν είναι θύματα» λέει απαντώντας στην προπαγάνδα των νεοναζί.

Ούτε αυτό, όμως, είναι αλήθεια. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και οι 400 περίπου κρατούμενοι των Φυλακών της Mathildestrasse. Το συγκρότημα είχε χτιστεί το 1933 από τους ναζί. Ο κύριος όγκος των κρατουμένων ήταν αντίπαλοι του καθεστώτος, Εβραίοι από την Δρέσδη και αιχμάλωτοι από την Τσεχία. Θύτες οι αντικαθεστωτικοί, οι Εβραίοι και οι αιχμάλωτοι πολέμου;

Στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο κομμάτι του γερμανικού πληθυσμού ήταν αντίθετο με τον Χίτλερ. Οι περισσότεροι αναγκάστηκαν να σιωπήσουν από τον τρόμο. Από το 1933 μέχρι το 1945 ο Χίτλερ εκτέλεσε 40.000 αντικαθεστωτικούς για να εξασφαλίσει την «κοινωνική ειρήνη». Με απλή αριθμητική αυτό σημαίνει ότι το καθεστώς εκτελούσε περίπου 280 αντιφρονούντες κάθε βδομάδα! Και αυτό χώρια από τις 25.000 εκτελέσεις φαντάρων στη διάρκεια του πολέμου, που καταδικάστηκαν σε θάνατο για «επίδειξη ηττοπάθειας».

Ο βομβαρδισμός πυκνοκατοικημένων πόλεων και των εργατογειτονιών έχει γίνει από την εποχή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ο κανόνας στις «μοντέρνες» πολεμικές αναμετρήσεις. Γιατί το αποτέλεσμα ενός σύγχρονου πολέμου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την βιομηχανική ικανότητα των αντιμαχόμενων κρατών: από την ικανότητά τους να παράγουν γρήγορα αρκετά όπλα και πολεμοφόδια, να τροφοδοτούν τις μονάδες με καύσιμα και τρόφιμα, να εξασφαλίζουν ανταλλακτικά για τα πλοία, τα τανκς και τα αεροπλάνα κλπ. Η καταστροφή της εργατικής τάξης, της δύναμης που παράγει όλα αυτά, είναι καθοριστικής σημασίας.

«Οι Ναζί ήταν οι πιονιέροι αυτής της νέας πολεμικής ταχτικής» γράφει ο Stefan Bornost, ο αρχισυντάκτης του περιοδικού Marx21. Ο Χίτλερ έστειλε ξανά και ξανά τα βομβαρδιστικά του όχι μόνο στο Λονδίνο αλλά και στο Κόβεντρυ, την καρδιά της αγγλικής αυτοκινητοβιομηχανίας την εποχή εκείνη. Οι Σύμμαχοι, όμως, ασπάστηκαν πρόθυμα αυτή την ταχτική: «Είναι σαφές», έλεγε ο Sir Charles Portal, αξιωματικός της βρετανικής αεροπορίας. «Ο στόχος πρέπει να είναι οι κατοικημένες περιοχές.»

Τα εγκλήματα των Συμμάχων δεν είχαν καμιά σχέση με τον αντιφασισμό. Ούτε η δικαιολόγηση τους έχει.