70 χρόνια από τη διάλυση της Τρίτης Διεθνούς. Σχολείο και “πατρίδα” των επαναστατών

Στις 15 Μάη του 1943 η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς –της Κομιντέρν- ανακοίνωσε στα τμήματά της, τα Κομμουνιστικά Κόμματα των διαφόρων χωρών, την πρότασή της για αυτοδιάλυση της οργάνωσης. Μέχρι τον Ιούλη η διαδικασία είχε ολοκληρωθεί. Ο Στάλιν είχε πάρει την απόφαση και το μόνο που έμενε ήταν οι τυπικές εγκρίσεις.

Δύο, βασικά, ήταν οι αιτιολογήσεις. Ότι οι συνθήκες που αντιμετώπιζαν τα κόμματα στις χώρες τους διέφεραν αρκετά κι η οργανωτική μορφή της Διεθνούς γινόταν εμπόδιο στην παρέμβασή τους. Δεύτερο, ότι με την αυτοδιάλυση ενισχυόταν ο κοινός αγώνας των Συμμάχων ενάντια στον Χίτλερ. Στην πραγματικότητα, η διάλυση της Κομιντέρν ήταν μια κίνηση «καλής θέλησης» του Στάλιν προς τον Τσόρτσιλ και τον Ρούζβελτ, χωρίς πραγματικό κόστος. Γιατί η Κομιντέρν ήταν νεκρή, καιρό πριν την επίσημη κηδεία της.

Η Κομμουνιστική Διεθνής ιδρύθηκε τον Μάρτη του 1919. Η πρωτοβουλία ανήκε στο κόμμα των Μπολσεβίκων, που είχε οδηγήσει τα σοβιέτ στην κατάληψη της εξουσίας τον Οκτώβρη του 1917 στην Ρωσία. Για τους Μπολσεβίκους η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ρωσία ήταν ο προάγγελος της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Ο διεθνισμός ήταν στη καρδιά του προγράμματος της Ρώσικης Επανάστασης από την πρώτη στιγμή.

Η ανάγκη για την ίδρυση της Διεθνούς είχε φανεί με τον πιο σκληρό τρόπο όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς εγκατέλειψαν σε ένα βράδυ τις διεθνιστικές, αντιπολεμικές και επαναστατικές διακηρύξεις τους και έσπευσαν να ταχθούν το καθένα στο πλευρό της δικιά του άρχουσας τάξης. Γι’ αυτό το λόγο ο Λένιν από το 1915 ακόμα έγραφε «η Β’ Διεθνής είναι νεκρή, ζήτω η Γ’ Διεθνής!»

Οι επαναστάτες που δεν κυλίστηκαν στο βούρκο της συμμετοχής στο σφαγείο στο όνομα της «άμυνας της πατρίδας», αρχικά ήταν μια μικρή μειοψηφία. Οι εμπειρίες του πολέμου και κυρίως το παράδειγμα της Ρώσικης Επανάστασης, δημιούργησαν μαζικά ρεύματα ριζοσπαστικοποίησης στην εργατική τάξη σε όλες τις χώρες. Τον Νοέμβρη του 1918 η επανάσταση πέρασε από τη Ρωσία στην Γερμανία. Στο Δεύτερο Συνέδριό της Κομιντέρν, το καλοκαίρι του 1920 συμμετείχαν αντιπρόσωποι από εξήντα χώρες και από κόμματα που συσπείρωναν εκατοντάδες χιλιάδες μέλη.

Η Κομιντέρν έγινε εργαστήρι και σχολείο στρατηγικής και τακτικής για όλο αυτό το επαναστατικό ρεύμα.

Καταρχήν, έδωσε μια σαφή απάντηση στο δίλημμα μεταρρύθμιση ή επανάσταση. Από την αρχή, η Κομιντέρν ξεκαθάρισε ότι ο σοσιαλισμός δεν θα έρθει από τα κοινοβουλευτικά έδρανα και τα υπουργικά γραφεία, αλλά θα είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης που θα συντρίψει το αστικό κράτος και θα χτίσει τη δικιά της δημοκρατία, των εργατικών συμβουλίων. Αυτό ήταν το νόημα της φράσης «δικτατορία του προλεταριάτου» που υπάρχει στα κείμενά της.

