Διεθνή
Γερμανία: Πίσω από τα ωραία λόγια

Όλαφ Σολτς και Άνγκελα Μέρκελ

«Η πιο προοδευτική κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών». Έτσι παρουσιάζουν τα περισσότερα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τη νέα τρικομματική κυβέρνηση του Όλαφ Σολτς που ετοιμάζεται να διαδεχτεί την κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ μέσα στις επόμενες εβδομάδες. «Οι νέοι κυβερνητικοί εταίροι δυσκολεύτηκαν να καταλήξουν σε κάποια συμφωνία σχεδόν στα πάντα, από τους φόρους και τις συντάξεις ως την κλιματική αλλαγή», γράφει η εφημερίδα Financial Times. «Σε ένα μόνο ζήτημα ήταν ενωμένοι: στην επιθυμία τους να είναι η πιο προοδευτική κοινωνικά κυβέρνηση εδώ και τουλάχιστον μια γενιά».

Να φαίνεται σαν «η πιο προοδευτική κοινωνικά κυβέρνηση εδώ και τουλάχιστον μια γένια» θα έπρεπε να γράφει. Γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα το προοδευτικό στον συνασπισμό Σοσιαλδημοκρατών, Πράσινων και Φιλελεύθερων που θα κυβερνήσει τα επόμενα τέσσερα χρόνια τη Γερμανία.

Είναι αλήθεια ότι τα τρία κόμματα συμφώνησαν να νομιμοποιήσουν τη χρήση της κάνναβης, να άρουν κάποιους από τους περιορισμούς που βάζουν οι σημερινοί νόμοι στα ομόφυλα ζευγάρια, να επιτρέψουν σε κάποιους από τους πρόσφυγες που ζουν στη Γερμανία να φέρουν τις οικογένειές τους και να αυξήσουν τον βασικό μισθό. Αλλά αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από ένα προπέτασμα καπνού, μια ψεύτικη ωραία πρόσοψη. Ο πραγματικός στόχος της νέας κυβέρνησης δεν είναι η φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας. Ο πραγματικός τους στόχος είναι να κάνουν τη Γερμανία ξανά «μεγάλη δύναμη» -όχι μόνο οικονομικά (που είναι), αλλά και διπλωματικά, πολιτικά και στρατιωτικά.

Το υπουργείο Εξωτερικών θα αναλάβει η «πράσινη» Αναλένα Μπέρμποκ. Η Μπέρμποκ υπόσχεται μια εξωτερική πολιτική πιστή «στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ανθρώπινες αξίες» και όχι από τα στενά οικονομικά συμφέροντα της Γερμανία. Πίσω από αυτά τα ωραία λόγια, όμως, αυτό που κρύβεται είναι μια πιο επιθετική πολιτική απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία και μια μεγαλύτερη ευθυγράμμιση με την ιμπεριαλιστική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Μπέρμποκ θα είναι η δεύτερη «πράσινη» υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας. Ο πρώτος ήταν ο Γιόσκα Φίσερ. Το μεγαλύτερό του «επίτευγμα» ήταν η αποστολή γερμανικών στρατευμάτων στη Γιουγκοσλαβία -η πρώτη γερμανική στρατιωτική αποστολή στο εξωτερικό μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Μπέρμποκ έχει ταχθεί ανοιχτά ενάντια στην ολοκλήρωση του Nord Stream II, του αγωγού που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ρωσία στην Ευρώπη μέσω της Βαλτικής, όχι γιατί το φυσικό αέριο μολύνει την ατμόσφαιρα αλλά για γεωπολιτικούς λόγους -γιατί ο αγωγός παρακάμπτει την Ουκρανία, μια φιλοδυτική πρώην σοβιετική δημοκρατία που βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Ρωσία. 

“Λιγότερο κράτος”

Το υπουργείο Οικονομικών θα πάει στον «φιλελεύθερο» Κρίστιαν Λίντνερ. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μπορεί να θεωρηθεί ακόμα και φιλάνθρωπος αν συγκριθεί με τον Λίντνερ. Ο αρχηγός του Κόμματος των «Ελεύθερων Δημοκρατών» είναι σκληρός οπαδός των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και του «λιγότερου κράτους». Μια από τις προϋποθέσεις που έθεσε για τη συμμετοχή του κόμματός του στην κυβέρνηση ήταν και η διατήρηση του «φρένου χρέους» -της συνταγματικής ρύθμισης που απαγορεύει στις γερμανικές κυβερνήσεις να αυξάνουν ουσιαστικά το δημόσιο χρέος. Ο Όλαφ Σολτς -που ήταν υπουργός οικονομικών στην τελευταία κυβέρνηση της Μέρκελ- είχε αναστείλει τη ρύθμιση αυτή πέρσι λόγω της πανδημίας. Τα προεκλογικά προγράμματα τόσο των Σοσιαλδημοκρατών όσο και των Πράσινων υπόσχονταν την μόνιμη κατάργηση αυτού του «φρένου». Αλλά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Τυπικά τουλάχιστον. 

Το «φρένο χρέους» έχει προστατεύσει μεν το γερμανικό δημόσιο από τα «υπερβολικά» ελλείμματα και χρέη, σε βάρος όμως των δημοσίων επενδύσεων και των υποδομών που απαρχαιώνονται και καταρρέουν. Η Κίνα επενδύει εδώ και μια δεκαετία τεράστια ποσά στον εκσυγχρονισμό των επικοινωνιών, των συγκοινωνιών, των πληροφοριακών δικτύων κλπ. Το ίδιο έχει αρχίσει να κάνει και η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ο προϋπολογισμός του προγράμματος εκσυγχρονισμού του Μπάιντεν πλησιάζει τα δυο τρισεκατομμύρια δολάρια. Ο Σολτς υποσχέθηκε, την ημέρα που ανακοίνωσε τη συμφωνία για τον σχηματισμό της τρικομματικής κυβέρνησης,  «τον μεγαλύτερο εκσυγχρονισμό της Γερμανίας εδώ και εκατό χρόνια». Ένα σημαντικό κομμάτι αυτού του εκσυγχρονισμού είναι και το «πρασίνισμα» της οικονομίας. Όχι τυχαία, φυσικά: τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι τομείς αιχμής για τη γερμανική βιομηχανία.

Πως θα χρηματοδοτήσει αυτόν τον εκσυγχρονισμό χωρίς να παραβιάσει το «φρένο χρέους»; Η απάντηση είναι απλή: παραβιάζοντάς τον «από την πίσω πόρτα». Η νέα κυβέρνηση σκοπεύει να χρηματοδοτήσει τις δημόσιες επενδύσεις μέσα από «μοντέρνες τεχνικές» όπως είναι ο απευθείας δανεισμός των δημοσίων επιχειρήσεων (που δεν προστίθεται στο χρέος του στενού δημοσίου), η χρηματοδότηση των έργων μέσα από την κρατική τράπεζα επενδύσεων KfW. Όταν πρόκειται για τις ανάγκες του κεφαλαίου, άλλωστε, πάντα βρίσκεται και ένας τρόπος.