Διεθνή
Brexit: Η τρικυμία δεν λέει να κοπάσει
Πλημμυρισμένη η αίθουσα στον Μαρξισμό 2016 στο Λονδίνο στη συζήτηση “BREXIT: Μια κρίση για τον παγκόσμιο καπιταλισμό”
Λονδίνο - Μαρξισμός 2016: Στους ρυθμούς της πολιτικής κρίσης
Ο Μαρξισμός είναι το φεστιβάλ που οργανώνει το SWP (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα) κάθε καλοκαίρι στο Λονδίνο. Πολιτικά, αρχές Ιούλη, συνήθως δεν εξελίσσονται και πολλά πράγματα, κι έτσι οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες έχουν το χρόνο να οργανώνουν πέντε μέρες συζητήσεις για σχεδόν 150 ζητήματα, από τη γυναικεία απελευθέρωση και τη συμβολή των κλασικών του Μαρξισμού, μέχρι τον Μπομπ Μάρλεϊ, τον Σέξπιρ και τη Νίνα Σιμόν. Όμως, φέτος το Μπρέξιτ άνοιξε τους ουρανούς της πολιτικής κρίσης και ο Μαρξισμός σειόταν στους ρυθμούς της.
Ο Μαρξισμός ξεκινούσε την Πέμπτη 30 Ιούνη με τον πρωθυπουργό Κάμερον ήδη παραιτημένο από το στραπάτσο του δημοψηφίσματος. Μια παραίτηση όμως δεν ήταν αρκετή. Ο Μπόρις Τζόνσον, ο υποτιθέμενος ηγέτης της εκστρατείας για την έξοδο από την ΕΕ παραιτήθηκε την ίδια μέρα. Τα πισώπλατα μαχαιρώματα στο εσωτερικό της δεξιάς άρχισαν να την σπαράζουν.
Ο Τζόνσον είχε προδώσει τον Κάμερον, όταν στην έναρξη της καμπάνιας για το δημοψήφισμα, τάχθηκε με την έξοδο από την ΕΕ, παρότι ήταν από τους υποτιθέμενους ευρωπαϊστές. Από ό,τι φαίνεται ούτε ο ίδιος δεν περίμενε τη νίκη του Brexit. Πολλοί από τους δεξιούς ηγέτες της καμπάνιας για την έξοδο δεν είχαν στο μυαλό τους κάποιο σχέδιο, ούτε σε προσωπικό επίπεδο, πόσο μάλλον για τον βρετανικό καπιταλισμό σε περίπτωση Μπρέξιτ.
Αυτό που περίμεναν ήταν να κερδίσουν πολιτικό κεφάλαιο μέσα στο κόμμα. Τον Τζόνσον τον χτύπησε πισώπλατα ο Μάικλ Γκόουβ, με τον οποίο υποτίθεται ήταν σύμμαχοι στη διάρκεια της καμπάνιας. Ο Γκόουβ είναι ο υπουργός που επιτέθηκε στα πανεπιστήμια και στα σχολεία, παλιάς κοπής θατσερικός. Λίγες ώρες προτού ο Τζόνσον ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για την προεδρία του κόμματος και ενώ η συνέντευξη τύπου προετοιμαζόταν, ο Γκόουβ τηλεφώνησε στη γραμματέα του Τζόνσον και της είπε:
“Κατεβαίνω”. “Πού κατεβαίνετε κύριε Γκόουβ;” ήταν η λογική ερώτηση. “Για αρχηγός του κόμματος”. Ο Τζόνσον κατέβασε ρολά. Η κίνηση του Γκόουβ αρχικά φάνηκε πονηρή, αλλά μέσα σε λίγες μέρες είχε ήδη φθαρεί -ακόμη και για τους βουλευτές της δεξιάς είναι δύσκολο να εμπιστευτούν κάποιον που χτύπησε πισώπλατα κάποιον άλλον που χτύπησε πισώπλατα τον πρωθυπουργό. Τώρα οι σύμβουλοι του Τζόνσον αφήνουν να διαρρεύσει πως ο Γκόουβ όταν μεθάει (συχνά) λέει ό,τι μυστικό όχι μόνο στη γυναίκα του Σάρα Βάιν, που δουλεύει για τον μεγιστάνα των ΜΜΕ, Ρούπερτ Μέρντοκ, αλλά σε όποιον έχει μπροστά του. Ας αφήσουμε εδώ όλες αυτές τις αηδιαστικές λεπτομέρειες από τα άδυτα της Δεξιάς, γιατί οι παραιτήσεις δεν τελείωσαν. Ο Μαρξισμός έκλεισε με την παραίτηση του Νάιτζελ Φαράτζ, του ηγέτη του ακροδεξιού UKIP, ο οποίος λέει ότι κατάφερε ό,τι είχε να καταφέρει και θέλει να επιστρέψει στην κανονική του ζωή.
