Η Αριστερά
Απάντηση στις επιθέσεις της ΚΟΜΕΠ: Πάλη για να τσακίσουμε την κυβέρνηση της καταστροφής, πάλη για εργατική εναλλακτική

6/4, Πανεργατική απεργία, Αθήνα. Φωτό: Στέλιος Μιχαηλίδης

Μια ακόμα επίθεση στο «οπορτουνιστικό ρεύμα» εξαπολύει η Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ), το θεωρητικό όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ στο τεύχος που κυκλοφορεί. Η κατηγορία είναι, σύμφωνα με τον τίτλο, ότι το εν λόγω «ρεύμα» το οποίο περιλαμβάνει το ΣΕΚ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι «νεροκουβαλητής στο μύλο της σοσιαλδημοκρατίας», δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ. 

To άρθρο ξεκινάει με αναφορά στην ανακοίνωση του ΣΕΚ στις 25 Γενάρη φέτος: «Πυρκαγιές, πλημμύρες, χιόνια, πανδημία, ακρίβεια: ώρα να γκρεμίσουμε την κυβέρνηση της καταστροφής». Αυτή η ανακοίνωση λέει η Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, «αποκαλύπτει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο» την σύμπλευση με την σοσιαλδημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ. 

Ο συλλογισμός είναι απλός. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιστρατεύει «αντιδεξιά ρητορεία». Οι «οπορτουνιστές» του ΣΕΚ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ βάζουν στόχο «να γκρεμίσουμε την κυβέρνηση της καταστροφής». Άρα οι «οπορτουνιστές» είναι ΣΥΡΙΖΑ ή ρίχνουν νερό στο μύλο του. Αυτό δεν είναι τυχαίο παραστράτημα, εξηγεί στη συνέχεια η ΚΟΜΕΠ. Είναι απόρροια του αντικαπιταλιστικού «μεταβατικού προγράμματος» που «φέρνει τον κυβερνητισμό από την ‘πίσω πόρτα’» και καλλιεργεί αυταπάτες για «‘φιλολαϊκή’ εκδοχή του καπιταλισμού που δήθεν θα επιβάλλει το κίνημα στην αστική διακυβέρνηση». 

Το μόνο που αποκαλύπτει και μάλιστα με τον «πιο χαρακτηριστικό τρόπο» αυτή η συλλογιστική είναι πόσο πίσω βρίσκεται η ηγεσία του ΚΚΕ από το επίπεδο συνείδησης και την πολιτικοποίηση της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Σε μια συγκυρία όπου το «Μητσοτάκη γαμ..σαι» ακούγεται όπου σταθείς και όπου βρεθείς, αυτή η ηγεσία αντί να αγκαλιάσει την οργή για αυτή την κυβέρνηση για να την πάει μπροστά, στην σύγκρουση με τον καπιταλισμό, μένει στη γωνία να κουνά το δάχτυλο στους αφελείς που «τσιμπάνε» στην «αντιδεξιά ρητορεία». 

Το σύνθημα κάτω η κυβέρνηση της ΝΔ, να φύγει η κυβέρνηση της καταστροφής, είναι πολιτικό προχώρημα για το εργατικό κίνημα. Το καλοκαίρι του 2019 όταν η ΝΔ κέρδιζε τις εκλογές, ήταν διαδεδομένες πάσης φύσεως αναλύσεις για την στρατηγική ήττα της εργατικής τάξης και του κόσμου της Αριστεράς. Τρία χρόνια μετά η κυβέρνηση που είχε στην σημαία της την πιο γενικευμένη επίθεση στην εργατική τάξη βρίσκεται σε αδιέξοδο και χρεοκοπία. 

Δεν είναι μόνο οι «αντικειμενικές» συνθήκες που την φέραν σε αυτό το χάλι, η οικονομική κρίση που δε λέει να δώσει τη θέση της στην «ανάπτυξη», η πανδημία, ο πόλεμος σήμερα. Είναι οι αγώνες της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Οι απεργίες εν μέσω πανδημίας ράγισαν την εικόνα του «Μωυσή» και συγκρούστηκαν με τις απαγορεύσεις, τις απολύσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις. 

