70 χρόνια από τις 5 Μάρτη 1943 - Η Απεργία που γκρέμισε την Επιστράτευση

Στο τέλος Φλεβάρη, αρχές Μάρτη 1943 το εργατικό κίνημα σε Αθήνα-Πειραιά πέτυχε μια από τις πιο λαμπρές νίκες στην ιστορία του. Με απεργίες και διαδηλώσεις ακύρωσε την πολιτική επιστράτευση που είχαν ανακοινώσει οι φασιστικές αρχές κατοχής και στήριζε η δωσιλογική κυβέρνηση Λογοθετόπουλου. Η κορυφαία στιγμή αυτής της μάχης ήταν η διαδήλωση της Τετάρτης 5 Μάρτη.

Το εργατικό κίνημα είχε δεχτεί σκληρά, συντριπτικά πλήγματα από τη δικτατορία του Μεταξά, το καθεστώς που έπαιρνε ιδέες και σύμβολα από το γερμανικό και ιταλικό φασισμό, αλλά ήταν σύμμαχος των Βρετανών και των Γάλλων. Τα συνδικάτα είχαν γίνει παραρτήματα της δικτατορίας και οι αγωνιστές τους ήταν στις φυλακές και στις εξορίες. Στη συνέχεια, ο δεύτερος ιμπεριαλιστικός παγκόσμιος πόλεμος και η φασιστική κατοχή είχαν φέρει απίστευτη δυστυχία στις εργατογειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Ο κόσμος δεν περνούσε απλά άσχημα, πέθαινε κυριολεκτικά από την πείνα –εκείνον τον εφιαλτικό χειμώνα του 1941-42.

Οι «συσχετισμοί» δεν θα μπορούσε να ήταν περισσότερο «αρνητικοί», για να κάνουμε μια σύγκριση με τις σημερινές ανάλογες συζητήσεις. Κι όμως, αυτή η τάξη, δημιούργησε ένα κίνημα τόσο δυνατό και ριζοσπαστικό που δεν είναι σχήμα λόγου να περιγραφτεί ως «η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε».

Σήμερα που η κρίση του καπιταλισμού σκορπάει τη δυστυχία και το αποκρουστικό πρόσωπο του φασισμού κάνει ξανά την εμφάνισή του στις γειτονιές μας, αξίζει να θυμόμαστε και να μελετάμε εκείνη τη μεγάλη ταξική μάχη του 1943. Αν το εργατικό κίνημα τότε μπορούσε να τα κάνει αυτά, το σημερινό μπορεί να κάνει και «έφοδο στους ουρανούς» και αυτή τη φορά να τους κυριεύσει.



Στις 19 Φλεβάρη ο στρατηγός Βόλχελμ Σπάιντελ –στρατιωτικός διοικητής νοτίου Ελλάδας τότε- υπέγραψε το διάταγμα «περί υποχρεωτικής εργασίας του αστικού πληθυσμού της Ελλάδας». Το διάταγμα πρόβλεπε ότι «Έκαστος κάτοικος της Ελλάδος 16-45 ετών, υποχρεούται εάν το απαιτήσουν οι περιστάσεις να αναλάβει υποδεικνυόμενην προς αυτόν εργασία διά τας γερμανικάς και ιταλικάς υπηρεσίας. Οι άνδρες είναι υποχρεωμένοι να εργάζωνται έξω του τόπου της μονίμου κατοικίας, συγκροτημένοι εις συμβιωτικάς ομάδας στρατοπέδου».

Με άλλα λόγια, οι Ναζί «επέτασσαν» όλο τον ανδρικό πληθυσμό που μπορούσε να δουλέψει. Το Διάταγμα δεν ανέφερε ρητά ότι οι επιστρατευμένοι θα μεταφέρονταν μέχρι και τα εργοστάσια στην Γερμανία. Όμως, αυτή ήταν η γενική πεποίθηση. Η φασιστική κατοχή είχε ήδη βάλει όλες τις ελληνικές επιχειρήσεις να δουλεύουν για τις παραγγελίες της. Ήταν κανονικές εμπορικές συμφωνίες ανάμεσα στη Βέρμαχτ –ή τον ιταλικό στρατό- και τους έλληνες επιχειρηματίες που έκαναν χρυσές δουλειές. Ντόπιοι εργολάβοι αναλάμβαναν την κατασκευή οχυρωματικών και άλλων σχετικών έργων. Το παραπάνω βήμα, η επιστράτευση, είχε μόνο μια πιθανή εξήγηση: οι εργάτες θα γίνονταν σκλάβοι, είτε στην Ελλάδα είτε στην Γερμανία.

