Η Αριστερά
Γιατί απέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ;

5/7/15, Πανηγυρική διαδήλωση το βράδυ της νίκης του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα. Φωτό: Αρχείο Εργατική Αλληλεγγύη

Η τριήμερη συζήτηση που οργάνωσε την περασμένη βδομάδα η εφημερίδα Εποχή για την αποτίμηση της πορείας του ΣΥΡΙΖΑ, ανέδειξε τα ζητήματα της στρατηγικής με τα οποία έχει να αναμετρηθεί ο κόσμος της Αριστεράς στις μάχες που ανοίγονται μπροστά μας τώρα. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές του Γενάρη του 2015 στηριγμένος στο κύμα των αγώνων της εργατικής τάξης ενάντια στις κυβερνήσεις των μνημονίων. Γι’ αυτό τον κόσμο η εκλογική νίκη σήμαινε «πρώτη φορά Αριστερά» στην εξουσία. Αλλά πολύ γρήγορα ήρθε η διάψευση.

Ο Γ. Σταθάκης, που τότε ήταν υπουργός Οικονομικών, συνόψισε, μιλώντας στο τριήμερο της Εποχής, την πορεία της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμένου με τη φράση «το χρονικό μιας προαναγγελθείσας συμφωνίας»: ο ΣΥΡΙΖΑ βγήκε με πρόγραμμα να διαπραγματευτεί με την «τρόικα» (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ), συνάντησε κολοσσιαία εμπόδια, όπως τα άδεια ταμεία που είχε κληρονομήσει από τη συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, τον πόλεμο και τους εκβιασμούς των «θεσμών». Και στο τέλος «έκανε ό,τι καλύτερο ήταν δυνατόν» υπογράφοντας το τρίτο μνημόνιο. Για τον Σταθάκη, το δημοψήφισμα του Ιούλη ήταν απλά ένα επεισόδιο και στο «κάτω-κάτω ο λαός ξανάδωσε την πλειοψηφία στον ΣΥΡΙΖΑ τον Σεπτέμβρη εξαφανίζοντας ‘τα κόμματα της δραχμής’»!

Για τον Γ. Δραγασάκη, επίσης, ο συμβιβασμός ήταν η μόνη ρεαλιστική λύση. Κι όχι μόνο αυτό. Σε μια αποστροφή απάντησής του σε ερώτηση, επεσήμανε ότι «από τότε» έλεγε ότι η φρασεολογία των συνεδριακών κειμένων του ΣΥΡΙΖΑ περί «καμιάς θυσίας για το ευρώ» δυσκόλευε αντί να ξεκαθαρίζει τις προοπτικές. Οπότε, αν κρίνουμε με βάση τις προσδοκίες, η συμφωνία ήταν «επώδυνος συμβιβασμός». Αν κρίνουμε με το τι παραλάβαμε, η κυβερνητική θητεία «διεύρυνε τα όρια του εφικτού». Το «εφικτό» ήταν η διαχείριση ενός μνημονίου, ενός «πακέτου» περικοπών στις δαπάνες και ιδιωτικοποιήσεων. 

Υπήρχε εναλλακτική; «Δυστυχώς όχι» ήταν η κοινή συνισταμένη των τοποθετήσεων. Ο Ν. Βούτσης, για παράδειγμα, είπε ότι το κυβερνητικό επιτελείο αναζήτησε εναγωνίως άλλες πηγές χρηματοδότησης αλλά βρήκε τις πόρτες κλειστές: οι Κινέζοι είχαν υποσχεθεί 20 δις ευρώ, αλλά τους πήρε τηλέφωνο η Μέρκελ να μην ανακατεύονται στα χωράφια της Ε.Ε και ανέκρουσαν πρύμναν. 

Για τον Ν. Φίλη ο «επώδυνος συμβιβασμός» μπορεί να ήταν αναγκαίος, αλλά υπήρχαν ζητήματα εκτός των μνημονιακών δεσμεύσεων στα οποία οι κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ έκαναν απαράδεκτους συμβιβασμούς. «Η συνάντηση με τον Τραμπ στην Ουάσιγκτον; Ήταν ανάγκη να του πλέξει το εγκώμιο, ο Τσίπρας; Ο εναγκαλισμός με τον Νετανιάχου, ακόμα χειρότερο. Εναγκαλισμός που είχε και μια στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ με τη μπαγκέτα των ΗΠΑ». Ο Ν. Φίλης είχε και μια εξήγηση για το «γιατί»: το πρόβλημα είναι ο «κυβερνητισμός», δηλαδή η αντίληψη ότι η πλειοψηφία δεν μπορεί να γίνει πραγματικά αριστερή, άρα για να κυβερνήσει η Αριστερά χρειάζεται να μετακινηθεί στο «κέντρο», δηλαδή προς τα δεξιά. 

