Με τις αγορεύσεις των δικηγόρων της Πολιτικής Αγωγής θα επανέλθει τη Δευτέρα 5 Γενάρη η δευτεροβάθμια δίκη της Χρυσής Αυγής μετά τη διακοπή των Χριστουγέννων. Η Πολιτική Αγωγή παίρνει τη σκυτάλη από την καταδικαστική εισαγγελική πρόταση και ανοίγει τη χρονιά κατά την οποία θα κριθεί αν η πρωτόδικη απόφαση θα γίνει αμετάκλητη.
Σχολιάζοντας την πρόταση της εισαγγελέως του Εφετείου, Κυριακής Στεφανάτου, που ολοκληρώθηκε στις 17 Δεκέμβρη μετά από τέσσερις μέρες αγόρευσης, ο συνήγορος των Αιγύπτιων αλιεργατών Κώστας Παπαδάκης έγραψε σε ανάρτησή του: «Αποτελεί ρεκόρ διάρκειας στα ελληνικά δικαστικά χρονικά, καθώς δεν γνωρίζω να έχει υπάρξει εισαγγελική αγόρευση που διήρκεσε περισσότερο. Αυτό όμως που την χαρακτήρισε ήταν η πληρότητά της, η πολλαπλή αξιοποίηση του αποδεικτικού υλικού, η απόδειξη όλων των αξιόποινων πράξεων, η αποδόμηση των ψεμάτων της υπεράσπισης και του μύθου της πολιτικής δίωξης και η πλήρης αποδοκιμασία στις εγκληματικές πράξεις της Χρυσής Αυγής.
Ήταν προϊόν πολύχρονης μεθοδικής δραστηριότητας που προφανώς δεν διήρκεσε μόνο τον ένα μήνα της προετοιμασίας της, αλλά σε όλη την διάρκεια της δίκης που ξεκίνησε στις 15.6.2022, με εμφανή προετοιμασία ανά υπόθεση, ανά περιστατικό και ανά πρόσωπο, με διασταυρωμένα στοιχεία και κυρίως με τη χρήση δικών τους αποδεικτικών στοιχείων που δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ (ψηφιακά, έγγραφα, φωτογραφίες, ηχογραφημένες συνομιλίες, δηλώσεις, βίντεο). Κατέληξε στην πρόταση ενοχής όλων των –42 εναπομεινάντων– κατηγορουμένων για όλες τις πράξεις που καταδικάστηκαν πρωτόδικα, εκτός φυσικά από τα πλημμελήματα που έχουν παραγραφεί».
Πράγματι, η εισαγγελική πρόταση ξεχώρισε για την τεκμηρίωσή της από την αρχή μέχρι το τέλος. Έχοντας τις δύο πρώτες μέρες αναφερθεί εκτενώς στα στοιχεία που συνέθεταν την εγκληματική οργάνωση καθώς και στις δεκάδες βίαιες επιθέσεις που έγιναν στο πλαίσιό της από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι το 2013 καλυμμένες πίσω από τον μανδύα του νόμιμου πολιτικού κόμματος (βλέπε προηγούμενο φύλλο της Εργατικής Αλληλεγγύης), η εισαγγελέας εξάντλησε την τρίτη και τέταρτη μέρα της αγόρευσής της (198η και 199η δικάσιμος) με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και με την ανάδειξη του ρόλου καθενός εκ των κατηγορουμένων καταλήγοντας στον Μιχαλολιάκο.
Τη δολοφονία Φύσσα από το τάγμα εφόδου της Νίκαιας η εισαγγελέας την έκανε “πενηνταράκια”. Καταρχάς έδωσε μια πολύ αναλυτική εικόνα της τοπικής οργάνωσης της ΧΑ μέχρι τότε, του τρόπου συγκρότησης, εκπαίδευσης και δράσης της. «Πυρηνάρχης ήταν ο Γ. Πατέλης και διοικούσε με στρατιωτική πειθαρχία ... διοργάνωνε παρελάσεις, ως στρατιωτικό σώμα, με ρούχα παραλλαγής και υπό τον ήχο στρατιωτικών παραγγελμάτων ... και μηχανοκίνητες πορείες, κυρίως έξω από καταστήματα αλλοδαπών, για να επιδείξουν την ισχύ τους και να προκαλέσουν το φόβο», είπε χαρακτηριστικά, αναφέροντας και μια σειρά επιθέσεις που προετοίμαζαν το έδαφος και οι οποίες έφτασαν στη δίκη από θύματα και μάρτυρες, όπως η Κατερίνα Θωίδου, δημοτική σύμβουλος Νίκαιας-Ρέντη.
