Στην επέτειο της δολοφονίας συνεχίζεται η δίκη Λουκμάν

Πρώτον, τη συγκάλυψη, που επιχειρήθηκε από την πρώτη στιγμή εκ μέρους της ΕΛ.ΑΣ, προκειμένου να πέσουν στα μαλακά οι δράστες. Και δεύτερον, την εκκωφαντική αντίθεση ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και το ήθος των γονιών του Σαχζάτ Λουκμάν και την εξευτελιστική αποτυχία εκ μέρους των μαρτύρων της υπεράσπισης να απεμπλακούν οι κατηγορούμενοι από τα ρατσιστικά κίνητρα.

Ξεκινώντας από το δεύτερο, συγκλονιστική ήταν η παρουσία των γονιών: «Ο γιος μου ήταν 27 ετών. Μας έστελνε χρήματα και από αυτά κάποια ήταν για το σπίτι μας, κάποια για να πληρώνουμε δάνεια που πήραμε για να ταξιδέψει εδώ στην Ελλάδα» κατέθεσε ο πατέρας Χαντίμ Χουσεϊν ο οποίος αρνήθηκε τα υποκριτικά συλλυπητήρια της υπεράσπισης που μόλις πριν λίγες βδομάδες δεν δίστασε να αμφισβητήσει την πατρότητα και τη δυνατότητά του να είναι πολιτική αγωγή στη δίκη.

«Ο Σαχζάτ ήρθε στην Ελλάδα και το ταξίδι διήρκεσε ένα μήνα και στοίχισε 6.000 ευρώ» συνέχισε. «Ο μηνιαίος μισθός στο Πακιστάν είναι περίπου 80 ευρώ. Ερχόμενος στην Αθήνα νόμιζα ότι θα αντιμετωπίσω ένα εχθρικό κλίμα, όμως βρήκα πολύ αγάπη. Να τους σβήσετε τους εθνικιστές, για να σταματήσουν οι επιθέσεις και να μένουν όλοι μαζί με αγάπη».

«Σκότωσαν το παιδί μου που πήγαινε για το ψωμί του και λένε και διάφορα ψέματα. Δεν θέλω να τους συγχωρήσω με τίποτα, μου έκοψαν την καρδιά μου» κατέθεσε η μητέρα Σουκράν Μπίμπι. «Μας έλεγε ότι δεν πάνε καλά τα πράγματα εδώ. Ότι δέρνουν, χτυπάνε και σκοτώνουν. Έλεγε ότι φοβάται πολύ. Του ζήτησα να γυρίσει πίσω, αλλά μου είπε ότι ήθελε να ξεπληρώσει το δάνειο που είχε πάρει. Τον σκότωσαν γιατί ήταν διαφορετικός, ήταν μετανάστης».

Από την άλλη, η λεγόμενη «αρραβωνιαστικιά» του ενός από τους κατηγορουμένους του Λιακόπουλου, απαντώντας στις ερωτήσεις παρουσίασε τον δράστη ξανά και ξανά σαν ένα άνθρωπο ψύχραιμο, που «δεν θα πιανόταν σε καβγά», ακριβώς το αντίθετο δηλαδή από αυτό που προσπαθεί να ισχυριστεί η υπεράσπιση, ότι δηλαδή το έγκλημα ήταν η κλιμάκωση ενός καυγά.

Ενώ κατέθεσε ότι «επειδή είναι ακατάστατος» του φτιάχνει τα ρούχα στο δωμάτιό του, παραδόξως ποτέ της δεν είδε το οπλοστάσιο με τα μαχαίρια, τα ρόπαλα και τα υλικά της Χρυσής Αυγής που βρέθηκαν από την αστυνομία στον ίδιο χώρο.

Ενώ ο δράστης λέει ότι έφερε συχνά μαχαίρι για την προστασία του, η ίδια είπε αρχικά ότι ποτέ δεν είχε αντιληφθεί να κουβαλάει μαχαίρι για να προσθέσει στη συνέχεια: «ε, δεν τα χρησιμοποιούσε και κάθε μέρα!». Σχετικά με τα παραπάνω, κατέθεσε επίσης ότι ο δράστης ποτέ δεν είχε πέσει θύμα κλοπής και όσον αφορά τη σχέση του με τη Χρυσή Αυγή, αφού αρχικά είπε ότι λόγω της αλβανικής της καταγωγής δεν θα μπορούσε να έχει σχέση με ένα ρατσιστή, αργότερα εν τη ρύμη του λόγου της είπε ότι στο παρελθόν είχε σχέση με χρυσαυγίτη.