Οι φήμες για την επικείμενη υπογραφή του Διατάγματος κυκλοφορούσαν από τα τέλη του 1942. Στις 22 Δεκέμβρη έγινε η πρώτη μαζική διαδήλωση προς το υπουργείο Εργασίας που τότε βρίσκονταν στο κτίριο της οδού Μπουμπουλίνας πίσω από το Πολυτεχνείο. Μπροστά ήταν οι φοιτητές και οι εργάτες από τη Ν. Ιωνία (από τις υφαντουργίες και τα λιγνιτωρυχεία). Εκεί έπεσε ο πρώτος νεκρός από τις σφαίρες των Ιταλών Καραμπινιέρων.

«Πάγωμα»

Η επόμενη μεγάλη διαδήλωση έγινε στις 24 Φλεβάρη, μετά την επίσημη γνωστοποίηση του Διατάγματος. Υπολογίζεται ότι στο τέλος του Φλεβάρη περίπου 200.000 είχαν συμμετέχει στις διάφορες κινητοποιήσεις. Η κυβέρνηση Λογοθετόπουλου έντρομη ανακοίνωσε «πάγωμα» του Διατάγματος. Όμως, ο ελιγμός δεν εκτόνωσε την κατάσταση.

Η αποφασιστική μέρα ήταν η Τετάρτη 5 Μάρτη. Όπως γράφει ο Ιάσονας Χανδρινός στο βιβλίο του για τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ της Αθήνας, «Το Τιμωρό Χέρι του Λαού», «επαναλήφθηκε η μάχη της ασφάλτου». Δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές:

«Ξεχύθηκαν από τα σημεία προσυγκέντρωσης σε Πλατεία Κάνιγγος, Ομόνοια, Μοναστηράκι, Μητρόπολη και Εξάρχεια στην Πανεπιστημίου αντιμετωπίζοντας πραγματικά πυρά από Αστυνομία, Χωροφυλακή, Ιταλούς Καραμπινιέρους και Γερμανούς που είχαν διαταγή να εμποδίσουν την κίνηση του πλήθους προς το Υπουργείο Εργασίας. Σκληρές οδομαχίες, πετροπόλεμος και χειροβομβίδες συγκλόνισαν ξανά τους δρόμους γύρω από το Πολυτεχνείο κάνοντας τους πάντες να παρατηρήσουν με θαυμασμό πως ‘αυτή η νεολαία δε διαλύεται πια ούτε από άρματα μάχης’». (Αυτή τη τελευταία φράση την έγραψε στο Ημερολόγιό του ο συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς).

Ο Θόδωρος Τσερπές, που συμμετείχε στη διαδήλωση έχει αφήσει μια πολύ ζωντανή περιγραφή:

«Η διαδήλωση ήταν καλά οργανωμένη με την πείρα των προηγουμένων. Το συμπέρασμα ήταν ότι έπρεπε να ήταν συμπαγής στον όγκο της και διαρκώς κινουμένη κατά τις οδηγίες των τομεαρχών της. Έτσι γρήγορα ανασυντάχθηκε και ξεχύθηκε πάλι με τον ίδιο ενθουσιασμό και τάξη κατεβαίνοντας από τις οδούς Σταδίου, Πανεπιστημίου και Ακαδημίας. Εκεί ήταν κάτι το καταπληκτικό, όλα τα παράθυρα και τα μπαλκόνια γεμάτα συγκινημένο κόσμο που χειροκροτούσε και φώναζε "μπράβο, μπράβο". Πόσοι θα έκλαιγαν!

Κείνη τη στιγμή είχε ένα ψιλό κρύο κι έριχνε και χιονόνερο. Είχα κουραστεί και ρίχτηκα λίγο σ' ένα παγκάκι της πλατείας Κλαυθμώνος. Όταν σηκώθηκα πρόλαβα τους τελευταίους στην οδό Γλάδστωνος. Ένα τμήμα των Τραπεζιτικών της Τραπέζης Αθηνών ήταν η οπισθοφυλακή. Εκεί με είδε ο αδελφός μου ο Γιώργος. ‘Πώς βρέθηκες εδώ;’ μου είπε, ‘οι δικοί σου είναι τώρα στην οδό Στουρνάρα’. Διέσχισα τη διαδήλωση κι έφτασα ως εκεί. Εκεί η διαδήλωση είχε σταματήσει. Προσπαθούσε να μπει στην οδό Τοσίτσα για να φτάσει στο Υπουργείο Εργασίας. Έκανε διαρκώς εξορμήσεις, αλλά πάντα ξαναγύριζε στην οδό Στουρνάρα. Η οδός Τοσίτσα είχε τεράστιες φρουρές που πυροβολούσαν διαρκώς.