Παραιτήθηκαν
Όλα αυτά γέμισαν με ενθουσιασμό τον κόσμο που συμμετείχε στο Μαρξισμό. Είχαν έναν επιπλέον λόγο να είναι χαρούμενοι. Οι σύντροφοι του SWP είχαν δώσει όλες τους τις δυνάμεις για την καμπάνια της αριστερής εξόδου από την ΕΕ (Λέξιτ). Και στη διάρκεια αυτών των μηνών εκτός από τη δυσκολία του να δίνεις τη μάχη απέναντι στους δύο πόλους της δεξιάς (τον Κάμερον από τη μια μεριά υπέρ της ΕΕ και το δίδυμο Φαράτζ-Τζόνσον από την άλλη), είχαν να εισπράξουν και τις επιθέσεις από πλευράς της φιλο-ΕΕ αριστεράς, οι οποίοι έλεγαν πως αν νικήσει το Μπρέξιτ, το Συντηρητικό Κόμμα θα βγει ενισχυμένο, ο Κάμερον το πολύ πολύ να πάει σε μια ελεγχόμενη μετάβαση, ο Τζόνσον θα βγει πρωθυπουργός, θα πάρει αγκαλιά τον Φαράτζ και θα… ανοίξει ο δρόμος για τη “φασιστικοποίηση” της βρετανικής κοινωνίας. Πόσο έξω έπεσαν; Όλοι οι υποτιθέμενοι “θριαμβευτές” παραιτήθηκαν.
Πέντε μεγάλες συζητήσεις του Μαρξισμού ασχολήθηκαν με πλευρές αυτών -και άλλων- συνεπειών του Μπρεξιτ, και όλες έγιναν σε γεμάτες, ή και ασφυκτικά γεμάτες, αίθουσες. Ο Άλεξ Καλλίνικος εισηγήθηκε με τίτλο “Μπρέξιτ, κρίση για τον βρετανικό και τον παγκόσμιο καπιταλισμό”. Ο εκδότης του Socialist Worker, αδελφής εφημερίδας της Εργατικής Αλληλεγγύης, Τσάρλι Κίμπερ, εισηγήθηκε “Γιατί η Βρετανία ψήφισε για έξοδο από την ΕΕ;” και “Μετά το Μπρέξιτ, ποια είναι η προοπτική για την αριστερά”, ο Τζόζεφ Τσουνάρα ήταν ομιλητής σε ένα ντιμπέιτ με τον αντιπρόεδρο των Πράσινων (που στήριξαν το Ναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση) για τα “Επόμενα βήματα μετά το Μπρέξιτ”.
Ο Μαρκ Τόμας ήταν εισηγητής στη συζήτηση για τον Τζέρεμι Κόρμπιν και το Εργατικό Κόμμα, η οποία ήταν προγραμματισμένη πριν από τις εξελίξεις και γι’αυτό έπρεπε να μεταφερθεί σε μια μεγαλύτερη αίθουσα, καθώς δεν χωρούσε ο κόσμος.
