Γράμματα και σχόλια
21η Συνάντηση Ιστορικών Οικονομικής Σκέψης: Ιδέες και προβληματισμοί

Η 21η συνάντηση ιστορικών οικονομικής έλαβε χώρα την Παρασκευή 4 και το Σάββατο 5 Ιουνίου. Τη συνδιοργάνωσαν τα τμήματα οικονομικών επιστημών και ιστορίας και φιλοσοφίας της επιστήμης του ΕΚΠΑ. Το συνέδριο βρέθηκε στο πνεύμα των αναζητήσεων της οικονομικής επιστήμης για ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα που χαρακτηρίζουν όλα τα συνέδρια οικονομικών το τελευταίο διάστημα. Την αναζήτηση αυτή τη συνόψισε ο κεντρικός ομιλητής, ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ, Γιώργος Κριμπάς θυμούμενος τις συζητήσεις για την οργάνωση της παγκόσμιας οικονομίας μετά τον πόλεμο αλλά και τα χρόνια της κυριαρχίας Κεϊνσιανών πολιτικών μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 70.

Είναι βέβαιο ότι η διάρκεια και οι επιπτώσεις της κρίσης του 2008 έχουν ξεφτίσει το νεοφιλευθερισμό, όπως η προηγούμενη κρίση, εκείνη του 1970, απαξίωσε τις πολιτικές κρατικής παρέμβασης. Το σύστημα αναζητά ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα/αφήγημα για τα οικονομικά. Όμως τα προβλήματα των ορθόδοξων οικονομικών ξαναφέρνουν στο προσκήνιο την πολιτική οικονομία και ιδιαίτερα τη Μαρξιστική πολιτική οικονομία. Αξίζει να εμβαθύνουμε σε αυτά τα θέματα.

Αποτυχίες

Τα ορθόδοξα οικονομικά έχουν αναγνωρίσει πλέον ότι η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος δεν οδηγεί στην ευημερία του συνόλου. Σε αυτό το πλαίσιο στρέφονται σε διάφορες κατευθύνσεις. Κάποιοι θεωρούν ότι με τη κρατική παρέμβαση μέσω της επιβολής φόρων θα διορθωθεί η αποτυχία της αγοράς στα θέματα της εισοδηματικής ανισότητας, της καταστροφής του περιβάλλοντος αλλά και της πανδημίας. Έτσι εισηγούνται τη επιβολή φόρου στον πλούτο, επιβάλλουν φόρους στις εκπομπές αερίων και προσπαθούν να αναστείλουν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των εμβολίων ώστε να επιταχυνθεί ο εμβολιασμός ιδιαίτερα στις φτωχότερες χώρες. Άλλοι το πάνε πιο μακριά και αμφισβητούν ότι αυτό το κατασκεύασμα, ο «homo economicus» ή «κοινωνικός ηλίθιος» όπως τον αποκαλεί ο Σεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την κατανόηση της οικονομίας. Σου λέει τι μπορούμε να μάθουμε από τη συμπεριφορά ενός φανταστικού «όντος» που έχει στο κεφάλι του μόνο ένα σύνολο από ιεραρχημένες καταναλωτικές προτιμήσεις που μάλιστα δεν επηρεάζονται από τη συναναστροφή του με τους υπόλοιπους. Έτσι ξαναφέρνουν στο προσκήνιο συλλογικές συμπεριφορές, τη μελέτη των οποίων προσπαθούν να αναλύσουν με τη «θεωρία των παιγνίων». Δηλαδή, με την αναζήτηση πιθανών λύσεων στον ανταγωνισμό (ισοδύναμων) ομάδων για πόρους και εξουσία. Όλα τα παραπάνω δεν ξεφεύγουν από την ανάλυση των οικονομικών σχέσεων σα σχέση μεταξύ πραγμάτων που όμως ονομάζουν, ψευδεπίγραφα, «πολιτική οικονομία».  

Στην πραγματική πολιτική οικονομία, την κλασική πολιτική οικονομία και τον Μαρξ, ο καπιταλισμός αναλύεται σα σχέση μεταξύ ανθρώπων (παραγωγικές σχέσεις) και όχι σαν σχέση μεταξύ πραγμάτων (φετιχισμός του εμπορεύματος). Αυτό επιτρέπει την ανάλυση της δυναμικής του μέσα από τις αντιθέσεις των κοινωνικών τάξεων που συνοψίζονται, στον Μάρξ, στην αντιφατικότητα του κινήτρου του κέρδους. Το τελευταίο εκδηλώνεται στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Όμως αυτό το ξεκάθαρο και διαχρονικό συμπέρασμα έχει παρεξηγηθεί από κάποιους σαν την αρχή και το τέλος της Μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας. Μοιάζει κάπως με αυτά που έλεγε το ΚΚΕ στο πεδίο της πολιτικής επί Παπαρήγα «καπιταλισμό έχουμε, τι περιμένατε». Η δύναμη της Μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας βρίσκεται στο ότι μέσα από την ανάλυση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού μπορεί να μεταφέρει τους γενικούς νόμους του καπιταλισμού στην ανάλυση της τρέχουσας οικονομίας και της οικονομικής πολιτικής. 

Αυτό δεν είναι μια αφηρημένη επισήμανση, αντίθετα αφορά την πραγμάτωση του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Δηλαδή, τα ζητήματα που βρίσκονται στο κέντρο της τρέχουσας οικονομικής κρίσης και της οικονομικής πολιτικής. Την πίστη, τις τράπεζες, τα επιτόκια, τα χρηματιστήρια, τις μετοχές, τα ομόλογα, τα παράγωγα και τόσα άλλα που έχουν στοιχίσει τρισεκατομμύρια στις κοινωνίες από το 2008 και μετά. Όπως επισημαίνει ο Ροσντόλσκι αλλά αναφέρει και ο ίδιος ο Μαρξ στις επιστολές στον Κούγκελμαν (28/12/1862) και στον Ένγκελς (2/4/2858) τα θέματα αυτά δεν μπορεί να τα προσεγγίσει κανείς αναλύοντας γενικά το κεφάλαιο αλλά τα ατομικά κεφάλαια στη συγκεκριμένη πραγματικότητα που δραστηριοποιούνται. Αν μείνουμε στο γενικό επίπεδο τότε μπροστά την αδυναμία προσδιορισμού απλών μεγεθών όπως το επιτόκιο το μόνο που μένει να ειπωθεί είναι αυτό που λέχθηκε και στο συνέδριό μας: «εμάς δεν μας ενδιαφέρει το επιτόκιο μας ενδιαφέρει το ποσοστό κέρδους». Είναι σα να παραδίδουμε την τρέχουσα οικονομία και οικονομική πολιτική στην αστική πολιτική οικονομία περιοριζόμενοι στην αποκάλυψη των βαθύτερων νόμων του συστήματος. Το τραγικό είναι ότι αυτό γίνεται σε μια εποχή που τα ορθόδοξα οικονομικά, μέσα στα προβλήματά τους, αφήνουν χώρο για να φτάσει η αμφισβήτηση των κυρίαρχων πολιτικών σε κόσμο που δεν θα δεχόταν να ακούσει καν αυτές τις απόψεις σε άλλες συνθήκες.

Το ελπιδοφόρο είναι ότι αυτά και άλλα θέματα πολιτικής οικονομίας πλέον συζητιόνται και θα έχουμε ελπίζω την ευκαιρία να τα συζητήσουμε κι εμείς σε forum πολιτικής ζύμωσης όπως ο φετινός Μαρξισμός.            

Νίκος Στραβελάκης, οικονομολόγος ΕΚΠΑ