Έκφραση

Αυτή η εξήγηση είναι ανεπαρκής για να εξηγήσει την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ. Τότε, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανιζόταν ως κόμμα της «ριζοσπαστικής Αριστεράς» που υποσχόταν ότι δεν θα ακολουθούσε τον «κυβερνητισμό» της σοσιαλδημοκρατίας, αντίθετα θα έδινε πολιτική έκφραση στα κινήματα. Ένα κόμμα το οποίο έκανε το περίφημο άλμα από το 3% στο 33% γιατί τεράστια τμήματα της εργατικής τάξης εγκατέλειψαν το ΠΑΣΟΚ και μετακινήθηκαν στ’ αριστερά με άλματα. 

Πρέπει να αναζητήσουμε βαθύτερα αίτια. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ένα «πρωτότυπο» κόμμα. Πορεύτηκε με βάση τη στρατηγική του ρεφορμιστικού δρόμου που βλέπει την κοινωνική αλλαγή να έρχεται μέσα από τον έλεγχο των «αρμών της εξουσίας» (μια φράση που ξανακούστηκε στο τριήμερο) με την εργατική τάξη σε ρόλο δεξαμενής ψήφων που τη γεμίζουν τα «κινήματα». Στην πράξη, οι «αρμοί της εξουσίας» πήραν τον έλεγχο του ΣΥΡΙΖΑ αναγκάζοντας τους υπουργούς να υποκύπτουν στους εκβιασμούς τους και να εγκαταλείπουν κάθε δέσμευση με τον κόσμο που τους είχε ψηφίσει. Αυτό ήταν το κόστος για την εγκατάλειψη της επαναστατικής στρατηγικής για χάρη του κοινοβουλευτικού δρόμου.

«Η εγκατάλειψη της στρατηγικής ότι η απελευθέρωση είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης έγινε από τα ρεφορμιστικά κόμματα ήδη από τον περασμένο αιώνα», επισημαίνει η Μ. Στύλλου στο περιοδικό Σοσιαλισμός από τα Κάτω που κυκλοφορεί. Και συνοδεύτηκε από την επικράτηση της άποψης ότι:

 «η εργατική τάξη έχει ανάγκη συμμαχιών που φτάνουν μέχρι την ανοιχτή συνεργασία της Αριστεράς με κόμματα της αστικής τάξης. Συμμαχίες που σημάδεψαν και τις ήττες των Λαϊκών Μετώπων στη δεκαετία του 1930 και τις προδοσίες των κινημάτων της Αντίστασης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Με αυτόν τον τρόπο χάθηκαν ευκαιρίες που δημιουργούσαν τόσο οι κρίσεις των από πάνω, όσο και τα κύματα ριζοσπαστικοποίησης των από κάτω. Και δημιουργήθηκε μια αρνητική παράδοση αναζητήσεων ότι μια επόμενη φορά οι συμμαχίες θα αποδειχθούν πιο αποτελεσματικές και μια κυβέρνηση της Αριστεράς πιο συνεπής. Δεν ξεχνάμε ότι παραμονές της Χούντας στην Ελλάδα, η ΕΔΑ έψαχνε την απάντηση στις συνεργασίες με την Ένωση Κέντρου. Η ‘Πρώτη φορά Αριστερά’ του ΣΥΡΙΖΑ λογοδοτούσε σε εκείνη την παράδοση». 

Σε αυτή τη ρεφορμιστική παράδοση επιμένουν και τα ηγετικά στελέχη της Νέας Αριστεράς. Ο Ε. Τσακαλώτος τη δεύτερη μέρα του τριήμερου αφού υπερασπίστηκε κι αυτός τα πεπραγμένα της κυβέρνησης (το «υπερπλεόνασμα» και το «μαξιλάρι» των 37 δις) τόνισε ότι πρέπει να τα συζητάμε όλα αυτά εξαντλητικά γιατί πιστεύει ότι η Αριστερά μπορεί να κυβερνήσει ξανά, οπότε χρειάζεται από τώρα να γνωρίζουμε ότι θα χρειαστεί να γίνουν συμβιβασμοί. 