Το Εργατικό Κόμμα είναι ο άλλος πυλώνας του πολιτικού συστήματος που βρίσκεται σε κρίση, αλλά με διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Ο Κόρμπιν εκεί δεν υπέστη ένα πισώπλατο χτύπημα, αλλά 172 μαχαιριές από τους βουλευτές του που του ζητάνε να παραιτηθεί. Μόνο 40 τον υποστήριξαν. Τα παιδιά του Μπλερ, του Γκόρντον Μπράουν και του Εντ Μίλιμπαντ κατηγορούν τον Κόρμπιν ότι ευθύνεται για τη νίκη του Μπρέξιτ, γιατί δεν υποστήριξε με θέρμη τη γραμμή της παραμονής στην ΕΕ. Στην πραγματικότητα, κανείς τους δεν είχε αποδεχθεί την ιδέα ότι το Εργατικό Κόμμα θα έχει ως αρχηγό την πιο αριστερή προσωπικότητα ολόκληρης της πολιτικής σκηνής.
Ρατσιστική ρητορία
Ο Κόρμπιν υποστήριξε το Ναι στην ΕΕ, αλλά προς τιμή του αντιστάθηκε σε όλη την ρατσιστική ρητορική που υιοθέτησαν οι φιλο-ΕΕ απέναντι στο Μπρέξιτ. Όμως ένας στους τρεις ψηφοφόρους του Εργατικού Κόμματος δεν ακολούθησε τη γραμμή και ψήφισε Μπρέξιτ. Η δεξιά πτέρυγα του κόμματος πίστεψε ότι ήταν η ευκαιρία να πάρει εκδίκηση. Με 172 βουλευτές εναντίον, πίστευαν ότι ο Κόρμπιν θα παραιτιόταν επιτόπου.
Όμως, ο Κόρμπιν εκλέχθηκε χάρη σε ένα κίνημα νέων μελών του Εργατικού Κόμματος που γράφτηκαν μόνο και μόνο λόγω του Κόρμπιν. Τώρα, 60 χιλιάδες νέα μέλη μπήκαν μέσα σε μια βδομάδα για να τον υπερασπίσουν. Οι δεξιοί βρίσκονται μπροστά σε αδιέξοδο, και στηρίζουν τις ελπίδες τους σε πιθανή μεταστροφή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Οι εξελίξεις στο Εργατικό Κόμμα είναι ένα μεγάλο σχολείο για το τι σημαίνει αριστερός ρεφορμισμός στη Βρετανία. Όλες οι ελπίδες ότι αν έχεις έναν αριστερό αρχηγό μπορείς να αλλάξεις το Εργατικό Κόμμα καταρρέουν. Είναι πολύ ρεαλιστική η προοπτική μιας βαθιάς διάσπασης του Εργατικού Κόμμματος -είτε προς τα Δεξιά με τη φυγή των βουλευτών, είτε προς τα αριστερά σε περίπτωση που επικρατήσουν οι “πραξικοπηματίες”.
Μέσα σε όλη αυτή την αναταραχή, το SWP παίρνει τις πρωτοβουλίες για τα επόμενα βήματα του κινήματος, για να μην πάει ούτε βήμα πίσω η ορμή που βγήκε από το Μπρέξιτ. Μετά από την απεργία των καθηγητών αυτή τη βδομάδα, το μεγάλο ραντεβού έρχεται στις 16 του Ιούλη με κοινή διαδήλωση που καλούν τα κινήματα “Ορθιοι απέναντι στο ρατσισμό” (Stand Up to Racism) και “Λαϊκή Συνέλευση” με σύνθημα “Όχι στο ρατσισμό, όχι στη λιτότητα”. Ο κόσμος που είχε αυταπάτες ότι η ψήφος υπέρ της ΕΕ είναι άμυνα απέναντι στο ρατσισμό βλέπει ότι είναι οι φωνές του “Όχι” που δίνουν την πραγματική μάχη, συνδέοντας την οργή του κόσμου απέναντι στις περικοπές με τις μάχες που ανοίγουν σε κάθε γειτονιά για την υπεράσπιση των προσφύγων αλλά και ενάντια σε όποιους φασίστες προσπαθούν να σηκώσουν κεφάλι.