Απεργίες

Οι αντιρατσιστικοί και αντιφασιστικοί αγώνες έβαλαν τους ναζί στη φυλακή και την κυβέρνηση της ΝΔ να προσπαθεί να κρύψει την ακροδεξιά της πτέρυγα. Οι αγώνες ενάντια στην καταπίεση και τον σεξισμό έκαναν το κίνημα #metoo από χάσταγκ απεργιακή δράση στους χώρους δουλειάς και τα συνδικάτα ενάντια στην κυβέρνηση «των πλούσιων (εκ)βιαστών». 

Αυτοί οι αγώνες συμπυκνώνονται σήμερα στο σύνθημα «κάτω η κυβέρνηση της καταστροφής». Είναι ένα σύνθημα που γενικεύει και ενώνει όλες τις «επί μέρους» μάχες που ξεδιπλώνονται αυτό το διάστημα. Και είναι μπολιασμένο με τη διαπίστωση ότι μαζί με τη ΝΔ χρεοκοπημένο είναι και το σύστημα που καταστρέφει τις ζωές μας. 

Γι’ αυτό αντί να «ρίχνει νερό στο μύλο της σοσιαλδημοκρατίας», της προκαλεί πρόβλημα. Η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ αγκομαχάει ανάμεσα στις «ρητορείες» του Τσίπρα και στην συναίνεση που προσφέρει στις βασικές επιλογές της κυβέρνησης και της άρχουσας τάξης. Ο ΣΥΡΙΖΑ πάει στο συνέδριό του σε δυο βδομάδες σε μια κατάσταση που όλες οι πτέρυγές της ηγεσίας του έχουν πρόβλημα κι «αυτό βγαίνει προς τα έξω». Μπορεί ο Τσίπρας να αστράφτει και να βροντά στις συνεντεύξεις του ενάντια στη «χειρότερη κυβέρνηση όλων των εποχών», αλλά όταν έρχεται η ώρα η συναίνεση δίνεται απλόχερα ή με κάποιους αστερίσκους. Ούτε καν κρατικοποίηση της ΔΕΗ για να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια στο ρεύμα και το φυσικό αέριο δεν μπορεί να προτείνει. 

Το γεγονός ότι οι ρεφορμιστές του σήμερα δεν μπορούν να υποσχεθούν στοιχειώδεις μεταρρυθμίσεις, εντείνει την κρίση τους και την αδυναμία να επικοινωνήσουν πειστικά με την αντικυβερνητική οργή. 

Όμως, ούτε η ηγεσία του ΚΚΕ μπορεί να το κάνει. Στην πραγματικότητα κάνει ένα βήμα μπρος και πολλά πίσω. Στην εισήγηση της ΚΕ στο 21ο συνέδριο υπήρχε η διαπίστωση ότι «υπάρχουν αρκετές εργατικές-λαϊκές δυνάμεις» που «δοκίμασαν τις νέες εμπειρίες μιας βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, της λεγόμενης ‘αριστερής διακυβέρνησης’ του ΣΥΡΙΖΑ». Και επειδή χρειάζεται να γίνει άνοιγμα σε αυτές τις «εργατικές-λαϊκές δυνάμεις» σε άλλο σημείο τονιζόταν: «Υπάρχουν κριτήρια, στη βάση των οποίων συμμετέχουμε σε πρωτοβουλίες, δράσεις και κινητοποιήσεις που οργανώνονται σε τοπικό, κλαδικό ή άλλο επίπεδο και όπου πιθανόν μπορεί ο συσχετισμός να μην είναι υπέρ μας ή είναι πρωτοβουλίες που δεν ξεκίνησαν από εμάς».

Στρατηγική

Όμως, όπως σχολίαζε τότε η Εργατική Αλληλεγγύη: «Το ζήτημα είναι τι είδους είναι τα κριτήρια που οδηγούν το ΚΚΕ άλλοτε να συμμετέχει και άλλοτε να κινείται χωριστά. Υπακούνε σε μια στρατηγική που βλέπει την εργατική τάξη σαν το υποκείμενο της ανατροπής που μαθαίνει και ανεβάζει την αυτοπεποίθησή της μέσα από τις μάχες (με το επαναστατικό κόμμα να παίζει πρωτοπόρο ρόλο) ή υπακούνε σε μια στρατηγική που στο κέντρο της είναι η εκλογική απήχηση; Η απάντηση για την ηγεσία του ΚΚΕ είναι το δεύτερο». 