Και όλα αυτά, χασκογελώντας και χωρίς έστω ούτε μια φορά να κοιτάξει τον «αρραβωνιαστικό» της, που κατά τα άλλα είχε να δει έναν ολόκληρο χρόνο επειδή ήταν στην φυλακή…


Αστυνομικοί σε ρόλο «υπεράσπισης»

«Στη δικάσιμο αυτή γίναμε μάρτυρες μια προσπάθειας που συστηματικά και μεθοδευμένα η αστυνομία από την ημέρα του εγκλήματος έκανε για να το υποβαθμίσει, να το παρουσιάσει σαν μια φιλονικία στο δρόμο και να του αφαιρέσει τον ρατσιστικό του χαρακτήρα» δήλωσε στο τέλος της δεύτερης μέρας ο ένας εκ των τριών συνηγόρων της πολιτικής αγωγής Κώστας Παπαδάκης.

«Εχουν κατασκευαστεί στα πρόσωπα των αστυνομικών μάρτυρες υπερασπίσεως, ουσιαστικά μάρτυρες, που χωρίς καμιά αρμοδιότητα μεταφέρουν συζητήσεις με τους κατηγορουμένους προτού καν συγκροτήσουν υπερασπιστική γραμμή προκειμένου να προλειάνουν το έδαφος ότι η ανθρωποκτονία διεξήχθη χωρίς να υπάρχει πρόθεση και «μετά από ένα καυγά». Κάτι που με τα δεδομένα της τότε περιόδου σημαίνει ότι θα ήταν δυσχερές αν όχι αδύνατο να ανακύψουν στοιχεία τα οποία θα οδηγούσαν στην αποκάλυψη των διασυνδέσεων των κατηγορουμένων με την Χ.Α .

Σας θυμίζω ότι ούτε άρση απορρήτων έγινε, ούτε περικύκλωση του τόπου για αναζήτηση γενετικού υλικού, ούτε έρευνα για την προέλευση των στιλέτων και των μαχαιριών που βρέθηκαν στην κατοχή τους, ούτε διερεύνηση άλλου περιστατικού της ζωής τους που θα μπορούσε να τους συνδέει. Ηταν η εποχή που όποιος κατήγγειλε ένα έγκλημα σαν χρυσαυγίτικο, βρισκόταν κατηγορούμενος ο ίδιος. Και αυτό φαίνεται από την στοργή και τη θαλπωρή με την οποία περιέβαλλε η αστυνομία τους δράστες, λίγες ώρες μετά την διάπραξη του εγκλήματος, διαμορφώνοντάς τους αυτήν την υπερασπιστική γραμμή που δεν αντέχει στην κρίση της κοινής λογικής».

Χαρακτηριστικά των μεθοδεύσεων, πέρα από τα προαναφερθέντα, της αστυνομίας είναι τα εξής γεγονότα:

Και οι τέσσερις αστυνομικοί της ομάδας Ζ που συνέλαβαν τον Στεργιόπουλο και τον Λιακόπουλο στο Σύνταγμα με τις ματωμένες πεταλούδες δεν τους ρώτησαν ποτέ αν ήταν αυτοί οι δράστες του εγκλήματος στα Πετράλωνα, έγκλημα για το οποίο μόλις είχαν πάρει σήμα! Δεν μπήκαν καν στον κόπο να κατάσχουν την άδεια οδήγησης και την άδεια της μηχανής, η οποία δεν είχε πινακίδα. Οι ίδιοι 'βεβαιώνουν' ότι κανείς από τους κατηγορούμενους δεν είχε πάνω του κινητό, όταν στην έρευνα στο σπίτι του Λιακόπουλου βρέθηκαν ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά εννέα κινητά.

Άλλαξαν κατάθεση

Επίσης, οι δύο αστυνομικοί της ομάδας Ζ, αυτοί που έφθασαν στον τόπο του εγκλήματος στα Πετράλωνα, άλλαξαν την αρχική τους κατάθεση, προσθέτοντας το περιστατικό με το ποδήλατο που κλείνει το δρόμο!