Παύλος Φύσσας
Στη συνέχεια μίλησε για την προσωπικότητα του Παύλου Φύσσα και τη στοχοποίησή του από τα μέλη της ναζιστικής οργάνωσης. «Ιδιαίτερα φιλικό άτομο, ηγετική φυσιογνωμία και ιδιαίτερα προστατευτικός ... με ακτιβιστική δράση, τύπωνε μόνος του αφίσες και διοργάνωνε το μουσικό φεστιβάλ rap monsters ... τα έσοδα των οποίων συναυλιών διέθετε για άπορους και άστεγους συνανθρώπους του», είπε.
«Όπως κατέθεσε η μάρτυρας Αικατερίνη Θωίδου, ήταν πολύ γνωστός στη νεολαία της Νίκαιας, είχε δώσει συναυλίες σε πλατείες, όπως χαρακτηριστικά το καλοκαίρι του 2011 στην πλατεία Αϊ Γιώργη Κορυδαλλού, είχε το συγκρότημα Ε13 με το οποίο είχαν τραγουδήσει σε φεστιβάλ της Αντιναζιστικής Πρωτοβουλίας Πειραιά το καλοκαίρι του 2012, ήταν πολύ αγαπητός γιατί οι νέοι τον θεωρούσαν έναν από αυτούς», συνέχισε η εισαγγελέας, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στο τραγούδι του «Γάμα τους» με τους στίχους «... γαμώ το φασισμό μου, πουτάνας γέννα, γαμιέται κάθε είδους φασίστας ... γάμα τους πάτα τους κατούρα τους στα μούτρα και γάμα τους τη φάρα τους» ως ένα από αυτά που σίγουρα τον έκαναν στόχο.
«Θα πρέπει επίσης να θυμηθούμε ότι είμαστε ήδη στη φάση της κλιμάκωσης της βίας», τόνισε επιπλέον η εισαγγελέας για την περίοδο εκείνη, αναδεικνύοντας τη στρατηγική της εγκληματικής οργάνωσης, την τρομοκρατία που προσπαθούσε να επιβάλλει, καθώς και τα κριτήρια επιλογής των θυμάτων της, όχι τα εμβληματικά επώνυμα προσώπα αλλά τα ανώνυμα όπως ο Φύσσας, «ένας αντιφασίστας μεταξύ άλλων που είχε τις προδιαγραφές του στόχου».
Έχοντας έτσι δώσει καθαρά το υπόβαθρο, έκανε μια λεπτομερέστατη περιγραφή της δολοφονικής επίθεσης, από την ώρα που οι χρυσαυγίτες εντόπισαν τον στόχο τους, ενεργοποιήθηκε ο εγκληματικός μηχανισμός, δόθηκε η εντολή από τον Λαγό και στη συνέχεια από τον Πατέλη μέχρι τη στιγμή που συγκροτήθηκε αστραπιαία το τάγμα εφόδου, μετέβη στο σημείο και εκτέλεσε εν ψυχρώ και με πολύ οργανωμένο τρόπο το έγκλημα.
Για κακή τύχη των χρυσαυγιτών, «το ότι μπορεί να μαχαιρώσεις κάποιον στην καρδιά και αυτός να συνεχίζει να μιλάει, να είναι όρθιος επί 2 σχεδόν λεπτά και να έχει τις αισθήσεις του, αυτό δεν το περίμεναν οι κατηγορούμενοι», είπε η εισαγγελέας, μπαίνοντας με καθηλωτικό τρόπο στα τελευταία λεπτά ζωής του Φύσσα: «Είναι πράγματι συγκλονιστικό, ενώ το θύμα είχε αγωνία για τη ζωή του, γνώριζε ότι ήταν θέμα χρόνου ο θάνατός του, ενώ έχει μαχαιρωθεί σε δημόσια θέα, εντούτοις αυτή την τραγική ώρα, αντί να ασχολείται με τον εαυτό του, έχοντας την επιθανάτια αγωνία ότι ο δολοφόνος του θα μείνει ατιμώρητος, έπρεπε να ασχοληθεί με τη σύλληψή του, να αναγκαστεί να σηκώσει την μπλούζα του, να δείξει τα τραύματά του. Την εξιχνίαση της δολοφονίας του την επιτέλεσε μόνος του ο Παύλος Φύσσας».
Μιχαλολιάκος - «Μετρ της συγκάλυψης»
Η εισαγγελέας έκλεισε αυτό το κεφάλαιο, προβάλλοντας τη δράση και το ρόλο κάθε μέλους του τάγματος εφόδου ξεχωριστά και αναδεικνύοντας την τεράστια επιχείρηση συγκάλυψης που ακολούθησε από την ηγεσία χαρακτηρίζοντας τον Μιχαλολιάκο «μετρ της συγκάλυψης». Και συγκεντρώνοντας τη μέχρι τότε αγόρευσή της πριν περάσει στους υπόλοιπους κατηγορούμενους, είπε:
«Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η Χρυσή Αυγή είναι μία εγκληματική οργάνωση με εθνικοσοσιαλιστική, ναζιστική ιδεολογία, με στρατιωτική ιεραρχία, δομή και πειθαρχία, μια οργάνωση που όχι μόνο ασπάζεται τον εθνικοσοσιαλισμό αλλά συγκροτήθηκε από την πρώτη στιγμή ως τέτοια και ως τέτοια παρέμεινε ... στα πλαίσια και για την εφαρμογή των καταστατικών αρχών και σκοπών της, οργάνωσε, σχεδίασε και πραγματοποίησε διαχρονικά δεκάδες αξιόποινες πράξεις, μεταξύ των οποίων τουλάχιστον δύο δολοφονίες και τουλάχιστον τέσσερις απόπειρες».
