Διεθνή
Άλεξ Καλλίνικος: Οι αγορές ανησυχούν για τα δεκανίκια τους
Από την αρχή της χρονιάς τα χρηματιστήρια έχουν τρελαθεί. Κάποια στιγμή οι τιμές των μετοχών, σε παγκόσμια κλίμακα, βρίσκονταν 20% κάτω από το περσινό ανώτατο σημείο. Τέσσερα τρισεκατομμύρια δολάρια είχαν χαθεί από τις αξίες των μετοχών.
Στα τέλη της περασμένης εβδομάδας οι αγορές επανέκαμψαν. Πώς ερμηνεύεται αυτό; Πρόκειται μήπως, απλά και μόνο για ένα από αυτά τα περιοδικά σκαμπανεβάσματα που επηρεάζουν καμιά φορά τις αγορές των τίτλων χωρίς να έχουν κάποια ευρύτερη σημασία; Η μονολεκτική απάντηση είναι, Όχι.
Το κύμα της ρευστοποίησης αντανακλά την πορεία των δυο βασικών δυνάμεων που ανέσυραν την παγκόσμια οικονομία από την Μεγάλη Ύφεση του 2008-9. Η πρώτη ήταν η δράση των κεντρικών τραπεζών, που έτρεξαν να πάρουν πρωτοφανή μέτρα -για παράδειγμα κατέβασαν τα επιτόκια σε μηδενικά ή σχεδόν μηδενικά επίπεδα και "έσπρωξαν" δισεκατομμύρια στο τραπεζικό σύστημα μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης.
Το αν ήταν πραγματικά η ποσοτική χαλάρωση αυτή που εμπόδισε τη Μεγάλη Ύφεση να εξελιχθεί σε μια κρίση ανάλογη με αυτή της δεκαετίας του 1930 αμφισβητείται από πάρα πολλούς. Παρόλα αυτά, όμως, η πιο ισχυρή από αυτές τις κεντρικές τράπεζες -η Federal Reserve Board (Fed) των Ηνωμένων Πολιτειών- βρίσκεται κάτω από μια ολοένα και μεγαλύτερη πίεση από τους οπαδούς της ελεύθερης αγοράς να αρχίσει να αυξάνει τα επιτόκια. Η συνέχιση της ποσοτικής χαλάρωσης, υποστηρίζουν, θα οδηγήσει στον υπερπληθωρισμό.
"Ομαλοποιείται";
Τον περασμένο Δεκέμβρη η Fed υποχώρησε. Η Τζέιν Γέλεν, η πρόεδρος της Fed ανακοίνωσε μια αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 0.25%. Δικαιολόγησε την κίνηση αυτή λέγοντας ότι η ανάκαμψη στις ΗΠΑ ήταν αρκετά ισχυρή πράγμα που σημαίνει ότι η οικονομία "ομαλοποιείται".
Πολλοί, ακόμα και μετριοπαθείς, οικονομολόγοι αμφισβητούν αυτές τις εκτιμήσεις. Όπως σημειώνουν, οι ρυθμοί ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας, παραμένουν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από αυτά της περιόδου πριν από την οικονομική κρίση του 2007-8. Τόσο η Ιαπωνία όσο και η Ευρωζώνη έχουν θέσει σε εφαρμογή σημαντικά προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης μέσα στα προηγούμενα χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ποσοτική χαλάρωση και τα χαμηλά επιτόκια έχουν κάνει τις χρηματαγορές σήμερα εξαρτημένες από το πολύ φθηνό χρήμα. Η αύξηση των επιτοκίων της Fed -που υποδηλώνει την πρόθεση να κλείσουν οι κρουνοί του χρήματος- λειτούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο, αποσταθεροποιητικά.
Ο επικεφαλής του τμήματος επενδύσεων της Times Warner Cable έγραφε την περασμένη εβδομάδα: "Η Fed αγνοούσε τον κύριο Αγορά για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα και αυτός αισθάνθηκε παραμελημένος και υποτιμημένος. Κανένας δεν πρέπει να εκπλαγεί αν ο θυμός του αυτός ανατρέψει ακόμα και τα πιο καλομελετημένα σχέδια των ποντικών και της Fed". Αυτή η παρατήρηση που αντιμετωπίζει τις αγορές σαν ζωντανό πρόσωπο αποτελεί μια θαυμάσια μεταφορά της θέσης του Μαρξ που έλεγε ότι στις χρηματοπίστωτικές αγορές "οι καπιταλιστικές σχέσεις φτάνουν στην πιο εξωτερικευμένη και φετιχιστική τους μορφή".
