Διεθνή
Οι ήττες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού

Αφγανιστάν: 20 χρόνια μάταιης σφαγής

Ο 20ετής πόλεμος της Δύσης στο Αφγανιστάν τέλειωσε με ήττα. 

Αυτό ήταν το συμπέρασμα του βρετανού στρατηγού Ντάνατ, με ενεργό συμμετοχή στην επέμβαση του Αφγανιστάν, στην εφημερίδα Daily Telegraph καθώς τα τελευταία στρατεύματα των ΗΠΑ αναχωρούσαν από το αεροδρόμιο Μπαγκράμ την περασμένη Παρασκευή και ενώ φτωχοί άνθρωποι μπούκαραν στο γιγαντιαίο συγκρότημα για να περιμαζέψουν  πράγματα που τυχόν είχαν αφήσει οι Αμερικανοί. 

Τα τελευταία 2.500-3.500 αμερικανικά στρατεύματα που παρέμεναν στο Αφγανιστάν αποχώρησαν μήνες νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό του προέδρου Μπάιντεν που ήταν για τις 11 Σεπτεμβρίου. Στο μεταξύ, οι Ταλιμπάν, τους οποίους ο Τζορτζ Μπους και ο Τόνι Μπλερ είχαν δεσμευτεί ότι θα συντρίψουν το 2001 όταν ξεκινούσαν την ιμπεριαλιστική τους επέμβαση στο Αφγανιστάν, νικάνε τον αφγανικό στρατό παίρνοντας τον έλεγχο από περιοχή σε περιοχή.  

Είναι ενδεικτικό ότι αμερικάνοι στρατιωτικοί αναλυτές δίνουν στην κυβέρνηση της πρωτεύουσας Καμπούλ μόλις έξι μήνες μέχρι την ανατροπή της εξουσίας της. «Τελικά, επικράτησε η δύναμη των Ταλιμπάν και ο λαός αυτής της χώρας στερείται την ευκαιρία να επιλέξει έναν καλύτερο τρόπο ζωής», δήλωσε κυνικά ο στρατηγός Ντάνατ, στην ουσία κατηγορώντας τον αφγανικό λαό και προσθέτοντας: «Είναι τραγικό αλλά η κάθοδος στο χάος ενός εμφυλίου πολέμου φαίνεται πλέον πολύ πιθανή».

Αποτυχία

Ανυπολόγιστο είναι το κόστος αυτής της αποτυχημένης εκστρατείας της Δύσης στο Αφγανιστάν σε ανθρώπινες ζωές. Εκατοντάδες χιλιάδες Αφγανοί άμαχοι σκοτώθηκαν, κυρίως σε αεροπορικές επιθέσεις των ΗΠΑ. Δεν θα μάθουμε ποτέ τον ακριβή αριθμό, γιατί οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να μετρήσουν τους νεκρούς που άφηναν στα ερείπια των βομβαρδισμών τους. Εκατοντάδες στρατιώτες  των νατοϊκών δυνάμεων έχασαν επίσης τη ζωή τους σε αυτήν την ιμπεριαλιστική κατοχή που πολύ γρήγορα οδηγήθηκε σε τέλμα.

Όλα αυτά απέχουν παρασάγγας απ’ όσα έλεγαν ο Μπους, ο Μπλερ και οι υπόλοιποι ηγέτες των χωρών – ανάμεσά τους και οι ηγέτες των ελληνικών κυβερνήσεων- που στήριξαν στρατιωτικά την επέμβαση πριν δύο δεκαετίες υποστηρίζοντας ότι δεν πρόκειται για έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο συμφερόντων αλλά έναν «ανθρωπιστικό» πόλεμο που θα έφερνε τη δημοκρατία στο Αφγανιστάν, που θα έδινε δικαιώματα στις γυναίκες και θα άνοιγε σχολεία. Συνέχιζαν να πουλάνε τα ίδια παραμύθια παρά το γεγονός ότι οι βόμβες τους συνέχιζαν να δολοφονούν γυναίκες και παιδιά σε «χειρουργικά» χτυπήματα σε γάμους και γιορτές. 

Ο αφγανικός λαός συνέχισε να τους βλέπει σαν αυτό που πραγματικά ήταν: ένας στρατός κατοχής που ποτέ δεν νοιάστηκε πραγματικά για τους ανθρώπους που κατοικούν τη χώρα -την οποία συνέχισαν να  εγκαταλείπουν κατά εκατομμύρια και να γίνονται πρόσφυγες καθ’ όλη την τελευταία εικοσαετία- που ποτέ δεν τους προστάτεψε πραγματικά και γι’ αυτό ουδέποτε κέρδισε και την εμπιστοσύνη τους. 

