Συνέντευξη με τον Γιάννη Οικονομίδη: «Όταν οι άνθρωποι δικαιώνουν την ανθρώπινή τους διάσταση, αυτό είναι ένα αισιόδοξο πράγμα»

- Παγκόσμια πρεμιέρα στο διαγωνιστικό τμήμα της 64ης Μπερλινάλε. Τι σήμαινε αυτό για εσένα και την ταινία;

Το Φεστιβάλ στο Βερολίνο ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία. Γιατί συναντάς τόσο το ξένο κοινό όσο και την ξένη κριτική. Το κοινό ενθουσιάστηκε με την ταινία, οι αίθουσες στις οποίες προβλήθηκε η ταινία κατά την διάρκεια του Φεστιβάλ με εισιτήριο ήταν κατάμεστες, ενώ έπεφτε και πολύ χειροκρότημα στο τέλος των προβολών της.

Η κριτική τώρα εμφανίστηκε διχασμένη όπως κι εδώ. Ένα 60% γούσταρε τρελά την ταινία με έρωτα και πάθος, ενώ το υπόλοιπο 40% μανουριάστηκε, όπως συμβαίνει άλλωστε με όλες μου τις ταινίες. Το σημαντικό για εμένα είναι ότι δεν περνάει αδιάφορη, ανοίγοντας την συζήτηση, που είναι ότι καλύτερο για έναν δημιουργό.

Οι ξένοι κριτικοί προσπάθησαν βέβαια να την διαβάσουν ως μια ελληνική ταινία εμμένοντας σχεδόν αυτιστικά στο προφανές, δηλαδή στην κρίση και πάλι στην κρίση. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και πιο σοβαροί άνθρωποι που διάβασαν την ταινία αλλιώς.

Το «Μικρό Ψάρι» δεν είναι μια ταινία για την κρίση. Εμπεριέχει την κρίση σ’ ένα επίπεδο, αυτό εννοείται, αλλά δεν είναι μια ταινία για την κρίση. Προσπαθούν δηλαδή να διαβάσουν την ταινία μέσα από την ελληνική πραγματικότητα, ενώ η ταινία είναι κάτι παραπάνω. Καθιστώντας αυτή τους την προσπάθεια μια εύκολη προσέγγιση.

- Τι είναι λοιπόν, η νέα σου αυτή ταινία;

Είναι μια αισιόδοξη ταινία, φωτεινή, λαμπερή, απαστράπτουσα. Γι’ αυτό και έγχρωμη μ’ ένα ιδιαίτερο χρώμα, φωτεινό, μεσογειακό, πλούσιο και ζωντανό.

Είναι μια ταινία που εκφράζει την αγάπη μου για το νουάρ. Κάτι που στην πραγματικότητα το έδειξα ήδη από την «Ψυχή στο Στόμα». Ειδικά στο μισό της κομμάτι που αναφέρεται στον υπόκοσμο, τους τοκογλύφους. Το ύφος αυτό εξελίχθηκε περισσότερο στην συνέχεια στον «Μαχαιροβγάλτη» και εδώ πλέον στο «Μικρό Ψάρι» είναι κυρίαρχο. Μια ταινία λοιπόν, που ανήκει στο είδος του σύγχρονου νουάρ όπως θα μπορούσαμε να το πούμε. Γιατί τα κινηματογραφικά «είδη» είναι μία πρόφαση για να μιλήσεις για ένα σωρό άλλα πράγματα. Λες δηλαδή μια ιστορία μ’ ένα τρόπο, αλλά μια ιστορία με πολλαπλά νοήματα και επίπεδα.

Έτσι αυτή μου η αγάπη «μοιραία» βγήκε σ’ αυτήν την ταινία και πολύ πιθανόν να «ξαναβγεί» και σε επόμενες. Γιατί τα φιλμ αυτού του είδους σου προσφέρουνε δύο πράγματα: Πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή με την έννοια των ακραίων καταστάσεων, μιας και διαπραγματεύονται την ζωή και τον θάνατο, καθώς και χαρακτήρες στα όρια.