Ποιος είναι ο επόμενος;
Δέκα μέρες έχουν περάσει από το δημοψήφισμα στη Βρετανία και το 52% υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά η “τρικυμία” που προκάλεσε το αποτέλεσμα δεν λέει να κοπάσει.
Την περασμένη Πέμπτη η Standard & Poor, ο ένας από τους τρεις μεγάλους (και διαβόητους) διεθνείς οίκους αξιολόγησης, υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα -όχι της Βρετανίας, αυτό το είχε κάνει ήδη τις προηγούμενες ημέρες- της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το ΑΑ+ στο ΑΑ. “Μετά την απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να εγκαταλείψει την ΕΕ”, γράφει η ανακοίνωση της, “αναθεωρήσαμε τη γνώμη μας, για τη συνοχή εντός της ΕΕ, την οποία θεωρούμε πλέον ως έναν ουδέτερο και όχι θετικό παράγοντα αξιολόγησης...”
Στις “αγορές” κυριαρχεί η απογοήτευση, για να μην πούμε η απελπισία. Οι δείκτες των μετοχών στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια “ανέκαμψαν” τυπικά, αλλά η “διόρθωση” (όπου υπήρξε) ήταν στις περισσότερες των περιπτώσεων ορατή μόνο με μεγεθυντικό φακό.
Το πρόβλημα δεν περιορίστηκε ούτε στις Βρετανικές τράπεζες ούτε στις πιο αδύναμες τράπεζες της “περιφέρειας”: το μεσημέρι της Δευτέρας (4 Ιούλη) η αξία της μετοχής της Deutsche Bank, της “ναυαρχίδας” του Γερμανικού Τραπεζικού Συστήματος έκλεισε στα 12.5 Ευρώ -χαμηλότερα από το κλείσιμο όχι μόνο της “Μαύρης Παρασκευής” (της επομένης του δημοψηφίσματος) αλλά και της (ελάχιστα λιγότερο μαύρης) Δευτέρας που την ακολούθησε. Το ίδιο και της Unicredit, μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ιταλίας. Η τιμή της γαλλικής BNP Paribas ανέβηκε μεν από τα 37 Ευρώ στα 40 - σε μια τιμή, όμως, που εξακολουθεί να είναι 12% περίπου χαμηλότερη από τα 46 Ευρώ της ημέρας του δημοψηφίσματος.
“Το Brexit αποκάλυψε δυο πιθανές γραμμές αποτυχίας”, έγραφε την περασμένη Τετάρτη ο Φραντσέσκο Γκατσαρέλι, διευθυντικό στέλεχος της Γκόλντμαν Σακς: “Τις Ιταλικές τράπεζες και τις ασφάλειες ζωής της Γερμανίας”.
Οι ιταλικές τράπεζες κάθονται πάνω σε ένα βουνό από “κόκκινα δάνεια” -με τους μετριοπαθείς υπολογισμούς φτάνουν ήδη στα 360 δισεκατομμύρια Ευρώ. Από αυτά, τα 200 δισεκατομμύρια προέρχονται από επιχειρήσεις που έχουν ήδη αμετάκλητα χαρακτηριστεί “αναξιόχρεες” -που έχουν κατά κανόνα ήδη χρεοκοπήσει. Η αρχική “μαύρη τρύπα” που άφησαν αυτές οι επιχειρήσεις ήταν πολύ μεγαλύτερη (περίπου 450 δις) αλλά οι τράπεζες έχουν ήδη διαγράψει από τα βιβλία τους τα 250 από αυτά, το 55% δηλαδή. Οι οικονομολόγοι, όμως, εκτιμούν ότι αυτό το 55% ήταν πολύ αισιόδοξο. Η πραγματικότητα, λένε, βρίσκεται κοντά στο 80%. Αν έχουν δίκιο, το τραπεζικό σύστημα της Ιταλίας ολόκληρο είναι ήδη “ζόμπι”. Και αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να κρυφτεί κάτω από το χαλί: η κεντρική τράπεζα έχει παραγγείλει ένα “stress test”. Τα αποτελέσματα του αναμένεται να ανακοινωθούν στις 29 Ιούλη.