Διεθνισμός

Το δεύτερο ξεκαθάρισμα αφορούσε τον διεθνισμό. Η Κομιντέρν χτίστηκε από αγωνιστές και ρεύματα που προέρχονταν είτε από τη παλιά σοσιαλδημοκρατία είτε από άλλες επαναστατικές τάσεις με κοινό σημείο ότι η τάξη είναι πάνω από το έθνος, ότι οι «προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα» ή όπως είχε πει η αδικοχαμένη Ρόζα Λούξεμπουργκ μερικά χρόνια πριν «Η Διεθνής είναι η πατρίδα μας». Για την προπολεμική σοσιαλδημοκρατία αυτά ήταν ωραία λόγια για τις κυριακάτικες ομιλίες των στελεχών. Για την Κομιντέρν ήταν όρος απαράβατος που έπρεπε να υλοποιείται στην πράξη.

Το 1920 το Δεύτερο Συνέδριο της Διεθνούς ενέκρινε τους περίφημους «21 όρους» για την εισδοχή κομμάτων στις τάξεις της. Ένας από αυτούς υποχρέωνε τα κόμματα-μέλη να υποστηρίξουν έμπρακτα κάθε κίνημα αποικιακού λαού ή καταπιεσμένης μειονότητας μέχρι και του αποχωρισμού από το κράτος «του». Το 1923, όταν τα Γαλλικά στρατεύματα κατέλαβαν την περιοχή του Ρουρ στη δυτική Γερμανία, το Γερμανικό κόμμα αρνήθηκε να στηρίξει την «εθνική αντίσταση» και κάλεσε τους εργάτες σε Γερμανία και Γαλλία να στραφούν ενάντια στις κυβερνήσεις τους.

Η ίδια η ανάγκη ύπαρξης ενός ξεχωριστού επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης ήταν η τρίτη στρατηγικού χαρακτήρα επιλογή που σημάδεψε τη γέννηση της Κομιντέρν. Η επανάσταση δεν ήταν «προνόμιο» της Ρωσίας. Ξέσπασε και στην Γερμανία, και στην Ουγγαρία, στην Ιταλία η εργατική τάξη έφτασε στα πρόθυρά της στη διάρκεια της «κόκκινης διετίας» του 1919-20. Όμως, πουθενά δεν υπήρξε ένα επαναστατικό κόμμα που να συσπειρώνει τμήματα των πρωτοπόρων αγωνιστών της τάξης, και με την εμπειρία της παρέμβασης στους αγώνες της πριν ξεσπάσει η επανάσταση. Αυτό έκανε τη διαφορά.

Η Κομμουνιστική Διεθνής επεδίωκε να μην είναι ένα απλό φόρουμ επαναστατών, αλλά το παγκόσμιο κόμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτό το αντανακλούσαν οι κανόνες λειτουργίας της και η δομή της. Ένα κόμμα και συγκεντρωτικό στη δράση –όσο το επέτρεπε ο διεθνής χαρακτήρας του- και δημοκρατικό στη συζήτηση. Η πλατιά συζήτηση και η ελεύθερη έκφραση των απόψεων και των διαφωνιών ήταν απαραίτητες γιατί τα νεαρά κομμουνιστικά κόμματα έπρεπε να προσανατολιστούν σε συνθήκες που άλλαζαν, διατηρώντας και τον επαναστατικό χαρακτήρα τους, αλλά και τη σχέση τους με την εργατική τάξη.

Αντιπαραθέσεις

Η συζήτηση και η αντιπαράθεση για τη συμμετοχή των κομμουνιστών στα συνδικάτα ή στις εκλογές για το αστικό κοινοβούλιο κυριάρχησε για παράδειγμα στο Δεύτερο Συνέδριο –γι’ αυτή την συζήτηση έγραψε ο Λένιν το κλασσικό βιβλίο «Αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού». Στο Τρίτο και το Τέταρτο Συνέδριο της Κομιντέρν, το 1921 και το 1922 αντίστοιχα, κυριάρχησε η συζήτηση για το Ενιαίο Μέτωπο.

