Η δημοσίευση των 8 φωτογραφιών από τις τελευταίες στιγμές κάποιων από τους 200 εκτελεσμένους αγωνιστές της Πρωτομαγιάς του 1944 στην Καισαριανή έχουν, δικαιολογημένα, προκαλέσει συγκίνηση και έντονο σχολιασμό. Είναι συγκλονιστικά τεκμήρια ψυχικού σθένους ανθρώπων που έκαναν την υπέρτατη θυσία στην πάλη για μια «ελεύθερη κι ανθρώπινη ζωή» και του μεγαλείου της αντιφασιστικής Αντίστασης. Είναι, επίσης, ώθηση, για να βάλουμε αυτή τη θυσία στο πραγματικό ιστορικό της πλαίσιο.
Το κίνημα Αντίστασης είχε αναπτυχθεί εντυπωσιακά από τις αρχές του 1943. Η συγκλονιστική Γενική Απεργία τον Μάρτη του 1943 είχε αναγκάσει τις γερμανικές αρχές κατοχής να ανακαλέσουν τη διαταγή για την επιστράτευση του ανδρικού πληθυσμού. Ήταν η μόνη περίπτωση στην κατεχόμενη από τους ναζί Ευρώπη που η Αντίσταση το κατόρθωσε, με το εργατικό κίνημα μπροστά. Παράλληλα, το αντάρτικο δυνάμωνε στην ύπαιθρο και τα βουνά. Η «Ελεύθερη Ελλάδα» του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ είχε αναπτυχθεί ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση της φασιστικής Ιταλίας τον Ιούλη του 1943.
Όμως, η άνοιξη και το καλοκαίρι του 1944 ήταν μια δύσκολη στιγμή του κινήματος της Αντίστασης. Οι ναζί ενίσχυσαν την στρατιωτική τους παρουσία στην Ελλάδα, για να καλύψουν το κενό από την κατάρρευση του ιταλικού στρατού.
Αυτό σήμαινε πολλαπλασιασμό και κλιμάκωση της έντασης των «εκκαθαριστικών επιχειρήσεων» ενάντια στις «συμμορίες» και τους «ληστές» όπως ονόμαζε η Βέρμαχτ τον ΕΛΑΣ. Για παράδειγμα, η Ομάδα Στρατιών Ε της Βέρμαχτ με έδρα τη Θεσσαλονίκη οργάνωσε 9 τέτοιες επιχειρήσεις μόνο στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία. Παράλληλα με τις σφαγές, συστηματικές λεηλασίες και καταστροφές, η Βέρμαχτ απέκοψε την «Ελεύθερη Ελλάδα» από την ανθρωπιστική βοήθεια που έστελνε ο Ερυθρός Σταυρός.
Πόλεις
Η επίθεση στο κίνημα της Αντίστασης κλιμακώθηκε και στις πόλεις. Με τη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας της δωσιλογικής κυβέρνησης Ράλλη, την «εκκαθάριση» της Αστυνομίας από τις ΕΑΜικές οργανώσεις, την ενίσχυση της Ειδικής Ασφάλειας και κάθε λογής συμμορίας, για να συνδράμουν το «έργο» της φασιστικής Κατοχής. Τα αιματοβαμμένα μπλόκα της άνοιξης και του καλοκαιριού του 1944 στις προσφυγογειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά, στο Δουργούτι και στην Κοκκινιά είναι η πιο γνωστή όψη αυτής της επίθεσης.
Το στρατόπεδο Χαϊδαρίου ήταν κομβικό σημείο σε αυτήν την πολύπλευρη επίθεση. Αρχικά, το έφτιαξαν οι ιταλικές αρχές Κατοχής, αλλά από τον Σεπτέμβρη του 1943 πέρασε στα χέρια της SD (Sicherheitdienst), της Υπηρεσίας Ασφαλείας των Ες-Ες. Οι δυο διαδοχικοί διοικητές του είχαν υπηρετήσει στα Einsatzgruppen των ‘ειδικών ομάδων δράσης’ των Ες-Ες στο Ανατολικό Μέτωπο που είχαν εξοντώσει εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίους στην πρώτη φάση του Ολοκαυτώματος.