Αναζήτηση

Αν η αφετηρία για να ξεπεράσει την κρίση της η Αριστερά είναι η εκ των προτέρων αναζήτηση συμβιβασμών δεν πάμε πολύ μακριά. Γιατί όλα τα μέτωπα που ανοίγει η κρίση του συστήματος και οι αγώνες των εργαζόμενων και της νεολαίας απαιτούν ρήξη και σύγκρουση, όχι συμβιβασμούς. 

Οι σύντροφοι του ΣΕΚ που πήραν τον λόγο στο τριήμερο της Εποχής έθεσαν πολύ συγκεκριμένα αυτό το ζήτημα. Ποιος καθορίζει τα «όρια του εφικτού»; Οι αγώνες μας και η δυναμική τους ή μια ηγεσία που καθηλώνεται στους «αρμούς της εξουσίας» μέχρι σημείου να την απορροφούν; Με την έκρηξη της οργής για το έγκλημα των ιδιωτικοποιήσεων στα Τέμπη, θα βάλει η Αριστερά θαρρετά το αίτημα της κρατικοποίησης του σιδηροδρόμου με εργατικό έλεγχο ή θα θεωρήσει δεδομένο τον «συμβιβασμό» της ιδιωτικοποίησής του επί ΣΥΡΙΖΑ; Κόντρα στα ρατσιστικά εγκλήματα όπως το ναυάγιο της Πύλου, θα παλέψουμε για «σύνορα ανοιχτά για την προσφυγιά» ή θα θεωρηθούν κι αυτοί οι «συμβιβασμοί» -η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό και η επέκταση του «φράχτη» του Έβρου- παγιωμένοι και ανέγγιχτοι; 

Η ηγεσία του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ απαντάει ένα μεγάλο «ναι» στην «αναγκαιότητα» των συμβιβασμών και προσαρμόζεται όλο και πιο δεξιά έστω κι αν ξεφορτώθηκε τον Κασσελάκη. Η Νέα Αριστερά, ακόμα και τα τμήματά της που δεν βιάζονται να συμμαχήσουν με αυτόν τον ΣΥΡΙΖΑ, δυσφορούν αλλά δεν έχουν πραγματική εναλλακτική να προτείνουν.  

Ο Ε. Τσακαλώτος στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε πρόσφατα υποστηρίζει ότι η Αριστερά πρέπει να πείσει «ένα νέο ιστορικό μπλοκ» να πιστέψει ότι «τα προβλήματά του μπορούν να αντιμετωπιστούν έστω εν μέρει έστω και σταδιακά». Στη συζήτηση που αναφέραμε έκανε πιο συγκεκριμένο τι σημαίνει «εν μέρει» και «σταδιακά»: για τους σιδηροδρόμους περιορίστηκε να πει γενικά  και αφηρημένα ότι ως αριστεροί θέλουμε δημόσιο σιδηρόδρομο και πρέπει να μιλήσουμε και για τις τράπεζες «τον πυρήνα του σύγχρονου καπιταλισμού». 

Στην τελευταία συζήτηση του τριημέρου, ο δημοσιογράφος Α. Παναγόπουλος θύμισε ότι «Αριστερά σημαίνει τρεχάτε ποδαράκια μου», δηλαδή καθημερινή και οργανωμένη επαφή και συζήτηση με τον κόσμο που αγωνιά και παλεύει, σημαίνει να μπαίνει μπροστά σε κινήματα όπως ενάντια στο Rearm Europe που ήδη αναπτύσσεται στην Ιταλία. Είναι μια καλοδεχούμενη υπενθύμιση. Όμως, δεν αρκεί. 

Υπάρχει μια κοινωνική δύναμη που κρατάει στα χέρια το κλειδί της απελευθέρωσης όλων των καταπιεσμένων. Είναι η εργατική τάξη που βρίσκεται στη καρδιά του μηχανισμού που παράγει τα κέρδη των καπιταλιστών. Αυτή η τάξη είχε και έχει τη δύναμη να τσαλαπατήσει όλους τους εκβιασμούς, όλους τους μηχανισμούς της άρχουσας τάξης, πολιτικούς και οικονομικούς. Την είχε το 2015 την έχει και τώρα. Όμως, για να ξεδιπλωθεί αυτή δυναμική χρειάζεται μια Αριστερά που θα έχει στην καρδιά της στρατηγικής της τη θέση των κλασσικών του μαρξισμού: η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας. Αυτή την Αριστερά χρειάζεται να δυναμώσουμε στους κοινούς αγώνες σήμερα.