Παρά τους κεραυνούς ενάντια στον υποτιθέμενο «κυβερνητισμό» που βάζει η αντικαπιταλιστική αριστερά από την «πίσω πόρτα», αυτή που είναι εγκλωβισμένη στην στρατηγική του κοινοβουλευτικού δρόμου είναι η ηγεσία του ΚΚΕ. Όταν επιτίθεται επανειλημμένα στο ΣΕΚ και την αντικαπιταλιστική αριστερά για το «Κάτω η ΝΔ» ομολογεί άθελά της ότι περιορίζει τη δυναμική μιας ανατροπής της κυβέρνησης από τη λαϊκή κατακραυγή, στο κοινοβουλευτικό επίπεδο. Η ηγεσία του ΚΚΕ βλέπει τις συνέπειες μιας κυβερνητικής κρίσης μόνο στις κάλπες. Με άλλα λόγια αντιμετωπίζει την εργατική τάξη σαν ψηφοφόρους που ρίχνουν το λάθος ή το σωστό ψηφοδέλτιο στην κάλπη και όχι σαν δύναμη ανατροπής που έχει τη δική της ατζέντα. 

Είναι αιχμάλωτη της θεωρίας των «αρνητικών συσχετισμών», που στην  ουσία της σημαίνει υποτίμηση της ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής τάξης τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα. Γι’ αυτό θεωρεί αδιανόητο ότι η κυβέρνηση της ΝΔ μπορεί να πέσει «από τα κάτω και από τα αριστερά». Και γι’ αυτό το λόγο δεν μπορεί να κερδίσει, ούτε στο επίπεδο των εκλογικών δημοσκοπήσεων, από την εμφανή αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ. 

Το εργατικό κίνημα μέσα από τις μάχες που δίνει για όλα τα ζητήματα ζωής και θανάτου διαμορφώνει αιτήματα που είναι στον αντίποδα των προτεραιοτήτων της άρχουσας τάξης που φέρνουν τη φτώχεια, τον πόλεμο και το θάνατο. Αιτήματα όπως «Λεφτά για την Υγεία και όχι για εξοπλισμούς», μάχες όπως το άπλωμα των σωματείων στους χώρους δουλειάς κόντρα στην εκστρατεία τσακίσματος του συνδικαλισμού ανοίγουν την προοπτική του ποια τάξη έχει τον έλεγχο. Ο ρόλος της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς είναι να μπει μπροστά σε αυτή την πάλη, να βοηθήσει αυτό το κίνημα να επιβάλλει αυτά τα αιτήματα με τα δικά του ταξικά όπλα, την συλλογική δύναμη της οργανωμένης εργατικής τάξης. 

Αυτή είναι η καρδιά ενός αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος. Το χτίσιμο της ανεξάρτητης δύναμης της εργατικής τάξης ώστε να απαντήσει στο ερώτημα «μετά τη ΝΔ τί;» με το «οι δικές μας ανάγκες, οι δικές μας λύσεις, η δικιά μας εξουσία» 

Όπως έλεγε και η ανακοίνωση του ΣΕΚ που πετσοκόβει η ΚΟΜΕΠ: «Γι’ αυτό πρέπει να συνδέσουμε την οργή μας ενάντια στην καταστροφική κυβέρνηση του Μητσοτάκη με τον αγώνα για να τελειώνουμε με αυτό το σύστημα… Είναι καιρός να πάμε για πανεργατικό ξεσηκωμό για να ρίξουμε την κυβέρνηση και να ανοίξουμε το δρόμο για μια κοινωνία όπου οι ανθρώπινες ανάγκες θα μπουν πάνω από τα κέρδη των καπιταλιστών και τα Ραφάλ των πολεμοκάπηλων».