Αντίποινα
Ήταν ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και μεταγωγών, παρόμοιο με άλλα που είχαν εγκαταστήσει οι ναζί στην κατεχόμενη Ευρώπη, όπως του Ντρανσί στη Γαλλία, και ένα από τα μεγαλύτερα. Υπολογίζεται ότι από εκεί πέρασαν 20.000-25.000 άνθρωποι. Χιλιάδες οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, εκατοντάδες εκτελέστηκαν ως αντίποινα για τις ενέργειες της Αντίστασης.
Οι «γερμανοτσολιάδες», η Χωροφυλακή, η Ειδική συνελάμβαναν, παρέδιδαν τους «φακέλους» στα Ες-Ες. Ο «προθάλαμος» του Χαϊδαρίου ήταν η εφιαλτική «Οδός Μέρλιν» στο Κολωνάκι, στην πραγματικότητα το τετράγωνο Β. Σοφίας-Μέρλιν-Σέκερη-Κανάρη η έδρα των Ες-Ες (εξ ου και το τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη «απ' την οδό του Σέκερη/ με πάνε στο Χαϊδάρι/ κι ώρα την ώρα καρτερώ/ τον Χάρο να με πάρει»).
Εκεί οδηγήθηκαν και οι «Ακροναυπλιώτες» κομμουνιστές, δηλαδή οι πολιτικοί κρατούμενοι της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία μέλη του ΚΚΕ αλλά όχι μόνο, στη «μάντρα» της Καισαριανής στήθηκαν αγέρωχοι και 12 αγωνιστές της επαναστατικής Αριστεράς της εποχής, τροτσκιστές και αρχειομαρξιστές.
Όσο αίμα και να έχυσαν οι ναζί και οι συνεργάτες τους δεν κατάφεραν να πετύχουν τους στόχους τους. Ο ΕΛΑΣ δεν συντρίφτηκε από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, τα αλλεπάλληλα ολοκαυτώματα. Κέρδισε τη «μάχη της σοδειάς» το καλοκαίρι του 1944 και στη συνέχεια, όταν οι ναζί τα μάζευαν για να φύγουν, η «Ελεύθερη Ελλάδα» κατέβαινε από τα βουνά στις πεδιάδες.
Ούτε το κίνημα στις πόλεις σκόρπισε. Στην Απελευθέρωση εμφανίστηκε ανοιχτά πια στους δρόμους, στα εργοστάσια, στα γραφεία και τις υπηρεσίες, ζητώντας δικαίωση για τις θυσίες του: να κάνει κουμάντο ο κόσμος της δουλειάς που πείνασε, πάλεψε, μάτωσε, όχι οι συνεργάτες των ναζί, εκείνοι που έκαναν «χρυσές δουλειές» περιμένοντας, οι περισσότεροι, του Βρετανούς «συμμάχους». Χρειάστηκε η ιμπεριαλιστική επέμβαση της Βρετανίας και τα αδιέξοδα της στρατηγικής του ταξικού συμβιβασμού του ΚΚΕ για να ηττηθεί τελικά αυτή «η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε».
Χρειάζεται να (ξανα)θυμηθούμε αυτή την ιστορία. Για να απαντήσουμε στις προκλητικές διαστρεβλώσεις της «αναθεωρητικής» ιστορίας της Δεξιάς και του «ακραίου κέντρου», που ζωγραφίζουν μια εικόνα εκείνων των χρόνων όπου γενικώς κυριαρχούσε η «εμφύλια βία» (με την «κόκκινη» να έχει τα πρωτεία) ενώ η φασιστική κατοχή ήταν απλά ένα ντεκόρ. Και για να συνεχίσουμε τη συζήτηση στην Αριστερά για να μάθουμε από την ιστορία για να μην την επαναλάβουμε. Για τη στρατηγική της επανάστασης και της νίκης όχι της Βάρκιζας.

