“Λύκος” Σκορτσέζε...

Ο ταπεινής καταγωγής Μπέλφορντ χτύπησε στα 22 του την πόρτα του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης σε αναζήτηση του εύκολου χρήματος. Η «Μαύρη Δευτέρα» του 1987, το μίνι κραχ που κατέστρεψε κόσμο και κοσμάκη τον άφησε άνεργο αλλά μόνο προσωρινά. Άδραξε την επόμενη ευκαιρία, την αγοραπωλησία «ροζ χαρτιών», δηλαδή φθηνών μετοχών άγνωστων εταιριών, με ανύπαρκτο μέλλον για τους μικρο-μεσαίους επενδυτές και τεράστια κέρδη για τους μεσάζοντες, τους χρηματιστές.

Η άνοδός του υπήρξε εντυπωσιακή. Στα 26 του βρέθηκε επικεφαλής εταιρίας με 1000 εργαζόμενους, να κερδίζει σχεδόν 1 εκατομμύριο την ημέρα. Η ταινία μας ξεναγεί σε έναν κόσμο που κυριαρχούν η απληστία και τα παρελκόμενά της: Η πολυτελής ζωή (βίλες, κότερα, λιμουζίνες) συνοδευμένη από σεξ -συνήθως αγοραίο-, αλκοόλ, ναρκωτικά και έναν απίστευτο κυνισμό για αυτό το modus Vivendi. Ο ανερχόμενος, επιθετικός «λύκος της Wall street» θα βρεθεί στο στόχαστρο των κατεστημένων ανταγωνιστών του και του FBI. Θα υποπέσει στο λάθος που κάνουν οι πελάτες του με τη δική του καθοδήγηση: Αντί να αποχωρήσει με τα τεράστια κέρδη που έχει ήδη αποκομίσει, δε μπορεί να απαρνηθεί τη γλύκα του να διαχειρίζεται ο ίδιος τον κολοσσό που δημιούργησε. Όπως η κόκα και οι αμφεταμίνες που ρέουν άφθονες στα χρηματιστηριακά γραφεία και στα σώματα καλλίγραμμων γυναικών, το χρηματιστήριο έχει μετατραπεί σε εθισμό. Η πτώση δεν θα αργήσει να ‘ρθει και θα είναι επίσης εκκωφαντική. Ο Μπέλφορντ και οι συνεργάτες του χρεωκοπούν και καταλήγουν στη φυλακή (όχι για πολύ). Σήμερα, ο ίδιος παραδίδει μαθήματα πλουτισμού και επιβίωσης.

Ο Ιταλοαμερικανός δημιουργός από την αρχή της καριέρας του επανέρχεται σε ένα κεντρικό θέμα: Ένας (θετικός ή αρνητικός) ήρωας αναζητά την επιβίωση και –γιατί όχι;- μια θέση στο αμερικανικό όνειρο. Αυτή τη θεματική ακολουθεί σταθερά ο Σκορσέζε, αλλάζοντας τη θέση και το περιβάλλον του ήρωα. Από τους «Κακόφημους δρόμους» στο «Οργισμένο είδωλο», στα «Καλά παιδιά» κι από κει στο «Καζίνο», τις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης», τον «Ιπτάμενο κροίσο» και τόσες άλλες ταινίες, ο παραγωγός και σκηνοθέτης δεν λυπήθηκε κεφάλαια, ενέργεια και λαμπερά αστέρια και έχει πράγματι αποσπάσει σουρρεαλιστικές απεικονίσεις και φοβερές ερμηνείες χρησιμοποιώντας συχνά το εργαλείο της υπερβολής.

Από αυτή την άποψη, οι επιθέσεις που δέχτηκε ο «Λύκος της Wall street» από κάθε λογής συντηρητικούς στις ΗΠΑ και φιγούρες όπως η Λένα Διβάνη (στο protagon.gr) για την χρήση βωμολοχιών και σκηνών σεξ και βίας είναι τουλάχιστον υποκριτικές. Ο Σκορσέζε δεν ψεύδεται, ίσως υπερβάλλει (λιγάκι), αναζητώντας την ανθρώπινη, την ηθική εκδοχή για το αμερικανικό όνειρο όμως αυτό αποδεικνύεται όλο και πιο βρώμικο... Το πρόβλημα βρίσκεται στο ίδιο το όνειρο, όχι στην αναπαράστασή του, ούτε βέβαια στον κατεργάρη «Λύκο» που εκμεταλλεύεται την κρίση του...

και “Εραστές” Τζάρμους

Το σινεμά του Τζιμ Τζάρμους βρίσκεται στον αντίποδα του Σκορσέζε. Αν και Αμερικανός με ανατολικοευρωπαϊκές ρίζες, ο Τζάρμους υπήρξε πάντα ξένος με το αμερικανικό ιδεώδες, οι ταινίες του κυρίως ανεξάρτητες παραγωγές που γυρίζει με προσωπική δουλειά, άποψη και έλεγχο. Οι ήρωές του, κατά κανόνα περιθωριακοί και δυσλειτουργικοί, μοναχικοί και περιπλανώμενοι, ταξιδεύουν για το ίδιο το ταξίδι και όχι για να φτάσουν κάπου –τις πιο πολλές φορές δεν το κάνουν. Συνθέτουν την εικόνα μιας διαφορετικής Αμερικής που υπάρχει έξω από τον «κοινό νου» και το Χόλιγουντ, μιας κοινωνίας που αποκλείνει και ξεφεύγει από τα πρότυπα.

Η τελευταία του ταινία «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί» αφορά ένα ζευγάρι βαμπίρ, τον Αδάμ και την Εύα, που γνωρίζονται εδώ και 500 χρόνια. Πεντακόσια χρόνια ιστορίας της ανθρωπότητας έχουν μετατρέψει τον πλανήτη σε κόλαση. Ο ροκ καλλιτέχνης Αδάμ μένει στο Ντιτρόιτ της αποβιομηχάνισης και της παρακμής παρέα με τις κιθάρες, τις μουσικές και τις αναμνήσεις του. Η Εύα βρίσκεται στην Ταγγέρη, κρατά τις ισορροπίες της διαβάζοντας βιβλία και με τη συντροφιά του φαντάσματος του Κρίστοφερ Μάρλοου, ο οποίος την προμηθεύει με αγνό αίμα για την επιβίωση. Η επιβίωση γενικά είναι δύσκολη υπόθεση ακόμη και για τα ζόμπι, πόσο μάλλον που τα συγκεκριμένα είναι αγνά και ηθικά και δε θέλουν να σκοτώσουν κανέναν.

Μπροστά στο φάσμα της αυτοκτονικής κατάθλιψης του Αδάμ, οι εραστές επανασυνδέονται και σχολιάζουν την κατάντια του σύγχρονου κόσμου με μαύρο χιούμορ και (αυτο)σαρκασμό. Με αναφορές στα φωτισμένα μυαλά της ανθρώπινης ιστορίας (Ε.Α. Πόε, Μπάιρον, Κάφκα, Μπάστερ Κίτον, Δαρβίνο κ.α.) αλλά και στους «αποτυχημένους», όπως τον Νικολα Τέσλα τον οποίο κατάπιε κυριολεκτικά ο καπιταλισμός. Εδώ βρίσκεται το κερασάκι: Ο Τζάρμους αποτείει φόρο τιμής σ’όλους αυτούς που σημάδεψαν την εποχή τους, ακόμη κι αν τελικά είναι losers –χαμένοι. Γι’αυτόν, και για μας είναι οι αληθινοί ήρωες και θα είναι πάντα ζωντανοί.