Ιστορία: 80 χρόνια από τον Μαύρο Γενάρη του 1933

Ογδόντα χρόνια πριν, στις 30 Γενάρη του 1933, ο Αδόλφος Χίτλερ διοριζόταν Καγκελάριος από τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ με τη στήριξη των βιομήχανων, των μεγαλογαιοκτημόνων και του στρατού. Ήταν το γεγονός που οδήγησε στα «μαύρα μεσάνυχτα» της ιστορίας, στις ναζιστικές θηριωδίες κατά των Εβραίων και οποιουδήποτε δεν ταίριαζε στα πρότυπα της «άριας φυλής». Πώς όμως φτάσαμε σε αυτήν την «μαύρη» εξέλιξη σε μια χώρα που μόλις δέκα χρόνια πριν, το διάστημα 1918-23, αυτό που παιζόταν ήταν το στοίχημα μιας δεύτερης πετυχημένης σοσιαλιστικής επανάστασης μετά τη Ρωσία του 1917;

Μετά τα επαναστατικά ξεσπάσματα, η γερμανική κοινωνία φαινόταν να είχε μπει σε φάση ομαλοποίησης. Ο γερμανικός καπιταλισμός παρά το ότι πλήρωνε τεράστια ποσά για τις πολεμικές επανορθώσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που είχε επιβάλει η Συνθήκη των Βερσαλιών φαινόταν να διατηρεί την κοινωνική ειρήνη.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) που υποστήριζε ότι μπορεί να ελέγξει τον καπιταλισμό, να δώσει μεταρρυθμίσεις στους εργάτες χωρίς να βάζει την στρατηγική της επανάστασης φαινόταν να δικαιώνεται. Στις εκλογές του 1928 κατόρθωσε να συγκεντρώσει εννιά εκατομμύρια ψήφους. Η δύναμη του δεν ήταν μόνο εκλογική. Ο πυρήνας των δυνάμεων του ήταν οι συνδικαλισμένοι εργάτες. Είχε πάνω από ένα εκατομμύριο μέλη, δέκα χιλιάδες τοπικές οργανώσεις, ενώ καθοδηγούσε τα Ελεύθερα Συνδικάτα που συντόνιζαν πέντε εκατομμύρια εργάτες. Σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού με Καγκελάριο ένα από τα επιφανή στελέχη του, τον Χέρμαν Μίλερ.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD) δεν ήταν μικρή δύναμη, στις εκλογές του ’28 πήρε τρία εκατομμύρια ψήφους. Όμως, σε σχέση με το SPD είχε μόνο 130 χιλιάδες οργανωμένα μέλη, η πλειοψηφία των οποίων δεν βρίσκονταν στα συνδικάτα, ενώ πολλοί ήταν άνεργοι.

Από την άλλη μεριά, οι Ναζί στις εκλογές συγκέντρωσαν μόλις 2,6%, ο Χίτλερ φάνταζε ένας περιθωριοποιημένος παρανοϊκός που είχε στην πλάτη του το αποτυχημένο «πραξικόπημα της μπιραρίας» το 1923, για το οποίο φυλακίστηκε για μερικούς μήνες, αλλά αφέθηκε ελεύθερος.

Κραχ

Το γεγονός που διέλυσε αυτή την κατάσταση ήταν το Κραχ της Γουόλ Στριτ το 1929. Μέσα σε λίγους μήνες ό,τι έμοιαζε σταθερό, έγινε ένας βάλτος που ρουφούσε τεράστιες κοινωνικές μάζες προς την απόλυτη φτώχεια. Τα ξένα δάνεια σταμάτησαν να έρχονται, χιλιάδες εργοστάσια έκλεισαν, οι τιμές των αγροτικών προϊόντων κατρακυλούσαν οδηγώντας τους αγρότες στην εξαθλίωση. Στα μέσα του 1930 οι άνεργοι είχαν φτάσει ήδη τα τρία εκατομμύρια.

