Πορτογαλία – Ισπανία – Ελλάδα: Η φλόγα την προηγούμενη φορά

Μέχρι πριν λίγο καιρό, ακουγόταν συχνά ότι η αντίσταση των εργατών στο σφαγείο των μνημονίων ήταν μια «ελληνική τρέλα». Πουθενά στην Ευρώπη, λέγανε τα κάθε λογής παπαγαλάκια, δεν γίνονται τέτοια πράγματα. Η Πορτογαλία προβαλλόταν ως υπόδειγμα συναινετικών θυσιών. Ο Σαμαράς θεωρούσε ότι οι «επιτυχίες» του Ραχόι δίνουν αέρα στα πανιά του.

Σήμερα, όλος ο «ευρωπαϊκός νότος» από τη Λισαβόνα και τη Μαδρίτη μέχρι την Αθήνα, μπαίνει σε μια τροχιά κοινωνικών και πολιτικών εκρήξεων. Δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται αυτό. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 η «κρίση των δικτατοριών» γέννησε μαζικές εξεγέρσεις και δυνατά εργατικά κινήματα, και στην περίπτωση της Πορτογαλίας μια επανάσταση, των «Γαρυφάλλων» -όπως έμεινε γνωστή- τον Απρίλη του 1974.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 αυτά τα καθεστώτα έμοιαζαν να είναι ακλόνητα. Η χούντα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα είχε επιβληθεί το 1967 και η δικτατορία πίστευε ότι είχε το περιθώριο να καθορίσει με τους όρους της την «φιλελευθεροποίηση» του καθεστώτος. Στην Ισπανία η φασιστική δικτατορία του Φράνκο κυβερνούσε από το τέλος της δεκαετίας του ’30.

Η Ισπανία ήταν μια χώρα που οι πολιτικοί κρατούμενοι εκτελούνταν διά στραγγαλισμού, οι Βάσκοι κι οι Καταλάνοι δεν είχαν δικαίωμα ούτε να μιλάνε την γλώσσα τους. Ο Φράνκο είχε κερδίσει στον εμφύλιο πόλεμο με τη βοήθεια του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Αλλά όταν τέλειωσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Δυτικοί Σύμμαχοι τον «υιοθέτησαν» ως αντικομουνιστικό προμαχώνα.

Το ίδιο ίσχυε και με την Πορτογαλία όπου ένα φασιστικό καθεστώς κυβερνούσε από το 1926. Ο Σαλαζάρ, ο ιδρυτής της δικτατορίας είχε πεθάνει, αλλά τη σκυτάλη την είχαν πάρει οι στρατηγοί. Ήταν η φτωχότερη χώρα της Ευρώπης, όμως διέθετε ακόμα αποικίες στην Αφρική και ο πόλεμος ενάντια στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα σε Αγκόλα, Μοζαμβίκη πρόσθετε ένα δυσβάστακτο βάρος σε αίμα και χρήμα.

Διαδρομές

Όμως, και τα τρία καθεστώτα άρχισαν να μπαίνουν σε μια βαθιά κρίση. Το κοινό στοιχείο ήταν η είσοδος στο προσκήνιο των «από κάτω», μαζικών κινημάτων των εργατών και της νεολαίας με κέντρο τα πανεπιστήμια. Οι διαδρομές ήταν διαφορετικές από χώρα σε χώρα. Όμως, τα πολιτικά διλήμματα και οι επιλογές που αντιμετώπισε το κίνημα και η Αριστερά είχαν επίσης κοινή βάση.