Η δεύτερη δύναμη πίσω από την αναχαίτιση της Μεγάλης Ύφεσης ήταν η Κίνα. Η Κινεζική κυβέρνηση διέταξε τις τράπεζες να προχωρήσουν σε έναν δανεισμό μεγάλης κλίμακας, ο οποίος τροφοδότησε ένα επενδυτικό όργιο που απλώθηκε αναπόφευκτα στις φούσκες της αγοράς ακινήτων και των χρηματιστηρίων.
Τώρα το Πεκίνο προσπαθεί να απογαλακτίσει την Κινεζική οικονομία από την εξάρτησή της από μεγάλες επενδύσεις στους εξαγωγικούς τομείς και να την προσανατολίσει περισσότερο προς της εσωτερική αγορά. Αυτό το σχέδιο, όμως, δεν πηγαίνει καλά, εν μέρει λόγω της ίδιας της τσαπατσουλιάς των οικονομικών αρχών που συνέβαλαν στα δυο χρηματιστηριακά κραχ, το πρώτο τον Αύγουστο και το δεύτερο τον Γενάρη.
Φυγή κεφαλαίων
Η κυβέρνηση έχει επιβάλλει ελέγχους με στόχο να σταματήσει την φυγή των κεφαλαίων προς το εξωτερικό -πέρσι έφυγαν σχεδόν 700 δισεκατομμύρια δολάρια από την Κίνα. Το κεφάλαιο, μιλώντας γενικότερα, αποφεύγει τώρα τις "αναδυόμενες αγορές" που έχουν βυθιστεί στα χρέη του φτηνού χρήματος της Fed.
Εκτός από αυτά είναι και η κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου που έπεσε για λίγο κάτω από τα 30 δολάρια το βαρέλι την περασμένη εβδομάδα. Αυτή η πτώση οφείλεται εν΄μέρει στην επιβράδυνση της Κίνας, η οποία μειώνει την παγκόσμια ζήτηση διαφόρων πρώτων υλών -συμπεριλαμβανομένου του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Αλλά αντανακλά ταυτόχρονα και την άρνηση της Σαουδικής Αραβίας να μειώσει την παραγωγή πετρελαίου για να διατηρήσει τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Ο υπουργός πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας έχει πει ξεκάθαρα ότι ο στόχος του είναι να "στύψει" την αμερικανική βιομηχανία σχιστολιθικού πετρελαίου και αερίου η οποία αναπτύχθηκε ραγδαία στο άμεσο παρελθόν αλλά είναι, λόγω του μεγάλου της κόστος εξόρυξης, ευάλωτη στην πτώση της τιμής του πετρελαίου.
Όταν άρχισαν να πέφτουν οι τιμές του πετρελαίου οι οικονομικοί σχολιαστές θριαμβολογούσαν: η πτώση της τιμής της ενέργειας, έλεγαν, θα ενθάρρυνε τους καταναλωτές να αρχίσουν να ξοδεύουν. Οι περικοπές, όμως, των επενδύσεων των -συχνά υπερχρεωμένων- εταιρειών πετρελαίου και αερίου και οι απολύσεις των εργατών τους έχουν αρνητικές συνέπειες για την υπόλοιπη οικονομία. Οι φόβοι για την τιμή του πετρελαίου συνέβαλαν στο κύμα της ρευστοποίησης που έριξε τα χρηματιστήρια.
Η ανάκαμψη των τιμών των μετοχών οφείλεται κύρια στις δηλώσεις του Μάριο Ντράγκι, του διοικητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (EKT), που άφησε να εννοηθεί ότι η ΕΚΤ είναι έτοιμη να πάρει και άλλα μέτρα τόνωσης της οικονομίας της Ευρωζώνης. Έτσι λοιπόν ο "κύριος Αγορά" μπορεί να συνεχίσει να στηρίζεται στο δεκανίκι των κεντρικών τραπεζών. Καλώς ήλθατε στη νέα κανονικότητα.