Οπότε αρχίζεις και φτιάχνεις ένα σινεμά με χαρακτήρες βάθους, ψυχολογία, αρχετυπικά διακυβεύματα. Ζητήματα δηλαδή που απασχολούν την ανθρωπότητα από καταβολής κόσμου. Αγάπη, θάνατος, ζήλια, έρωτας, φθόνος, μίσος, προδοσία, φιλία, αυτοθυσία, ηθική. Όλα αυτά τα μεγάλα θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους και την δραματουργία και συναντούμε από τους αρχαίους τραγικούς, μέχρι τον Σαίξπηρ και τον Ντοστογιέφσκι. Και το είδος αυτό, εξαιτίας αυτού του κόσμου και αυτών των καταστάσεων στα προσφέρει περισσότερο απλόχερα. Συν το ότι η οπτικοποίηση όλου αυτού του πράγματος εμπεριέχει και μια ατμόσφαιρα.

Κι αλλού βέβαια μπορείς να τα βρεις -άλλωστε και με το «Σπιρτόκουτο» προσπάθησα πριν δώδεκα χρόνια να κάνω μια πολεμική ταινία μέσα σ’ ένα διαμέρισμα- απλά εδώ μπορείς να τα βρεις πιο εύκολα.

- Δεν πρωταγωνιστεί, αλλά υπάρχει η κρίση στην ταινία σου;

Υπάρχει η κρίση στην ταινία μου. Να σου θυμίσω την σκηνή στην αρτοβιοτεχνία, ή την οικογενειακή σκηνή με τον παππού. Υπάρχει από κάτω μια Ελλάδα σε παρακμή, σε πτώση, που σαπίζει. Κι όχι μόνο η Ελλάδα, ολόκληρη η «Δύση» όπως θα λέγαμε παλιότερα βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση. Πράγματα βέβαια, που τα βλέπαμε να έρχονται ήδη από το «Σπιρτόκουτο».

Βέβαια τώρα, που τα πράγματα έχουν αγριέψει απίστευτα για τους περισσότερους, ή και ακόμη χειρότερα για κομμάτια όπως εκείνα των μεταναστών, είναι αυτά που με κάνανε να προσθέσω σκηνές όπως αυτή στην αρτοβιοτεχνία. Ώστε να περιγράψω αυτό που γίνεται σήμερα: «της ζούγκλας το κάγκελο»… Που δέκα χρόνια πριν δεν είχα κάνει. Μιας και είναι πράγματα που είτε ο κόσμος τα βιώνει πλέον στην καθημερινότητά του, είτε έχει σίγουρα ακούσει/διαβάσει γι’ αυτά και άρα είναι πολύ ευκολότερο για μένα να τα εμπνευστώ και γι’ αυτόν να τα καταλάβει.

Παρόλα αυτά από όσο έχω δει, ο κόσμος για παράδειγμα ταυτίζεται με τον ήρωα που ενσαρκώνει ο Βαγγέλης Μουρίκης. Τα εμπόδια που καλείται να ξεπεράσει, οι επιλογές που κάνει, η ηθική του, οι αλλαγές στον χαρακτήρα του.

Η τελική του επιλογή είναι η ύστατή του προσπάθεια να σώσει την ψυχή του. Αυτό θέλαμε άλλωστε να αποδώσουμε. Να δημιουργήσουμε έναν ήρωα, ένα μικρό ψάρι με μεγάλη ψυχή. Ότι ακόμη και από ένα ανθρωπάκι βουτηγμένο μέσα στα σκατά, έναν σκοτεινό άνθρωπο, μπορεί να ανθίσει κάτι. Ότι έχει δηλαδή κι αυτός μια ελπίδα. Φτάνει να την διεκδικήσει, έστω και μια φορά στην ζωή του. Ακόμα κι επειδή φτάνει πλέον στο τελευταίο όριο των προσωπικών του αξιών.

Οπότε όταν ένας άνθρωπος δικαιώνει την ανθρώπινη του διάσταση, αυτό είναι ένα αισιόδοξο πράγμα.

Ο Γιάννης Οικονομίδης μίλησε στον Πάνο Κατσαχνιά


«Το Μικρό Ψάρι»

Μια αισιόδοξη ταινία από έναν δημιουργό που στις πρώτες τρείς ταινίες του σου πιανόταν η ψυχή; Κι όμως, ως τέτοια χαρακτηρίζει ο Γιάννης Οικονομίδης την νέα του ταινία που από τις 27 Μαρτίου παίζεται στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Διαλέγει να μας αφηγηθεί το τελευταίο επεισόδιο από την ζωή του Στράτου, μέσα από το αφηγηματικό βλέμμα της ταινίας που τον ακολουθεί. Έτσι ο κατά γενική ομολογία πολύ καλός ηθοποιός στον πρωταγωνιστικό αυτό ρόλο, Βαγγέλης Μουρίκης, ζει μια διπλή ζωή ως αρτεργάτης για τους πολλούς, αλλά και ως εκτελεστής για τον υπόκοσμο. Οι περισσότεροι τον θεωρούν μάλλον ηλίθιο, άβουλο και άπραγο, το κατεξοχήν δηλαδή, «θύμα».