Στην Ελλάδα η εξέγερση των φοιτητών και των εργατών τον Νοέμβρη του 1973 στο Πολυτεχνείο ήταν η αρχή του τέλους της χούντας. Η εξέγερση μπορεί να πνίγηκε στο αίμα, όμως, από κει και πέρα η χούντα έχασε κάθε δυνατότητα να αξιοποιήσει τις γέφυρες που ετοίμαζε με τους αστούς πολιτικούς για μια «ομαλή μετάβαση» σε ένα αυταρχικό κοινοβουλευτικό καθεστώς που θα άφηνε σχεδόν ανέπαφη τη δύναμη των μηχανισμών της. Η κατάρρευσή της ήρθε το καλοκαίρι του 1974 όταν οργάνωσε το πραξικόπημα στην Κύπρο. Ο Ιωαννίδης και οι χασάπηδές του έλπιζαν ότι ένας «πατριωτικός πόλεμος» με την Τουρκία για την «ένωση με την μητέρα-πατρίδα» θα έδινε πνοή ζωής στη δικτατορία. Τελικά η επιστράτευση κατέρρευσε όταν οι αξιωματικοί κατάλαβαν ότι οι επιστρατευμένοι ήταν πιο πιθανό να στρέψουν τα όπλα ενάντια στη χούντα.

Αυτό που ακολούθησε ήταν το θυελλώδες κύμα των εργατικών αγώνων της «Μεταπολίτευσης». Στη διάρκεια αυτών των αγώνων χτίστηκαν τα συνδικάτα, τα κόμματα της αριστεράς, κατακτήθηκαν όλες οι δημοκρατικές ελευθερίες που σήμερα μπαίνουν στο στόχαστρο. Γι’ αυτό η άρχουσα τάξη και τα κάθε λογής παπαγαλάκια της βιάζονται κάθε τόσο να κηρύξουν το «τέλος της μεταπολίτευσης» και προσπαθούν με κάθε τρόπο να σβήσουν την μνήμη του επαναστατικού Νοέμβρη του 1973.

Στην Ισπανία ο συνδυασμός ήταν οι απεργίες και τα κινήματα των Βάσκων και των Καταλάνων. Το 1971 ξέσπασε μια σκληρή απεργία που συμβόλιζε όλες τις αλλαγές που είχαν συμβεί στην ισπανική κοινωνία. Ήταν ο αγώνας των εργατών στην αυτοκινητοβιομηχανία Μοτόρ Ιμπέρικα στην Παμπλόνα, πρωτεύουσα της επαρχίας της Ναβάρα. Το 1936 η αγροτική αυτή περιοχή είχε περάσει με ενθουσιασμό στο φασιστικό στρατόπεδο. Τριάντα χρόνια μετά, η εκβιομήχανιση της Ισπανίας είχε γεννήσει μια νέα εργατική τάξη που έμπαινε ορμητικά στο στίβο των οικονομικών και πολιτικών αγώνων.

Τους πρώτους έξι μήνες του 1974 περισσότεροι από ένα εκατομμύριο εργάτες κατέβηκαν σε απεργίες στην Ισπανία. Τον Γενάρη του 1975 δέκα χιλιάδες εργάτες απεργούσαν στο Μπιλμπάο της Χώρας των Βάσκων ενώ οι απεργίες απλώνονταν ακόμα και στα υπουργεία στη Μαδρίτη ενώ, πάλι, η Παμπλόνα συνταρασσόταν από μια γενική απεργία.

Όλοι αυτοί οι εργατικοί αγώνες ζωντάνευαν ξανά μορφές οργάνωσης που είχαν αναδειχτεί για πρώτη φορά στη δεκαετία του ’60. Εργατικές Επιτροπές, που εκλέγονταν σε μαζικές συνελεύσεις μέσα στα εργοστάσια και τον συντονισμό ανάμεσα στα εργοστάσια που απεργούσαν.

Το αποφασιστικό σημείο καμπής ήρθε τον Μάρτη του 1976. Η αστυνομία δολοφόνησε πέντε εργάτες στη Βιτόρια, μια βασκική πόλη που είχε παραλύσει από μια γενική απεργία. Η σφαγή πυροδότησε ένα γιγάντιο κύμα απεργιών συμπαράστασης και συγκρούσεων με την αστυνομία σε όλες τις μεγάλες πόλεις.

Στην Πορτογαλία η Επανάσταση των Γαρυφάλλων ξεκίνησε στις 25 Απρίλη 1974. Οι αξιωματικοί του Κινήματος Ενόπλων Δυνάμεων ανέτρεψαν την δικτατορία και οι μονάδες που τους ακολούθησαν έβαλαν κόκκινα γαρύφαλλα στα όπλα τους για να συμβολίσουν την αδελφοσύνη τους με τον κόσμο που βγήκε στους δρόμους.