Η κυβέρνηση Μίλερ αποδείχτηκε πρακτικά ανίκανη να αντιμετωπίσει την κρίση. Κατέρρευσε το Μάρτη του 1930 αφού τα συνδικάτα αντιτάχθηκαν στην προσπάθειά της να φορτώσει στους εργάτες τις αυξήσεις στη φορολογία για τα επιδόματα ανεργίας. Την θέση του Καγκελάριου ανέλαβε ο δεξιός ηγέτης του Καθολικού Κόμματος του Κέντρου, Χάινριχ Μπρίνινγκ με υπόδειξη του Χίντενμπουργκ. Δεν κατάφερε να συγκεντρώσει όμως κοινοβουλευτική πλειοψηφία και κυβερνούσε με έκτακτα προεδρικά διατάγματα. Στο μεταξύ, οι Ναζί έδιναν όλες τους τις δυνάμεις για να αναδείξουν ζητήματα όπως την “εβραϊκή συνωμοσία εναντίον της Γερμανίας” προκειμένου να κερδίσουν τη δυσαρέσκεια στη δική τους κατεύθυνση .

Στις νέες εκλογές το Σεπτέμβρη, τα αποτελέσματα κατέγραψαν την τεράστια οργή, αλλά και την απελπισία του κόσμου. Το KPD ανέβασε τις ψήφους του κατά 40% από το 1928. Όμως, αυτή η άνοδος ήταν μικρή σε σχέση με την άνοδο των ψήφων των φασιστών. Το Ναζιστικό Κόμμα έγινε το δεύτερο μεγαλύτερο στο Ράιχσταγκ (τη γερμανική Βουλή) αφού είχε άνοδο 800% σε ψήφους, φτάνοντας τις 6.400.000.

Το SPD από εκεί και μετά έμεινε πιστό στη θεωρία του «μικρότερου κακού», προτιμούσε να δίνει ανοχή στον Μπρίνινγκ για να μην έρθει η άνοδος του Χίτλερ και καλλιεργούσε αυταπάτες για τους θεσμούς ότι όσο υπήρχε στη θέση του προέδρου κάποιος που “σεβόταν” το Σύνταγμα της Βαϊμάρης θα υπήρχε φραγμός στο ναζιστικό κίνδυνο.

Η ηγεσία του KPD υποτίμησε την άνοδο των Ναζί. Έχοντας στο τιμόνι τη θεωρία του «σοσιαλφασισμού», θεωρούσε ότι ο πραγματικός κίνδυνος ήταν το SPD, ενώ η επίσημη εκτίμηση του ήταν ότι η επιτυχία των Ναζί έφτασε στο απόγειο της - και από εκεί και μετά ερχόταν η σειρά των Κομμουνιστών.

Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καθόλου όπως προέβλεψαν οι σταλινικοί ηγέτες. Οι άνεργοι ανέβηκαν στα 4,3 εκατομμύρια το Σεπτέμβρη του 1931 και εκτοξεύτηκαν στα 6 εκατομμύρια στις αρχές του 1933.

Η απελπισία που μεγάλωνε και η αδράνεια των οργανώσεων της εργατικής τάξης έριχνε νερό στο μύλο των Ναζί, οι οποίοι προσπαθούσαν να κερδίσουν τη μάχη των δρόμων. Στις αρχές του 1932 η δύναμη των Ταγμάτων Εφόδου, των SA, είχε τετραπλασιαστεί από την προηγούμενη χρονιά και έφτανε τους 400 χιλιάδες. Εν τω μεταξύ η οικονομική στήριξη από τους καπιταλιστές όλο και μεγάλωνε.

Παρόλα αυτά ο Χίτλερ δεν είχε πλειοψηφία. Στις προεδρικές εκλογές συγκέντρωσε το 36,8% των ψήφων. Έμεινε πίσω από το Χίντενμπουργκ που στηριζόταν από τον Μπρίνιγκ, το SPD και τα Ελεύθερα Συνδικάτα που κέρδισε με 53%, ενώ ο Τέλμαν, ηγέτης του KPD πήρε 10%.

Η κυβέρνηση Μπρίνινγκ έπεσε στο τέλος του Μάη του ’32. Δύο ήταν οι βασικοί λόγοι. Από τη μία η προσπάθεια να απαγορεύσει τα SA και τα SS, κάτι με το οποίο διαφώνησε το γενικό επιτελείο στρατού με ηγέτη το στρατηγό Σλάιχερ και από την άλλη η απόσυρση της στήριξης των μεγαλογαιοκτημόνων («Γιούνκερς») αφού η κυβέρνηση επιχείρησε να κρατικοποιήσει τα αγροκτήματα τους λόγω χρεοκοπίας.

