Διεθνή
Ο ισλαμοφοβικός γαλλικός ιμπεριαλισμός

Υγειονομικοί στην Τουλούζη διαδηλώνουν μπροστά στο μπλόκο της αστυνομίας. Φωτό: Μαξίμ Νουά

Ο γάλλος πρόεδρος Μακρόν δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι η Γαλλία δεν θα προσφέρει «καμία μετάνοια ή συγγνώμη» για τον αποικισμό της Αλγερίας ή τον οκταετή πόλεμο που διεξήγαγε ενάντια στην ανεξαρτησία της Αλγερίας, στον οποίο πέθαναν περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι.

Αυτή η κίνηση εξηγείται εν μέρει από εκλογικές σκοπιμότητες. Ο Μακρόν αντιμετωπίζει ήδη τις εκλογές του 2022 έχοντας αντιπολίτευση στα δεξιά του από την φασιστική Εθνική Συσπείρωση της Λεπέν και τους συντηρητικούς Ρεπουμπλικάνους. 

Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. 

Ο Mακρόν διεξάγει μια ολοένα και πιο επιθετική και στρατιωτικοποιημένη εκστρατεία καταστολής τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της Γαλλίας. Υπερασπίζεται αυτές του τις πολιτικές, τόσο ώστε όταν η Mehreen Khan, ανταποκριτής των Financial Times στις Βρυξέλλες, έγραψε ένα άρθρο τον Νοέμβριο επικρίνοντας την Γαλλία για ισλαμοφοβία, ο γάλλος πρόεδρος ανάγκασε την εφημερίδα να κατεβάσει το άρθρο και να δημοσιεύσει την δική του απάντηση. 

Αλλά ακόμη και οι Financial Times χάραξαν μια διαχωριστική γραμμή απέναντι στο νέο νόμο για την «συνολική ασφάλεια» που η κυβέρνηση του Μακρόν έσπευσε να περάσει στο γαλλικό κοινοβούλιο λίγες εβδομάδες αργότερα. Εκατοντάδες χιλιάδες διαδήλωσαν κατά του νέου νόμου στις 28 Νοεμβρίου.

Μία από τις πλέον δυσοίωνες πτυχές του νόμου είναι η ενθάρρυνση που δίνει για μεγαλύτερη χρήση τεχνολογιών παρακολούθησης όπως ντρόουνς, κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης και τεχνολογίες αναγνώρισης προσώπου. Σε ένα σημαντικό του άρθρο, ο Γάλλος μαρξιστής Claude Serfati γράφει: «Ο πληθυσμός που ζει στη γαλλική επικράτεια και ειδικά στα προάστια της πόλης βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με μια ανησυχητική συμμαχία μεταξύ ενός  κατασταλτικού γραφειοκρατικού μηχανισμού και των τελειοποιημένων τεχνολογιών παρακολούθησης».

Ωστόσο, ο Serfati υποστηρίζει ότι αυτές οι πολιτικές πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Ανίκανος να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά σε μη στρατιωτικούς κλάδους βιομηχανίας με τις γερμανικές ή τις ασιατικές εταιρείες, ο γαλλικός καπιταλισμός τείνει εδώ και πολλές δεκαετίες να ειδικεύεται στα όπλα και την αεροδιαστημική. Αυτή η ειδίκευση συνοδεύτηκε από την επέκταση της στρατιωτικής δύναμης της Γαλλίας στο εξωτερικό, ειδικά στη λεγόμενη «Françafrique», την άτυπη αυτοκρατορία που επέβαλε ο Ντε Γκόλ  στις αφρικανικές πρώην αποικίες της Γαλλίας.

Σύμφωνα με τον Serfati, διαδοχικές γαλλικές κυβερνήσεις έχουν κλιμακώσει αυτήν τη στρατηγική. Η Γαλλία είναι η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της ΕΕ. Η εξάπλωση του ισλαμικού ριζοσπαστισμού, ειδικά μετά την άνοδο του ISIS, χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει περισσότερες στρατιωτικές επεμβάσεις, με πιο χαρακτηριστική αυτή στο Μάλι.

Όταν ο Mακρόν έγινε πρόεδρος το 2017, είχε κηρύξει το τέλος της Françafrique. Ωστόσο, σήμερα εξακολουθούν να υπάρχουν 5.100 γάλλοι στρατιώτες σε δέκα βάσεις που είναι διάσπαρτες σε όλη τη Δυτική και Κεντρική Αφρική. Στην επιστολή του προς τους Financial Times, ο Mακρόν καυχήθηκε ότι «ο γαλλικός στρατός δείχνει υποδειγματικό θάρρος στο Σαχέλ (σ.τ.μ: η περιοχή στα νότια της Σαχάρας) και η δράση του εναντίον τρομοκρατικών ομάδων ωφελεί όλη την Ευρώπη» ενώ συνέχισε λέγοντας ότι  «υπάρχουν χώροι αναπαραγωγής τρομοκρατών στην ίδια την Γαλλία».

Ο Μάκρον και η κυβέρνησή του, στην πραγματικότητα, χαρακτηρίζουν τον μουσουλμανικό πληθυσμό της Γαλλίας «εσωτερικό εχθρό». Αλλά στοχεύουν επίσης και αυτούς που διαμαρτύρονται για τις οικονομικές πολιτικές που φορτώνουν τους εργαζόμενους το κόστος της πανδημίας. Ο υπουργός Παιδείας της Γαλλίας συνέδεσε αυτά τα δύο, καταγγέλλοντας τις απεργίες ως «Ισλαμο-αριστερισμό».

Ο Serfati προειδοποιεί ότι η επιδίωξη της «συνολικής ασφάλειας» έχει σαν συνέπεια, ο ίδιος στρατός που χρησιμοποιήθηκε σε νέο-αποικιακές επεμβάσεις στην Αφρική να αναπτύσσεται όλο και περισσότερο στο εσωτερικό για την αστυνόμευση του γαλλικού πληθυσμού. 

Ο Μακρόν χρησιμοποίησε το Συμβούλιο Άμυνας για να συντονίσει την κυβερνητική αντίδραση στην πανδημία. Επίσης, προσπάθησε να επεκτείνει τη γαλλική παρουσία στη Μεσόγειο, ιδίως υποστηρίζοντας τη συμμαχία Ελλάδας, Νότιας Κύπρου και Ισραήλ εναντίον της Τουρκίας. Ωστόσο, ο Μακρόν διατρέχει τον κίνδυνο να υπερκεραστεί  από τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν. 

Η τουρκική επέμβαση στη Λιβύη άλλαξε την ισορροπία υπέρ της κυβέρνησης της Τρίπολης την οποία η Γαλλία προσπαθούσε να ανατρέψει. Και η Τουρκία δραστηριοποιείται όλο και περισσότερο στην υπόλοιπη Αφρική, υπερτριπλασιάζοντας τον αριθμό των πρεσβειών της και προσφέροντας εμπορικές συναλλαγές και βοήθεια. Η επιδίωξη ενός νέου αυτοκρατορικού μεγαλείου εκ μέρους του Μακρόν αντιμετωπίζει εσωτερική αντίσταση και εξωτερικό ανταγωνισμό.