Τόσο ο Στράτος, όσο και οι υπόλοιποι που τον πλαισιώνουν είναι σαν σκυλιά μαύρα. Μόνοι, ολομόναχοι, ακόμα κι όταν ζούνε μαζί με άλλους. Είτε από συμφέρον είτε από ανάγκη. Από τον τελευταίο τροχό της αμάξης, την μικρή κόρη των γειτόνων του Στράτου, μέχρι τον ίδιο και όλους τους ενδιάμεσους. Όλοι στο κυνήγι της επιβίωσης με κάθε κόστος. Κι επειδή η κρίση έχει μειώσει δραματικά την πίτα αυξάνοντας παράλληλα τον ανταγωνισμό, όσοι πλέον διεκδικούν μερίδιο από αυτήν, το κάνουν με αίμα. Είτε το δικό τους, είτε των άλλων.

Τροχοπέδη

Οι όποιες ηθικές αναστολές σ’ αυτή την κατάσταση μόνο τροχοπέδη μπορούν να αποτελέσουν. Όπως εξομολογείται ο κομίστας και σκιτσογράφος στην «Εφ.Συν.» Πέτρος Ζερβός (που παίρνει την ταινία και φεύγει…) ως Μάκης φίλος του Στράτου και αδερφός της Βίκυς (Βίκυ Παπαδοπούλου) την οποία βγάζει στο κλαρί: «Η Βίκυ κανονική δουλειά; Και να παίρνει τί; Όπως εσύ, τ’ αρχίδια σου;» ενώ τώρα «με κάθε βιζιτούλα (…) ζούμε κι εμείς με αξιοπρέπεια».

Κι όμως η τωρινή ταινία είναι όντως μια αισιόδοξη ταινία. Και όχι γιατί είναι έγχρωμη. Ούτε γιατί είναι άψογη ως προς την παραγωγή και το καστ της. Ούτε γιατί οι καλοί νικάνε στο τέλος. Περισσότερο μάλλον, γιατί δεν είναι μια «απαισιόδοξη» ταινία. Όπως οι προηγούμενες τρεις. Στις οποίες ο Οικονομίδης σφάλιζε με τόση μαεστρία τον «χώρο» που καταλάμβανε η χαρακτηριστική κινηματογραφική του αφήγηση, που ως θεατής πάθαινες ασφυξία.

Στην κόλαση

Στο «Ψυχή στο Στόμα» ο Τάκης του Ερρίκου Λίτση για δύο ώρες κατέβαινε χωρίς άλλη επιλογή στην κόλαση. Ενώ στο τέλος, η υπόθεση της κάθαρσης πεταγόταν σαν μπαλάκι στον θεατή λέγοντας του: «βλέπε για να μην πάθεις τα ίδια». Εδώ ο Στράτος είναι από επιλογή του στην κόλαση και προσπαθεί να «ισοφαρίσει» στις καθυστερήσεις προκαλώντας την κάθαρση. Μιας και όταν κάνει την επιλογή να σταματήσει, η ηρωική του έξοδος είναι προδιαγεγραμμένη, προκαλώντας την φυσική του εξόντωση από το ίδιο εκείνο σύστημα του οποίου ήταν γρανάζι.

Το «Μικρό Ψάρι» είναι ο ίδιος ο ήρωας. Τα μεγαλύτερα κινούνε τα νήματα στο μεγάλο ταμπλό, αλλά ο ίδιος διατηρεί το δικαίωμα της επιλογής στρατοπέδου. Έτσι αναπόφευκτα, ως κομμάτι ενός ευρύτερου συστήματος, το μικρό γραναζάκι μένει να αποφασίσει αν θα συμμετέχει γυρίζοντας και με ποια φορά: Δεξιά ή Αριστερά; Από την πλευρά δηλαδή που θα συμβάλει στο να μην αλλάξει τίποτα συνεχίζοντας να παράγεται απρόσκοπτα η αδικία ως έχει, ή από την αντίθετη που φέρνοντας κόντρα θα διαλύσει μπλοκάροντας τον μηχανισμό, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στην μικρούλα -ως μελλοντική γενιά- να χτίσει κάτι που θα είναι επιτέλους ανθρώπινο και θα μας χωράει όλους;

Πάνος Κατσαχνιάς