Η ανατροπή της δικτατορίας δεν ήταν το τέλος της επανάστασης. Ένα τεράστιο κύμα για την «κάθαρση» από τα τσιράκια και τους πράκτορες της δικτατορίας σάρωσε γειτονιές, εργοστάσια, υπηρεσίες, εφημερίδες, ραδιοφωνικούς σταθμούς, τα πάντα. Η πολιτική μάχη έδωσε αυτοπεποίθηση στους εργάτες να παλεύουν για τα οικονομικά τους αιτήματα.

Εργατικές επιτροπές

Μέσα σε λίγους μήνες είχαν συγκροτηθεί περισσότερες από πέντε χιλιάδες εργατικές επιτροπές -οι Comissoes de Trabalhadores- οργανώθηκαν με μαζικές συνελεύσεις –plenarios- στους χώρους δουλειάς και τα μέλη τους ήταν άμεσα ανακλητά από τους συναδέλφους τους. Εκατοντάδες επιχειρήσεις που εγκατέλειψαν τα αφεντικά πέρασαν στον έλεγχο των εργατών.

Σε κάποιες περιπτώσεις ο εργατικός έλεγχος πήρε θεαματικές διαστάσεις. Οι δημοσιογράφοι και οι υπάλληλοι της εφημερίδας Ρεπούμπλικα κατέλαβαν τις εγκαταστάσεις, στη διάρκεια μιας οικονομικής απεργίας, και έθεσαν την εφημερίδα στη διάθεση των οργανώσεων του μαζικού κινήματος. Κάτι παρόμοιο έγινε και στην περίπτωση του ραδιοφωνικού σταθμού Ρενασένσα (της Καθολικής Εκκλησίας).

Το μεγάλο ναυπηγείο Λισνάβε στη Λισαβόνα έγινε το κέντρο του μαχητικού συντονισμού των εργοστασιακών επιτροπών που έμεινε γνωστός ως Inter-Empressas. Στις 7 Φλεβάρη 1975 πήραν την πρωτοβουλία για μια διαδήλωση ενάντια στην ανεργία. Το σύνθημα ήταν «Η ανεργία είναι το αναπόφευκτο προϊόν του καπιταλισμού. Γι’ αυτό οι εργάτες θα τον καταστρέψουν και θα χτίσουν μια άλλη κοινωνία».

Ένα ακόμα σύνθημα προστέθηκε την τελευταία στιγμή: «Έξω το ΝΑΤΟ». Το κέντρισμα το έδωσε η επίσκεψη του αμερικάνικου στόλου. Η κυβέρνηση προσπάθησε να εμποδίσει τη διαδήλωση να φτάσει στην αμερικάνικη πρεσβεία. Όμως, υπήρχε ένα πρόβλημα. Οι αλεξιπτωτιστές που έστειλε να φυλάνε την πρεσβεία και να εμποδίσουν τη διαδήλωση ήταν με τη μεριά των εργατών. Έστρεψαν τα πρόσωπα –και τα όπλα τους- προς την πρεσβεία και ένωσαν τις φωνές τους με εκείνες των διαδηλωτών.

Η τελευταία φορά που μονάδες του στρατού ενώθηκαν με απεργούς εργάτες που διαδήλωναν στην Ευρώπη ήταν τον Φλεβάρη του 1917 στην Πετρούπολη της Ρωσίας.

Κρίσιμο ρόλο στην ανάσχεση των κινημάτων και της ριζοσπαστικοποίησης έπαιξαν οι επιλογές των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Είτε στην Ισπανία είτε στην Ελλάδα ή την Πορτογαλία, επέμεναν ότι οι εργάτες και η νεολαία πρέπει να επιδείξουν ρεαλισμό και αυτοσυγκράτηση, να κλείσουν τα αυτιά στις «τυχοδιωκτικές» και «προβοκατόρικες» παραινέσεις των «αριστεριστών». Το επιχείρημα ήταν: πρώτα να στεριώσουμε την δημοκρατία και μετά μπορούμε να μιλήσουμε για τον σοσιαλισμό.