Τραπεζικός “σκουπιδοτενεκές”
Το πρόβλημα, είναι αλήθεια, δεν είναι καινούργιο. Η κυβέρνηση του Ματέο Ρέντζι προσπάθησε τους προηγούμενους μήνες να “εξυγιάνει” το τραπεζικό τοπίο με τη δημιουργία μιας “κακής τράπεζας” -ενός τραπεζικού “σκουπιδοτενεκέ” με το όνομα “Ατλαντίς”- στην οποία και θα μετέφεραν οι εμπορικές τράπεζες τα προβληματικά τους δάνεια. Αλλά πολύ σύντομα φάνηκε ότι τα κεφάλαια με τα οποία προικοδότησε η κυβέρνηση την “Ατλαντίδα” (4.25 δις) δεν θα έφταναν ούτε για μερικές εβδομάδες.
Το νέο σχέδιο της κυβέρνησης προβλέπει ανακεφαλαιοποίηση των “συστημικών” τραπεζών με δημόσιο χρήμα ύψους 40 δισεκατομμυρίων. Ο Ρέντζι, όμως, έχει να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα: το πρώτο είναι το δημόσιο χρέος της Ιταλίας -που βρίσκεται ήδη στο 135% του ΑΕΠ. Το δεύτερο είναι η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης: με βάση τους νέους κανόνες για την “τραπεζική ένωση” που μπήκαν σε εφαρμογή από την αρχή της χρονιάς, οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών δικαιούνται μεν, σε έκτακτες συνθήκες, να ανακεφαλαιοποιήσουν τις τράπεζες τους -αφού δοκιμάσουν όμως πρώτα την “κυπριακή λύση”, αφού βάλουν, με άλλα λόγια, πρώτα χέρι στις καταθέσεις των αποταμιευτών.
Στη σύνοδο κορυφής που έγινε αμέσως μετά το δημοψήφισμα στη Βρετανία ο Ρέντζι προσπάθησε να πείσει τους ηγέτες της Ευρώπης να παραχωρήσουν στην Ιταλία (λόγω της έκτακτης κατάστασης του Brexit) μια εξαίρεση. Η Ευρώπη, όμως, (κάτω από την πίεση κύρια της Γερμανίας) αρνείται. Αν συνεχιστεί αυτή η επιμονή, οι επιλογές της Ιταλίας θα είναι πολύ περιορισμένες: ή θα αποδεχτεί κάποιου είδους μνημόνιο ή θα προχωρήσει σε μια “μονομερή ενέργεια”, αδιαφορώντας για τους “Ευρωπαϊκούς κανόνες”. Και στις δυο περιπτώσεις, οι επιπτώσεις θα είναι ανυπολόγιστες -και οικονομικά και (κύρια) πολιτικά.
Ούτε τα προβλήματα του ασφαλιστικού τομέα της Γερμανίας είναι μικρότερα. Για να μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους οι ασφαλιστικές εταιρείες θα πρέπει η απόδοση των επενδύσεών τους (που προέρχονται από τα χρήματα που έχουν συγκεντρώσει από τις εισφορές των ασφαλισμένων) να ξεπερνούν το 3% το χρόνο. Τα επιτόκια, όμως, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι αρνητικά. Τα επιτόκια που προσφέρουν οι εμπορικές τράπεζες δεν ξεπερνούν το 1%. Οι αποδόσεις των ομολόγων του γερμανικού δημοσίου είναι μηδενικές.
