Τυπικά το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Μέτε Φρεντέρικσεν είναι ο νικητής των εκλογών που έγιναν την περασμένη εβδομάδα στη Δανία: αναδείχτηκε και πάλι σε πρώτο κόμμα στη νέα Βουλή. Στην πραγματικότητα, όμως, τα αποτελέσματα των εκλογών ήταν μια ήττα ιστορικών διαστάσεων για τη σοσιαλδημοκρατία: πήρε μόλις το 21,9% των ψήφων και 38 έδρες - το χειρότερο αποτέλεσμα εδώ και πάνω από έναν αιώνα. Το πιο πρόσφατο χειρότερο αποτέλεσμα ήταν το 20,4% που είχαν πάρει οι σοσιαλδημοκράτες το 1903.
Συνολικά, ο συνασπισμός των «αριστερών» κομμάτων που στηρίζει την Φρεντέρικσεν κέρδισε 84 έδρες –έξι λιγότερες από τις 90 έδρες που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης αλλά και 7 περισσότερες από τις 77 έδρες των κομμάτων του «δεξιού» συνασπισμού της αντιπολίτευσης. Η Φρεντέρικσεν πήρε και πάλι εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν την ώρα που γραφόταν αυτό το κείμενο.
Τα αποτελέσματα δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία: είχε προηγηθεί το καταστροφικό, για τους σοσιαλδημοκράτες και τον κυβερνητικό συνασπισμό, αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών του περασμένου Νοεμβρίου. Οι δηλώσεις, όμως, του Τραμπ γύρω από την Γροιλανδία -την οποία απείλησε να προσαρτήσει ακόμα και με τη βία- και η «σθεναρή» αντίθεση της Φρεντέρικσεν είχε ανεβάσει το τελευταίο διάστημα την δημοτικότητα της κυβέρνησης. Αλλά όχι αρκετά, όπως έδειξε το αποτέλεσμα.
Τι έφταιξε για αυτό το καταστροφικό για τους σοσιαλδημοκράτες αποτέλεσμα; «Πολλοί Δανοί», γράφει η Καθημερινή, «δυσανασχετούν από το γεγονός ότι επικεντρώνεται σε διεθνείς υποθέσεις και την κατηγορούν ότι παραμελεί τα εσωτερικά ζητήματα, εν μέσω της κρίσης του κόστους διαβίωσης».
Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, δεν είναι η «παραμέληση» των εσωτερικών υποθέσεων αλλά η ενασχόληση με τις εσωτερικές υποθέσεις. Η κυβέρνηση της Φρεντέρικσεν είναι μια από τις πιο ρατσιστικές κυβερνήσεις της Ευρώπης. Πέρυσι ακόμα και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναγκάστηκε να κατηγορήσει τη Δανία για τις μαζικές εξώσεις προσφύγων από τα σπίτια τους στις φτωχογειτονιές –τα «γκέτο» των μεταναστών δηλαδή. Και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει καταγγείλει τη Δανία για την ρατσιστική της πολιτική.
«Η Δανία υπερηφανευόταν κάποτε για το φιλελεύθερο κράτος πρόνοιας και τα ανθρώπινα δικαιώματα», έγραφε μετά τις δημοτικές εκλογές του Νοέμβρη η εφημερίδα Socialist Worker. «Αλλά την τελευταία δεκαετία έχει μετατραπεί σε φρούριο ενάντια στους κατατρεγμένους που προσπαθούν να ξεφύγουν από τη βία και τον πόλεμο.
Το σημείο καμπής για το σύστημα ασύλου ήρθε το 2015 με μια αλλαγή στον Νόμο περί Αλλοδαπών που έδωσε το δικαίωμα στις αρχές να ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα εάν οι συνθήκες στη χώρα καταγωγής του έχουν βελτιωθεί - ακόμη και όταν αυτές οι βελτιώσεις ήταν εύθραυστες ή απρόβλεπτες».
Το 2016 η κυβέρνηση άρπαξε τις πενιχρές αποταμιεύσεις – ακόμα και τα κοσμήματα- από χιλιάδες πρόσφυγες με τη δικαιολογία ότι τα χρωστάνε από τις επιδοτήσεις που έχουν «αρπάξει» από το κράτος πρόνοιας. Το 2017-18 περίπου χίλιοι πρόσφυγες από τη Σομαλία έχασαν τις άδειες παραμονής τους.
Επίθεση στους πρόσφυγες
Οι πρόσφυγες καταγγέλθηκαν ως πλούσιοι ληστές που σκόπευαν να αποσπάσουν χρήματα από το δανικό σύστημα παροχών. Από το 2016, τα κοσμήματά τους κατασχέθηκαν καθώς έφταναν για να αναζητήσουν ασφάλεια.
Η κυβέρνηση της Φρεντέρικσεν κλιμάκωσε αυτή την επίθεση με έναν ρατσιστικό νόμο που επιτρέπει την απέλαση μεταναστών ακόμα και εάν ζούνε πολλά χρόνια στη χώρα και έχουν παιδιά που έχουν γεννηθεί στη Δανία.
Διόλου παράξενο, ο μεγαλύτερος «νικητής» των εκλογών της Δανίας ήταν η αντιρατσιστική «Πράσινη Αριστερά» που αναδείχτηκε με ένα 11,6% και 20 έδρες (είχε 15 στην απερχόμενη βουλή) στο δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα. Ταυτόχρονα, όμως, τη μεγαλύτερη άνοδο είχε το ακροδεξιό, ρατσιστικό «Λαϊκό Κόμμα της Δανίας» που αύξησε τις έδρες του από 5 σε 16 στο νέο κοινοβούλιο.
Η πολιτική κρίση στη Δανία -και όχι μόνο- και η άνοδος της ακροδεξιάς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ακροδεξιές παραχωρήσεις. Η κανονικοποίηση του ρατσισμού θρέφει την ακροδεξιά, δεν την περιθωριοποιεί.