Ο πόλεμος των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, ίσως ο πιο μακρύς της ιστορίας τους, είχε ένα και αποκλειστικό στόχο, να αποτελέσει μια επίδειξη στρατιωτικής δύναμης των ΗΠΑ προς τις υπόλοιπες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις του πλανήτη, ότι ο νέος 21ος αιώνας θα ήταν ο δικός τους αιώνας.

 Όπως έχει φανεί από το αποτέλεσμα της επέμβασης στο Αφγανιστάν το 2001 και αυτής που ακολούθησε στο Ιράκ το 2003, το σχέδιο αυτό απέτυχε παταγωδώς. «Βρισκόμαστε σε χάος. Η χώρα βρίσκεται σε σύγκρουση, υποφέρει στον υπέρτατο βαθμό» δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρώην πρόεδρος του Αφγανιστάν, Χαμίντ Καρζάι. «Όσοι ήρθαν εδώ πριν από 20 χρόνια στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας όχι μόνο δεν κατάφεραν να την τερματίσουν, αλλά, υπό την εποπτεία τους, πέτυχαν να ακμάσει. Αυτό εγώ το ονομάζω αποτυχία». 

Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν εντελώς γεωστρατηγικά την περιοχή καθώς βρίσκονται σε συνεννοήσεις με το Πακιστάν, την Τουρκία και άλλες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ προκειμένου να εξασφαλίσουν μέσω τρίτων κάποιον έλεγχο. Και είναι πραγματικά απάνθρωπο και απαράδεκτο, το ελληνικό κράτος -που επί χρόνια αποτέλεσε κομμάτι του στρατού κατοχής στέλνοντας εκατοντάδες στρατιώτες της ΕΛΔΑΦ- μαζί με τα υπόλοιπα κράτη της ΕΕ να θέτουν κάθε μήνα που περνάει όλο και περισσότερα εμπόδια στους Αφγανούς πρόσφυγες που προσπαθούν να σώσουν τη ζωή των ίδιων και των παιδιών τους. 

Γιώργος Πίττας


Ντόναλντ Ράμσφελντ - μαδημένο γεράκι

γράφει ο Άλεξ Καλλίνικος

«Ο Ντόναλντ Ράμσφελντ δεν χάνει ποτέ». Ο Τζέιμς Μανν στο βιβλίο του «Rise of the Vulcans» χαρακτηρίζει την παραπάνω φράση ως «ένα παλιό κομμάτι λαϊκής σοφίας που κυκλοφορούσε μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων εδώ και δεκαετίες».

Ο Ράμσφελντ, ο οποίος πέθανε πριν δύο εβδομάδες, υπηρέτησε ως βοηθός του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Οι κασέτες που ήρθαν στο φως με το σκάνδαλο Watergate και περιέχουν τις συνομιλίες του Νίξον δείχνουν ότι ο ίδιος και οι βασικοί βοηθοί του, J. Ehrlichman και H. R. Haldeman θεωρούσαν τον Ράμσφλεντ φιλόδοξο και αναξιόπιστο μηχανορράφο.

Και το απέδειξε αυτό όταν ο Νίξον αναγκάστηκε να παραιτηθεί τον Αύγουστο του 1974. Ο νέος πρόεδρος, ο Τζέραλντ Φορντ, έκανε τον Ράμσφελντ προσωπάρχη του στον Λευκό Οίκο και στη συνέχεια υπουργό Άμυνας, όταν ο Ντικ Τσέινι, προστατευόμενος και αναπληρωτής του Ράμσφελντ, ανέλαβε αυτός προσωπάρχης. Οι δυο τους υπονόμευσαν συστηματικά την εξωτερική πολιτική του υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσιγκερ, όταν εκείνος επεδίωξε την ύφεση με τη Σοβιετική Ένωση.

Ο Ράμσφελντ και ο Τσέινι μαζί με άλλα στελέχη της κρατικής γραφειοκρατίας έθεταν σαν στόχο να αντιστρέψουν την ταπεινωτική ήττα που υπέστησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Βιετνάμ. Έθεσαν τις βάσεις για τον Δεύτερο Ψυχρό Πόλεμο που αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Οι, όχι και τόσο κρυφές, φιλοδοξίες του Ράμσφελντ να γίνει πρόεδρος δεν οδήγησαν ποτέ σε αυτό, οπότε μπήκε στις επιχειρήσεις και εκεί συγκέντρωσε μια περιουσία. Υπηρέτησε ως απεσταλμένος του Ρόναλντ Ρίγκαν στη Μέση Ανατολή. Έχοντας αυτόν τον ρόλο, πέταξε στη Βαγδάτη το Δεκέμβριο του 1983 για να συναντήσει τον ιρακινό δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν. Ο Ράμσφελντ είπε στον Σαντάμ: «Η δική μας κατανόηση της σημασίας της ισορροπίας στον κόσμο και στην περιοχή, είναι παρόμοια με εκείνη του Ιράκ». Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ ήθελαν να χρησιμοποιήσουν το Ιράκ ως αντίβαρο στο Ιράν. Ο Ρίγκαν και ο Ράμσφελντ αγνόησαν τις πληροφορίες που είχαν ότι ο Σαντάμ χρησιμοποιούσε χημικά όπλα εναντίον τόσο του Ιράν όσο και των Κούρδων.

