Ο Ρίτσος έγραψε αυτά τα ποιήματα μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα στην Αθήνα, απ’ την 1η του Μάρτη ως τις 21 του ίδιου μήνα. Η δεύτερη γραφή ολοκληρώθηκε τον επόμενο μήνα, απ’ τις 6-29 του Απρίλη στην Αθήνα και στον Κάλαμο απ’ τις 30 του Απρίλη ως την 1η Μάη του 1985.
Η είδηση ότι μετά από κάποια χρόνια ένα έργο του Ρίτσου βλέπει το φως της δημοσιότητας χαροποίησε ιδιαίτερα τους φίλους της ποίησης και όσους επιθυμούν η ποίηση να εκφράζει τις ανάγκες τις εποχής μας, για μια ποίηση που με σηκωμένη γροθιά θα δείχνει τον δρόμο προς την ελευθερία. Δυστυχώς το Υπερώον δεν κινείται σε αυτή την κατεύθυνση κι ίσως να απογοητεύσει τον αναγνώστη που θα περίμενε κάτι περισσότερο. Η γροθιά παραμένει πάντα σφιχτή αλλά το χέρι κατεβασμένο στο ύψος του χαρτιού να καταγράφει μια διαφορετική εικόνα, όχι απαισιόδοξη, ούτε όμως και χαρακτηριστική της διάθεσης του κόσμου εκείνη την περίοδο. Το φαινόμενο δεν είναι ανεξήγητο. Υπάρχουν διάφορες αιτίες που ο ποιητής επέλεξε αν όχι να στραφεί στον εαυτό του, το οποίο αποτελεί προσβολή για το αγωνιστικό ήθος του Γιάννη Ρίτσου, αλλά τουλάχιστον να αποτραβηχτεί στην άκρη και να γράψει περισσότερο ως ένας απόμαχος της ζωής και όχι ως ένας ενεργός αγωνιστής.
Η βασικότερη, ίσως, αιτία ήταν η έλλειψη οράματος από την πλευρά της επίσημης Αριστεράς, που θα μπορούσε να διαβάσει σωστά την διάθεση των εργαζομένων για να συνεχιστούν οι ρήξεις και οι ανατροπές που είχαν ξεκινήσει από το Πολυτεχνείο και να δώσει έμπνευση και στήριξη σε αυτούς τους αγώνες. Αντίθετα η ηγεσία του ΚΚΕ, με το σύνθημα «Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ» διεκδικούσε μερίδιο στην προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ για αλλαγές μέσω της επίσημης οδού, καλλιεργώντας την αυταπάτη του κοινοβουλευτικού δρόμου.
Ταύτιση
Ο Ρίτσος, δέσμιος στο άρμα τέτοιων αντιλήψεων και σε βαθειά ταύτιση με τις απόψεις του ΚΚΕ δεν έμεινε ανεπηρέαστος. Ήθελε να προχωρήσουν οι αγώνες για μια γνήσια κοινωνική αλλαγή αλλά βρίσκονταν εγκλωβισμένος ανάμεσα στη διάθεσή του και στα εμπόδια που έβαζαν οι ηγεσίες τις Αριστεράς.
Αυτό επηρέασε και τα ποιήματά του στο Υπερώον. Δεν ήταν λοιπόν, μόνο «η παρακμή της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής» και «οι προσδοκίες του λαού (που) είχαν διαψευστεί, χωρίς εκείνος να το συνειδητοποιεί» όπως γράφει ο Ριζοσπάστης σε σχετικό κείμενο αλλά και η ίδια η ρεφορμιστική Αριστερά που όπως και σήμερα, υποτιμούσε τις ανάγκες της περιόδου. Ο τίτλος της συλλογής προδιαθέτει για τον χαρακτήρα της ποίησης που θα διαβάσουμε, εφόσον υπερώο είναι ο εξώστης, σε χριστιανικούς ναούς ή σε μια αίθουσα θεάτρου. Αλλά ένα υπερώο έχει τη μοναδική ιδιότητα ότι ενώ βρίσκεται τόσο δίπλα στον κόσμο άλλο τόσο να παραμένει κρυφό από τα πολλά βλέμματα.
Έτσι ο ποιητής γράφει και καταγράφει τη δράση, την αγωνία των ανθρώπων, τη ζωή και τα συναισθήματα τους, συνδιαλέγεται με τα περασμένα, με τον θάνατο, την αγάπη και την κοινωνική αλλαγή αλλά απομονωμένος από τις διαθέσεις της κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Ρίτσος στρέφεται αποκλειστικά στον εαυτό του, ούτε ότι από ποιητής της Ρωμιοσύνης μετεξελίσσεται σε ποιητή της εσωτερικότητας. Επίσης, αυτό δεν σημαίνει ότι τα ποιήματα του Ρίτσου στο Υπερώον είναι γραμμένα κυρίως με μια υπαρξιακή οπτική γιατί στην ποίηση όπως και στη ζωή το υπαρξιακό είναι αξεχώριστο με το πολιτικό, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για την ανθρώπινη ζωή και ιστορία. Τέτοιες συντηρητικές απόψεις μειώνουν το έργο του ποιητή, ο οποίος όσες αντιφάσεις κι αν είχε, ποτέ δεν σταμάτησε να είναι δίπλα στον αγωνιζόμενο λαό μας.
Στην ουσία το Υπερώον, ένα λυρικό έργο με πολλά στοιχεία ενός θεατρικού μονόλογου, είναι ένα έργο που διεκδικεί την υπέρβαση του κι όχι μόνο να το διαβάσουμε απλά για να το φυλάξουμε αύριο στο ομορφότερο ράφι της βιβλιοθήκης μας. Να διεκδικούμε, για να υπάρχουμε, αλλά και να υπάρχουμε, για να διεκδικούμε, με συγκεκριμένους όρους και προοπτική, να ποια είναι η κραυγή, η μεγάλη αγωνία αυτού του βιβλίου. Ο Ρίτσος πιο ανθρώπινος από ποτέ, μας προσκαλεί να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το άφησε ο ίδιος. Θα αγνοήσουμε άραγε αυτή την πρόσκληση;
Ειρηναίος Μαράκης