Είναι μια συζήτηση που είναι πολύ χρήσιμη και για την επαναστατική αριστερά σήμερα. Τα συμπεράσματά της συμπυκνώνονται στη φράση του Λένιν «χτυπάμε μαζί, βαδίζουμε χωριστά». Τα επαναστατικά κόμματα πρέπει να πρωτοστατούν στη κοινή δράση όλης της εργατικής τάξης ακόμα και αν αυτό σημαίνει συνεργασίες με ρεφορμιστικές ηγεσίες και γραφειοκράτες που είναι πράκτορες της αστικής τάξης στις γραμμές του εργατικού κινήματος. Στην κοινή δράση, για τις οικονομικές και πολιτικές διεκδικήσεις, επαναστατικά κόμματα θα κερδίσουν τα πιο πρωτοπόρα τμήματα της τάξης στην προοπτική της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού.

Σε αυτά τα πρώτα χρόνια της δράσης της, που σχηματικά καλύπτουν τα τέσσερα πρώτα συνέδριά της, η Κομιντέρν κατάφερνε να δράσει σαν πυξίδα για τα νέα επαναστατικά κόμματα που διαμορφώνονταν μέσα από τις ταξικές μάχες σε όλο τον κόσμο.

Η κρίση και η παρακμή της ήταν άμεσα δεμένη με τις εξελίξεις στην Ρωσία και την άνοδο της γραφειοκρατίας που τελικά στραγγάλισε την επανάσταση. Κομβικό ζήτημα σε αυτή τη διαδικασία ήταν η θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα». Από την στιγμή που η σταλινική γραφειοκρατία υιοθέτησε αυτή τη θεωρία, η Κομιντέρν πήρε την κατηφόρα. Αν το «κριτήριο του διεθνισμού» ήταν πλέον η υποστήριξη της ΕΣΣΔ που «έχτιζε τον σοσιαλισμό», τότε η Κομιντέρν έχανε σιγά σιγά τον αρχικό χαρακτήρα της και μετατρεπόταν σε ένα παράρτημα του υπουργείου Εξωτερικών του Στάλιν. Ήταν μια πορεία γεμάτη από χαμένες ευκαιρίες και τραγικές ήττες: η Κινέζικη Επανάσταση του 1925-27 ξεχωρίζει σε αυτή την πρώτη περίοδο.

Κάθε ήττα δυνάμωνε την λαβή της γραφειοκρατίας στην Κομιντέρν και ετοίμαζε τις συνθήκες για την επόμενη. Το μεγαλύτερο τμήμα της, το Γερμανικό κόμμα, συντρίφτηκε άδοξα ακολουθώντας την πολιτική της «τρίτης περιόδου» που διακήρυττε ότι οι «σοσιαλφασίστες» (εννοώντας τους σοσιαλδημοκράτες) ήταν εξίσου, αν όχι περισσότερο, επικίνδυνοι από τους φασίστες του Χίτλερ και του Μουσολίνι.

Το τελευταίο, το Έβδομο, συνέδριο της Κομιντέρν πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1935, εφτά ολόκληρα χρόνια μετά το Έκτο (1928). Ήταν το συνέδριο που επικύρωσε τη στροφή στα Λαϊκά Μέτωπα και τις «αντιφασιστικές» συνεργασίες με τις «δημοκρατικές πτέρυγες» των καπιταλιστών. Αυτό ήταν ουσιαστικά και το τέλος της Κομιντέρν.

Ο Βρετανός ιστορικός Ε. Χ. Καρ έχει ονομάσει τη περίοδο ανάμεσα σε αυτά τα δυο συνέδρια «Το Λυκόφως της Κομιντέρν». Για τον Στάλιν πλέον ακόμα και το λυκόφως ήταν περιττό. Η Ρωσία είχε γίνει μια στρατιωτική και οικονομική υπερδύναμη που μπορούσε να παζαρεύει ισότιμα με τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις. Δεν χρειαζόταν μια οργάνωση που κάποτε προκαλούσε λύσσα στις άρχουσες τάξεις όλου του κόσμου και που μόνο το όνομα κι η ύπαρξή της θύμιζαν την προοπτική της παγκόσμιας επανάστασης του Λένιν και του Τρότσκι.