Τα εγκλήματα του Σαντάμ έγιναν άξια αναφοράς όταν - μετά την ήττα του Ιράν και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης - οι περιφερειακές του φιλοδοξίες άρχισαν να αποτελούν απειλή για την κυριαρχία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Ο Ράμσφελντ εντάχθηκε στο νεοσυντηρητικό λόμπι που ισχυρίστηκε ότι ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος έκανε λάθος όταν δεν ανέτρεψε τον Σαντάμ μετά τη νίκη των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου το 1991.

 Όταν ο γιος του, ο Τζωρτζ Μπους ο νεότερος μπήκε στον Λευκό Οίκο δέκα χρόνια αργότερα, ο Ράμσφελντ είχε την ευκαιρία να διορθώσει αυτό το λάθος από τη θέση του υπουργού Άμυνας. Στη συνέχεια ήρθαν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτον. Παρόλο που δεν είχαν καμία σχέση με το Ιράκ, ο Ράμσφελντ υπαγόρευσε σε έναν βοηθό του: «Κρίνε αν είναι δυνατό να χτυπήσουμε τον Σ.Χ (Σαντάμ Χουσεΐν) ταυτόχρονα. Όχι μόνο τον Ο.Μ.Λ (Οσάμα Μπιν Λάντεν)». 

Η στρατηγική της στόχευσης του Ιράκ διατυπώθηκε με μεγαλύτερη σαφήνεια από τον Γούλφοβιτζ, τον αναπληρωτή υπουργό Άμυνας του Ράμσφελντ.

Ήττες

Υποστήριξε ότι η παγκόσμια ηγεμονία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού απειλήθηκε από την άνοδο των «νέων δυνάμεων», πάνω από όλα της Κίνας. Η κατάληψη του Ιράκ και η εγκατάσταση ενός φιλοδυτικού «δημοκρατικού» καθεστώτος θα μπορούσε να εδραιώσει την κυριαρχία των ΗΠΑ σε μια περιοχή που αποτελεί κρίσιμη πηγή ενέργειας για τους κύριους αντιπάλους της Ουάσιγκτον. Ο Ράμσφελντ εφάρμοσε αυτήν τη στρατηγική. 

Μετά τον θάνατό του, ο Τζορτζ Πάκερ από το Atlantic Monthly έγραψε: «Ο Ράμσφελντ ήταν ο χειρότερος υπουργός Άμυνας στην αμερικανική ιστορία». Το κρίσιμο σφάλμα του ήταν να πιστέψει ότι μια λιτή αλλά βαριά οπλισμένη εκστρατευτική δύναμη, υποστηριζόμενη από έναν άξονα ιδιωτικών εταιρειών, θα μπορούσε να πάρει και να κρατήσει το Ιράκ, μια φτωχή αλλά μεγάλη και περίπλοκη χώρα.

Οι ΗΠΑ μπoρούσαν πράγματι να νικήσουν τον στρατό του Σαντάμ σε ένα συμβατικό πόλεμο. Αλλά ο Ράμσφελντ και οι στρατηγοί του δεν είχαν ιδέα πώς να αντιμετωπίσουν την ένοπλη αντίσταση που αναπτύχθηκε σε όλη τη χώρα. Η αδιάκριτη χρήση βασανιστηρίων στη φυλακή του Άμπου Γκράιμπ δεν έλυσε το πρόβλημα. Ούτε η ενθάρρυνση του εμφύλιου πόλεμου. Το καθεστώς που φύτεψε η Ουάσιγκτον στο Ιράκ ανάγκασε τα στρατεύματα των ΗΠΑ να αποσυρθούν από τη χώρα στο 2011. 

Στα νιάτα του ο Ράμσφελντ αντιμετώπισε την ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Αλλά ήταν ο αρχιτέκτονας μιας ακόμη μεγαλύτερης ήττας. Ο Ράμσφελντ έχασε χοντρά. Το ίδιο έκανε και η αυτοκρατορία που υπηρέτησε.