Οι οδηγοί με μεγάλον κόπο προσπαθούσαν να τραβήξουν τη διαδήλωση προς την οδό Πατησίων για να μην είναι σταματημένη. Δυστυχώς αυτό δεν κατορθώθηκε γιατί ένα μεγάλο τμήμα παρά τις φωνές των οδηγητών, το είχε βάλει πείσμα να κάνει προσπέλαση από τις παρόδους προς την οδό Τοσίτσα. Είχε αγριέψει και δεν κουμανταριζότανε. Έτσι η διαδήλωση έχασε την ευκινησία της. Για μια στιγμή μάλιστα παρουσίασε ένα κενό γύρω στα 100 μέτρα στην οδό Στουρνάρα. Τη στιγμή εκείνη το μεγάλο τμήμα που έμεινε πίσω υπέστη μια φοβερή επίθεση και κυκλώθηκε από ισχυρά αποσπάσματα Ιταλών που κατέφθασαν με καμιόνια. Οι Ιταλοί έριχναν από μακριά ριπές στο σωρό κι όλο προχωρούσαν τρέχοντας».

Μπήκαν στο Υπουργείο και έκαψαν τους φακέλους

Οι διαδηλωτές μπήκαν τελικά στο υπουργείο Εργασίας και έκαψαν τους φακέλους των ανέργων που θα είχαν προτεραιότητα στην επιστράτευση. Δεκατρείς νεκροί και 134 τραυματίες ήταν ο απολογισμός. Στην οδό Τοσίτσα υπάρχει σήμερα μια τιμητική πλακέτα για τους δολοφονημένους. Στις 10 Μάρτη η κυβέρνηση και οι αρχές Κατοχής ανακοινώνουν την απόσυρση του Διατάγματος.

Ήταν μια νίκη μοναδική για όλη την Ευρώπη. Πουθενά αλλού η επιστράτευση του εργατικού δυναμικού για τις ανάγκες της πολεμικής οικονομίας των ναζί δεν ακυρώθηκε με μια μεγάλη εργατική εξέγερση.

Η νικηφόρα μάχη κατά της επιστράτευσης δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Η αυτοπεποίθηση και η μαχητικότητα είχαν χτισθεί μέσα σε ένα χρόνο σκληρών απεργιακών μαχών στην Αθήνα. Την «αυλαία» είχαν ανοίξει τον Απρίλη του 1942 οι «Τριατατικοί» (τηλέγραφος, ταχυδρομεία, τηλέφωνα) όταν ένας συνάδελφος λιποθύμησε από την πείνα στο Κεντρικό Ταχυδρομείο. Ακολούθησε ένα απεργιακό κύμα οργανωμένο από το Εργατικό ΕΑΜ, που ξεκίνησε από τους Δημόσιους Υπαλλήλους για να επεκταθεί στον ιδιωτικό τομέα. Τα Πανεπιστήμια ήταν η άλλη οργανωμένη εστία του μαζικού κινήματος.

Το απεργιακό κίνημα θα συνεχιζόταν και τους επόμενους μήνες μέσα στο καυτό καλοκαίρι του 1943. Η απεργία των τραμβεγέρηδων (τραμ) τον Ιούνη και η σύλληψη της ηγεσίας τους προκάλεσε ένα από τα πιο περίεργα σαμποτάζ: το κάψιμο δεκάδων βαγονιών στο αμαξοστάσιο της Καλλιθέας.

Μαζικές και πολύνεκρες διαδηλώσεις έγιναν και τον Ιούλη όταν ανακοινώθηκε η επέκταση της βουλγάρικης ζώνης κατοχής στη Μακεδονία.

Όμως, το σκηνικό είχε αλλάξει στην Αθήνα. Τον Απρίλη οι ναζί κατακτητές διόρισαν τον Ιωάννη Ράλλη πρωθυπουργό. Η κυβέρνηση Ράλλη ανασυγκρότησε το μηχανισμό καταστολής και ίδρυσε τα Τάγματα Ασφαλείας. Όλη η «καλή κοινωνία» των Αθηνών έσπευσε να αγκαλιάσει τους Ταγματαλήτες, τους προγόνους των σημερινών καθαρμάτων της Χρυσής Αυγής.

Τους επόμενους μήνες οι χωροφύλακες, οι φασιστικές συμμορίες, οι ασφαλίτες της Ειδικής, οι «εύζωνοι» των Ταγμάτων προσπάθησαν να κάμψουν το κίνημα με ένα λουτρό αίματος στις προσφυγικές, εργατικές συνοικίες.


Και στην Ιταλία του Μουσολίνι

Την ίδια μέρα που οι εργάτες και η νεολαία της Αθήνας έδιναν την αποφασιστική μάχη ενάντια στην πολιτική επιστράτευση, οι εργάτες στο Τορίνο της Ιταλίας ξεκινούσαν την πρώτη απεργιακή μάχη μετά από είκοσι χρόνια φασιστικού τρόμου.