Το brexit μεγέθυνε αυτά τα προβλήματα: για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που ακολουθούν το “διαζύγιο” με τη Βρετανία ο Μάριο Ντράγκι, ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αναζητεί ήδη τρόπους για να αυξήσει την παροχή ρευστότητας -δηλαδή να κάνει το χρήμα ακόμα πιο φτηνό και πιο εύκολο (για τις τράπεζες και τους επενδυτές, εννοείται, όχι για τον απλό κόσμο). Αλλά αυτό, με όποιο τρόπο και αν γίνει, θα ρίξει ακόμα πιο χαμηλά τα επιτόκια και θα μειώσει ακόμα περισσότερο τις ισχνές σημερινές αποδόσεις. Αργά ή γρήγορα, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση η Γερμανία θα αναγκαστεί να “διασώσει” τις ασφαλιστικές εταιρείες. Πώς; Με ποιες συνέπειες; Αυτό κανένας δεν μπορεί να το προβλέψει.
Όλα αυτά κάνουν την Ευρωπαϊκή Ένωση ολοένα και πιο απεχθή στα μάτια των απλών ανθρώπων. Το 48% των Ιταλών θα ψήφιζε “έξοδο”, σύμφωνα με ένα πρόσφατο γκάλοπ, αν γινόταν δημοψήφισμα. Στη Γαλλία το 41%. Στη Σουηδία το 39%. Στη Γερμανία το 34%. Οι ανησυχίες της άρχουσας τάξης φαίνονται ανάγλυφα από τον τίτλο κιόλας μιας από τις πρόσφατες εκθέσεις της Citi Bank (μια από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές τράπεζες του κόσμου): “Ποιος είναι ο επόμενος; Οι πολιτικοί κίνδυνοι στην Ευρώπη μετά την ψήφο για το Brexit”. Ευτυχώς, σημειώνει με ανακούφιση η συντάκτρια της έκθεσης, το εκλογικό σώμα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει ένα δημοψήφισμα. Αυτό το δικαίωμα παραμένει στα χέρια των κοινοβουλίων που “μοιάζει απίθανο ότι θα το εξασκήσουν”.
Αλλά ο κόσμος μπορεί να χρησιμοποιήσει άλλες ευκαιρίες για να εκφράσει την οργή του. Στην Ιταλία, η κυβέρνηση του Ρέντζι θέλει να επιβάλλει μια σειρά από συνταγματικές μεταρρυθμίσεις -που θα κάνουν το πολιτικό σύστημα πιο “σταθερό”, δηλαδή πιο αντιδημοκρατικό. Για να τις περάσει ετοιμάζεται να προσφύγει στο “λαό” -με δημοψήφισμα το φθινόπωρο. Αν το χάσει ο Ρέντζι θα παραιτηθεί (το έχει δηλώσει από τώρα) και η Ιταλία κινδυνεύει να βυθιστεί σε μια άγρια πολιτική κρίση. Αλλά όπως φάνηκε και από το δημοψήφισμα στη Βρετανία ο “κίνδυνος” αυτός μάλλον ενισχύει το “όχι”.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους απέτυχε η προσπάθεια τρομοκράτησης του κόσμου στο δημοψήφισμα της Βρετανίας (όπως και στο δικό μας πριν από ένα χρόνο) είναι αυτό που οι Γερμανοί ονομάζουν Schadenfreude: η χαρά της καταστροφής. Ναι μπορεί οι “ειδικοί” να έχουν δίκιο και η οικονομία να πάει χειρότερα αν ψηφίσουμε “όχι” ή αν φύγουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ναι μπορεί να πληρώσουμε το τίμημα της επιλογής μας. Αλλά η χαρά που θα πάρουμε από την ήττα σας, η χαρά που θα νοιώσουμε βλέποντας τα ξινισμένα σας μούτρα αξίζει χίλιες φορές περισσότερο.
Όπως δείχνει η ιστορία, όταν τα πράγματα φτάνουν σε αυτό το σημείο, οι άρχουσες τάξεις χρειάζονται πολύ πιο δυνατά όπλα από τους “θεσμούς” για να προφυλάξουν το σύστημά τους. Και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και τα πραγματικά όπλα αποδεικνύονται πολύ αδύναμα για να συγκρατήσουν την οργή που ξεχειλίζει.