Τέλος, ο έβδομος και τελευταίος αστυνομικός που κατέθεσε σαν μάρτυρας εκ μέρους του τμήματος ανθρωποκτονιών, δεν ήταν ο «αρμόδιος» για την προανάκριση, αλλά όπως είπε χαρακτηριστικά ήταν «επί της υποδοχής», τάχα για να αποσπάσει την ομολογία πριν την κυρίως ανάκριση – μια ομολογία στην οποία είχαν προβεί ήδη οι δράστες πριν φθάσουν στο ανθρωποκτονιών.

Ετσι, στις ερωτήσεις των δικηγόρων, γιατί μετά την εύρεση των φυλλαδίων της Χ.Α και του οπλοστασίου, η υπηρεσία του δεν διέταξε έρευνα για ρατσιστικό έγκλημα ως όφειλε, γιατί δεν έκανε αναπαράσταση του εγκλήματος κλπ, εκείνος δήλωνε «αναρμόδιος», καθώς αυτός είχε άλλη υπόθεση και απλά έκανε την λεγόμενη «υποδοχή», ενώ την ανάκριση την έκαναν άλλοι!

Την ίδια στιγμή, ήταν αρκετά αρμόδιος ώστε να καταθέτει: «ο τρόπος που κινήθηκε ο αλλοδαπός ήταν απειλητικός», «πιστεύω ότι αυτό θα έκαναν οι δράστες ακόμα και αν το θύμα ήταν έλληνας», «οι δράστες φαίνονταν συντετριμμένοι» (όλες οι προηγούμενες καταθέσεις αυτόπτων και αστυνομικών λένε ότι ήταν ήρεμοι και χαλαροί) «ήταν ένας τσαμπουκάς των δρόμων» και «δεν διαφάνηκε ρατσιστικό κίνητρο».

Προκύπτει, εδώ εύλογα το ερώτημα πώς είναι δυνατόν σε μια τέτοια υπόθεση, ο μοναδικός μάρτυρας, εκ μέρους της υπηρεσίας ανθρωποκτονιών η οποία διεξήγε την πρώτη ανάκριση, να είναι «αναρμόδιος»; Κάπως έτσι κατέληξαν οι νεοναζί δράστες να είναι κατηγορούμενοι όχι για ρατσιστικό έγκλημα, αλλά «δια ασήμαντον αφορμήν».

«Το ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσει η ελληνική δικαιοσύνη είναι το εξής: Αν δεν είναι ρατσιστικό έγκλημα η δολοφονία ενός πακιστανού εργάτη που πηγαίνει στη δουλειά με 5 ευρώ και το φυλακτό που του έδωσε η μάνα του, από δύο μαυροφορεμένους μοτοσυκλετιστές, μαχαιροβγάλτες με στιλέτα πεταλούδες, με δεδομένο ότι στα σπίτια τους βρέθηκαν οπλοστάσια και φυλλάδια της Χ.Α, τότε τι είναι ρατσιστικό έγκλημα;» είπε ο έτερος συνήγορος πολιτικής αγωγής, Θανάσης Καμπαγιάννης.

Στην τρίτη μέρα της δίκης, στις 17 Γενάρη, το δικαστήριο αποφάσισε να προσκομιστούν όλα τα πειστήρια του εγκλήματος, το οπλοστάσιο και τα υλικά της Χ.Α που βρέθηκαν στο σπίτι του Λιακόπουλου.

Οσον αφορά, τέλος, στην απόφαση του συμβουλίου εφετών στις 22 Δεκέμβρη να μην προφυλακιστούν οι δράστες της δολοφονίας του Λουκμάν σαν μέλη της Χ.Α, ο Τάκης Ζώτος, επίσης συνήγορος πολιτικής αγωγής, τόνισε ότι «οι δολοφόνοι παραμένουν κατηγορούμενοι για τη συμμετοχή τους στην εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής. Κρίθηκε από τις εφέτες ανακρίτριες που έχουν υπόψη τους το σύνολο του ανακριτικού υλικού, ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις. Το συμβούλιο δεν είχε υπόψη του το σύνολο του ανακριτικού υλικού που είχαν οι ανακρίτριες».