Ρατσισμός και Ψυχική Υγεία

Η συνέπεια του στίγματος βρίσκει την αρχική της ώθηση στον τρόπο που αναλαμβάνει κάποιος να αντιμετωπίσει την πηγή του. Για δύο ολόκληρες δεκαετίες υπήρξαν πολλοί πρωταγωνιστές στο ζήτημα της οργάνωσης μιας λειτουργικής Ψυχικής Υγείας και στο πώς αυτή θα μπορούσε να αποτελεί βιώσιμο μοντέλο. Ήταν μια κατάσταση η οποία ξεκινούσε εκ του μηδενός με έκδηλες προθέσεις για μεταρρυθμίσεις κι αυτό διότι η βάση του προβλήματος πατούσε πάνω στον κοινωνικό αποκλεισμό και στους μύθους που κουβαλά μέχρι σήμερα η ψυχική νόσος.

Σε αυτό το σημείο όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε πώς οι όποιες -επιτυχείς αρχικά- προσπάθειες έγιναν, προήλθαν από πρωτοβουλίες ειδικών της ψυχικής υγείας. Το δεύτερο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι η όποια πολιτική ή κρατική βούληση υπήρξε, έγινε ελέω κοινωνικής κατακραυγής μετά την αποκάλυψη των συνθηκών στο ψυχιατρείο της Λέρου το 1991. Από τότε και μέχρι σήμερα παρόλη την σύσσωμη προσπάθεια ειδικών, εργαζομένων αλλά και εξυπηρετούμενων να κρατηθεί το επίπεδο των υπηρεσιών και των παροχών σε μια ισορροπία, βλέπουμε πως η πολιτεία δεν επέδειξε ποτέ το ανάλογο ουσιαστικό ενδιαφέρον για αυτές τις ευπαθείς ομάδες. Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν κατάφερε ποτέ να οικειοποιηθεί από το κράτος ή να νοηματοδοτηθεί με έναν τρόπο που θα εξέφραζε τον συλλογικό της χαρακτήρα.

Στο πέρασμα των τελευταίων δεκαετιών γίνεται πλέον αντιληπτό πώς η ψυχική υγεία δεν στηρίχτηκε ουσιαστικά σε μια καλά οργανωμένη πολιτική βούληση, με τη χρηματοδότηση της να παραμένει στις «γκρίζες ζώνες» των κρατικών προϋπολογισμών, σε Ευρωπαϊκά κοινοτικά πακέτα και σε όποια προγράμματα προτίθονταν οι εκάστοτε κυβερνήσεις να διαθέσουν. Όλο αυτό το μοντέλο ήταν μια ενέσιμη διαδικασία που άφηνε έκθετες πολλές υπηρεσίες και τμήματα, αφήνοντας έκθετους τους εξυπηρετούμενους οι οποίοι συχνά πρόκειται για άτομα που έχουν την ανάγκη θεραπευτικής σταθερότητας.

Η αντιμετώπιση του τωρινού Υπουργού Υγείας, κου Λυκουρέντζου, απέναντι στους αντιπρόσωπους του Δικτύου των εργαζομένων για την ψυχική υγεία την περασμένη εβδομάδα δείχνει να πατάει πάνω στην επανάληψη αυτού του μοντέλου ουσιαστικής αδιαφορίας και αναλωσιμότητας που χαρακτηρίζει την ελληνική πολιτική για την υγεία εδώ και δεκαετίες.

“Παραδώστε μας τις δομές”

Στην φράση του υπουργού: "εάν δεν μπορείτε να τα βγάλετε πέρα, παραδώστε μας τις δομές και θα δούμε τι θα κάνουμε" μπορεί να αναγνωρίσει κάποιος όχι απλώς την έλλειψη στοιχειώδους γνώσης και ενσυναίσθησης της κατάστασης που βρίσκονται ασθενείς και εργαζόμενοι αλλά και την ενεργοποίηση ενός φαύλου κύκλου που θέλει το κράτος να αντιμετωπίζει τους ψυχικά ασθενείς σαν μια κυλιόμενη πόρτα, την ίδια που έχει καταστήσει να είναι η ψυχική υγεία τα τελευταία χρόνια για χιλιάδες λήπτες.

Ταυτόχρονα αυτή η άρνηση να αναγνωρίσει το επείγον της κατάστασης συντονίζεται με ολόκληρη την πρόθεση των κυβερνόντων-εγχώριων και εξωτερικών- να στεγνώσουν τη χώρα από κάθε βασική παροχή σε εν ενεργεία και εν δυνάμει λήπτες, μεταθέτοντας την ευθύνη σε εργαζόμενους και διοικήσεις με σκοπό την σχάση.

Υπάρχουν πολλοί που δεν γνωρίζουν την κρίσιμη κατάσταση του εκμηδενισμού της ψυχικής υγείας, ούτε των άμεσων συνεπειών που αυτή θα φέρει και της οποίας το νόημα ίσως χάνεται στην αναζήτηση μιας οικονομικής επιβίωσης. Το ουσιαστικό ζήτημα όμως έγκειται στην ευκαιρία που έρχεται μέσα από τις ακραίες κινήσεις ενός απολυταρχισμού να καταφέρουμε να κατανοήσουμε πώς αυτό το κράτος συνεχίζει μέσα από μια επικάλυψη αναγκαίας παράδοσης να συντηρεί τον διαχωρισμό των ανθρώπων.

Στέλιος Μοίρας, κοινωνικός λειτουργός