Με μια πρώτη ματιά, η προσπάθεια δεν ήταν και τόσο εντυπωσιακή ή ακόμα και πετυχημένη. Στη Fiat Mirafiori μερικές εκατοντάδες εργάτες παραπονέθηκαν έντονα για την ακρίβεια και για την καθυστέρηση στη καταβολή μισθών. Δεν έκαναν ακριβώς απεργία, αλλά αποφάσισαν να επιβραδύνουν τη δουλειά τους.

Η Fiat Mirafiori ήταν παγκοσμίου φήμης εργοστάσιο, το στολίδι του ιταλικού καπιταλισμού, με 20.000 εργάτες. Το τι γινόταν εκεί, έφτανε αμέσως στα γραφεία όχι μόνο του νομάρχη, αλλά και του ίδιου του Μουσολίνι.

Πιο πετυχημένη ήταν η απεργία στο κεντρικό εργοστάσιο της Rasetti, 800 εργάτες συμμετείχαν. Την επόμενη μέρα η απεργιακή δράση περιορίστηκε στο εργοστάσιο της Microtecnica. Τα αιτήματα ήταν αυστηρά οικονομικά: επίδομα για την ακρίβεια, αύξηση των μισθών (192 πληρωμένες ώρες τη βδομάδα).

Οι αγωνιστές των παράνομων αριστερών οργανώσεων, κυρίως, αλλά όχι μόνο, του Κομμουνιστικού Κόμματος ένιωσαν κάπως απογοητευμένοι. Στις εργατικές συνοικίες εντωμεταξύ το βράδυ του Σαββάτου και η Κυριακή ήταν μέρες που ζυγίστηκε η κατάσταση. Οι μικρές απεργίες δεν είχαν κερδίσει τίποτα, αλλά από την άλλη, το φασιστικό κράτος και η εργοδοσία δεν είχαν χτυπήσει. Μας παίρνει, ήταν το συμπέρασμα.

Από τη Δευτέρα 8 Μάρτη οι απεργίες απέκτησαν μορφή χιονοστιβάδας. Rasetti, Microtecnica, FIAT-Grandi Motori, Westinghouse, Officine Savigliano, Ferriere Piemontesi, Pirotecnica και τις επόμενες μέρες στις μονάδες Aeronautica, Nebbiolo, FIAT-Ricambi, FRIGE, FATIS, Concerie Riunite, Michelin, FIAT-Lingotto, Elettrochimico Mellini, Fautrero Legnami, Ambra, Capiamanto, Tubi Metallici, Lancia και άλλα.

Στις 11 Μαρτίου, οι εργάτες του γερμανικού εργοστασίου πυρομαχικών Kugellfabrik LIV στο Τορίνο, απείχαν από τη δουλειά και αποδοκίμασαν τους εκπροσώπους των φασιστικών συνδικάτων όταν προσπάθησαν να τους επαναφέρουν. Όταν μετά από λίγη ώρα 200 αστυνομικοί και Καραμπινιέροι επιτέθηκαν και προσπάθησαν να συλλάβουν τους αρχηγούς της «στάσης», οι απεργοί αντεπιτέθηκαν και τους έτρεψαν σε φυγή. Η απεργία κράτησε για μια ολόκληρη μέρα.

Οι απεργοί δεν βγήκαν στους δρόμους όπως οι σύντροφοί τους στην Αθήνα. Από ένα σημείο και μετά, η φασιστική αστυνομία κατάφερε να συλλάβει δεκάδες «υποκινητές». Όμως, πολλά από τα αιτήματα ικανοποιήθηκαν.

Σοκ

Για τον Μουσολίνι –ακόμα και για τον ίδιο τον Χίτλερ- οι απεργίες ήταν ένα σοκ. Για δεκαετίες εφάρμοζαν μια πολιτική που συνδύαζε την πιο άγρια καταστολή με προσπάθεια να εξαγοράσουν τμήματα της εργατικής τάξης, να την ενσωματώσουν στην «εθνική κοινότητα». Απέτυχαν.

Στην ναζιστική Γερμανία αυτή η αποτυχία άρχισε να αποκαλύπτεται μόνο μετά την οριστική ήττα στο πόλεμο. Όμως στην φασιστική Ιταλία το εργατικό κίνημα στο Βορρά, σε πόλεις όπως το Τορίνο, το Μιλάνο, η Γένοβα, θα έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στην Αντίσταση τα επόμενα δυο χρόνια. Όταν τον Απρίλη του 1945 οι παρτιζάνοι θα απελευθέρωναν το Τορίνο, στη Fiat Mirafiori κυμάτιζαν κόκκινες σημαίες και ο Βαλέτα, ο γενικός διευθυντής ήταν στην Ελβετία και παρακαλούσε τις συνδικαλιστικές ηγεσίες να αναλάβουν γιατί αν εμφανιζόταν ο ίδιος φοβόταν ότι οι εργάτες θα τον λιντσάριζαν.