Τη θέση του Μπρίνινγκ πήρε ο συντηρητικός πολιτικός, Φραντς φον Πάπεν. Αναίρεσε την απαγόρευση των SA και με την επανεμφάνισή τους στους δρόμους των πόλεων ακολούθησαν μάχες με τη βάση του KPD και του SPD να δίνει το μήνυμα της σύγκρουσης με τους φασίστες.

Ο φον Πάπεν στο αποκορύφωμα αυτής της σύγκρουσης καθαίρεσε την σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του κρατιδίου της Πρωσίας στο Βερολίνο. Ομως η ηγεσία του SPD ευλαβικά πιστή στον κοινοβουλευτικό κρετινισμό δεν έβαλε σε κίνηση ούτε τα συνδικάτα, ούτε την πρωσική αστυνομία που υποτίθεται έλεγχε, ούτε τη Ραϊχσμπάνερ, τη δική του παραστρατιωτική οργάνωση. Το KPD παρόλο που κάλεσε σε Γενική Απεργία και 30 μέλη του σκοτώθηκαν σε οδομαχίες με τους Ναζί, δεν κατάφερε να ξεσηκώσει τους εργάτες, κυρίως λόγω των ανυπέρβλητων αδυναμιών του στα συνδικάτα και την προηγούμενη αποπροσανατολιστική πολιτική του. Πώς θα μπορούσαν να το ακολουθήσουν οι εργατικές μάζες στην υπεράσπιση μιας κυβέρνησης που είχε καταγγείλει ως «σοσιαλφασιστική»;

Τρότσκι

Ο Λέον Τρότσκι με τα πολύτιμα κείμενα του, αλλά με λιγοστές δυνάμεις στη Γερμανία προσπαθούσε να προσανατολίσει το Κομμουνιστικό Κόμμα. Το κείμενο του «Ο μόνος δρόμος» είναι η τελευταία του προειδοποίηση-κραυγή για να δημιουργηθεί ένα ενιαίο μέτωπο από τα εκατομμύρια εργάτες που επηρεάζονταν ακόμα από τη σοσιαλδημοκρατία και τους εκατοντάδες χιλιάδες Κομμουνιστές. Αυτή ήταν η μοναδική δύναμη που θα μπορούσε να συντρίψει τη ναζιστική απειλή και να δώσει σοσιαλιστική διέξοδο από την κρίση.

Στις εκλογές του Ιούλη που ακολούθησαν οι Ναζί πήραν το μεγαλύτερο ποσοστό τους σε ελεύθερες εκλογές. Συγκέντρωσαν 14 εκατομμύρια ψήφους, διπλάσιο νούμερο από τις προηγούμενες. Το KPD ανέβηκε αφού πήρε 600 χιλιάδες παραπάνω από τις προηγούμενες εκλογές, όσο έχασε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Όμως οι ηγεσίες και των δύο κομμάτων παρά το αποτέλεσμα συνέχισαν την αυτοκτονική τους πολιτική.

Στα τέλη του ’32 τα πράγματα για τον Χίτλερ δεν πήγαιναν όπως τα ήθελε. Στις εκλογές του Νοέμβρη έχασε δύο εκατομμύρια ψήφους και το Δεκέμβρη δεν ήταν αυτός που πήρε τη θέση του φον Πάπεν στην Καγκελαρία, αλλά ο στρατηγός Σλάιχερ.

Στο μικρό διάστημα μέχρι τις 30 Γενάρη τρία πράγματα καθόρισαν την αναρρίχηση του Χίτλερ: η επιμονή του να μη δεχτεί καμία από τις προτάσεις που του έγιναν για Αντικαγγελάριος σε συντηρητικές κυβερνήσεις συνασπισμού. Η τελική απόφαση των εκπροσώπων του μεγάλου κεφαλαίου να τον στηρίξουν. Και η συνεχιζόμενη αδράνεια του SPD και του ΚPD που πέταξαν και αυτήν την τελευταία ευκαιρία στα σκουπίδια.

Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία ο ναζιστικός τρόμος που ακολούθησε τσάκισε όχι μόνο το SPD και το KPD, αλλά οποιαδήποτε οργάνωση είχε σχέση με την εργατική τάξη και κάθε είδους ελευθερία.