Το «στέριωμα της δημοκρατίας» σήμαινε ακόμα και συνεργασία με τις «μεταρρυθμιστικές» πτέρυγες των καθεστώτων που κατέρρεαν. Αυτό το δρόμο επέλεξε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας κι ο ηγέτης του ο Σαντιάγο Καρίγιο. Το κόμμα είχε υιοθετήσει τον «ευρωκομμουνισμό». Φάνταζε μια πιο ελκυστική εναλλακτική λύση στον αποστεωμένο σταλινισμό των Κομμουνιστικών Κομμάτων που έμεναν πιστά στην ΕΣΣΔ. Όμως, ο δρόμος του αποδείχτηκε καταστροφικός και για το κίνημα και για το ίδιο.

«Συμπεφωνημένη ρήξη»

Στις αρχές του 1977 ο Καρίγιο συναντήθηκε για οχτώ ώρες με τον Σοάρες, τον πρωθυπουργό της χούντας. Το αποτέλεσμα ήταν η υπόσχεση για τη νομιμοποίηση του κόμματος με αντάλλαγμα την αναγνώριση της μοναρχίας και την υποστήριξη μιας πολιτικής «κοινωνικού συμβολαίου». Ο νεαρός, τότε, βασιλιάς Χουάν Κάρλος είχε επιλεχθεί από τον ίδιο τον Φράνκο μερικά χρόνια πριν για να συνεχίσει το καθεστώς.

Ήταν η αποκορύφωση της πολιτικής της ‘ρουπτούρα πακτάδα’ της «συμπεφωνημένης ρήξης» που ακολουθούσε το κόμμα. Το ελληνικό αντίστοιχο ήταν η Εθνική Αντιδικτατορική Δημοκρατική Ενότητα με τα τμήματα της «φωτισμένης δεξιάς», δηλαδή τη ΝΔ του Καραμανλή, που προωθούσε η ηγεσία του πολύ μικρότερου ΚΚΕ Εσωτερικού στην Ελλάδα.

Όχι ότι τα «ορθόδοξα» Κομμουνιστικά Κόμματα, όπως της Πορτογαλίας ή το ΚΚΕ, είχαν τίποτα ριζικά διαφορετικό να προτείνουν. Και για τα δυο κόμματα η εργατική τάξη έπρεπε να υποτάξει τα ταξικά συμφέροντα και τη δυναμική των αγώνων της στα όρια του κοινοβουλευτικού δρόμου, να στηρίξουν τις ελπίδες τους στην κάλπη για μια κυβέρνηση της «νέας δημοκρατίας», «αντιμονοπωλιακή-αντιιμπεριαλιστική» -οι διατυπώσεις άλλαζαν από χώρα σε χώρα, η ουσία παρέμενε η ίδια.

Ένα αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η γιγάντωση της σοσιαλδημοκρατίας ακόμα και σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία που δεν υπήρχαν πριν σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Το πάλαι ποτέ κραταιό Ισπανικό ΚΚ άρχισε να μπαίνει για παράδειγμα από το 1977 σε μια πτωτική πορεία από εκλογές σε εκλογές που ενέτειναν την κρίση και τις διασπάσεις του.

Είναι σωστό ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Αλλά είναι επίσης σωστό ότι όποιος δεν βγάζει τα σωστά συμπεράσματα από αυτήν, είναι καταδικασμένος να επαναλαμβάνει

τα ίδια λάθη. Το κίνημα που φουντώνει σήμερα έχει να αντιμετωπίσει στρατηγικές επιλογές που συμπυκνώνονται στο «παλιό» δίλημμα μεταρρύθμιση ή επανάσταση; Η διαφορά με τις αρχές της δεκαετίες του ’70 είναι μια εργατική τάξη με πολλές περισσότερες πολιτικές εμπειρίες και μια επαναστατική αριστερά σε πολύ καλύτερη θέση να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που βάζει η κρίση του καπιταλισμού και το «αγρίεμα» της εργατικής αντίστασης.