Αξιοσημείωτες ήταν και οι -τουλάχιστον δύο- αναφορές της στο κίνημα που ξέσπασε μετά τη δολοφονία Φύσσα και τον ρόλο του στην άσκηση της ποινικής δίωξης, λέγοντας πως «πράγματι υπήρξαν τότε σε όλη την Ελλάδα κινητοποιήσεις και αντιδράσεις και αυτό θα οδηγούσε ενδεχομένως σε απρόβλεπτες καταστάσεις», αλλά και ότι «η δολοφονία του Π. Φύσσα συντάραξε το πανελλήνιο και προκάλεσε παλλαϊκή οργή».
Η αγόρευση κορυφώθηκε όταν πια η εισαγγελέας περιέλαβε τους πρώην βουλευτές και τους διευθυντές της εγκληματικής οργάνωσης. Με στοιχεία και ντοκουμέντα, όπως σε όλη τη διάρκεια της πρότασής της, εξειδίκευσε για κάθε έναν τη συμμετοχή του. Για τους μεν πρώτους (Χ.Αλεξόπουλο, Μ.Αρβανίτη, Α.Γρέγο, Ε.Ζαρούλια, Π.Ζησιμόπουλο, Π.Ηλιόπουλο, Ν.Κούζηλο, Δ.Κουκούτση, Ν.Μίχο, Κ.Μπαρμπαρούση και Ε.Μπούκουρα) τόνισε ότι «γνώριζαν», «έδιναν εντολές», «ενέκριναν» και «επιβράβευαν», «ο καθένας ξεχωριστά και σύσσωμοι ως ηγεσία», την εγκληματική δράση των ταγμάτων εφόδου.
Για τους δε διευθυντές (Γ.Γερμενή, Η.Κασιδιάρη, Ι.Λαγό, Α.Ματθαιόπουλο, Η.Παναγιώταρο και Χ.Παππά) υπογράμμισε ότι, πιστοί στον Αρχηγό, «μετείχαν στη λήψη των σοβαρών και κρίσιμων αποφάσεων», «διηύθυναν, καθοδηγούσαν, κατηύθυναν και με καθετοποιημένες εντολές καθόριζαν το πλαίσιο των δράσεων», «ήλεγχαν την υλοποίηση» και «πληροφορούντο λεπτομερέστατα για όλες τις εγκληματικές ενέργειες», «υποδαύλιζαν, παρότρυναν και ενίσχυαν την πολιτική της βίας και της επιθετικότητας», «ασχολούντο με την σκληρή στρατιωτική εκπαίδευση των μελών», «παρίσταντο και οι ίδιοι στο πεδίο της επιχειρησιακής δράσης».
Αφήνοντας τελευταίο τον Μιχαλολιάκο, η εισαγγελέας χαρακτήρισε τον αρχηγό της ΧΑ «αδιαμφισβήτητο ηγέτη με πλήρεις, απόλυτες και καθολικές εξουσίες στο γενικό σχεδιασμό της δράσης της οργάνωσης σε κεντρικό επίπεδο αλλά και στη διεύθυνση και καθοδήγηση των τοπικών παραρτημάτων της», ο οποίος «είχε τον πλήρη έλεγχο και γνώση όσων συνέβαιναν στους κόλπους της».
Έφερε όλες τις εμετικές δηλώσεις και ομιλίες του μέσα από τις οποίες «διακήρυττε δημόσια και επανειλλημένα τον ιδεολογικό ναζιστικό προσανατολισμό του ιδίου και του κόμματός του, την απαξίωσή του για το πολίτευμα της χώρας και την βουλευτική ιδιότητα, τον πολιτικό του στόχο που ήταν η ταύτιση Κόμματος-Κράτους και η δημιουργία μιας πολιτείας φυλετικής καθαρότητας». Ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στη «διπλή γλώσσα» που χρησιμοποιούσε ανάλογα με το ακροατήριο, «συνεπής στις “20 αρχές της προπαγάνδας” του Γκαίμπελς, κείμενο που βρέθηκε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του».
Έτσι κατέληξε στη φράση «Ζητώ την ενοχή τους όπως πρωτοδίκως».
Η δίκη είναι προγραμματισμένο να συνεχιστεί όλες τις εργάσιμες μέρες του Γενάρη, όπως ανακοίνωσε η πρόεδρος του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

