Διεθνή
Ουκρανία: Ξανά στη δίνη των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών

Κάτι παραπάνω από δύο ώρες διάρκεσε η συνάντηση, μέσω βιντεοκλήσης, του Μπάιντεν και του Πούτιν την Τρίτη 7 Δεκέμβρη. Αυτό που απασχόλησε τους δυο προέδρους ήταν ουσιαστικά η κατάσταση στην Ουκρανία. Για την ακρίβεια στα σύνορα της Ουκρανίας με τη Ρωσία. Ξαφνικά, μια «παγωμένη» σύγκρουση, από το 2014-15 μοιάζει να αναθερμαίνεται. Σύμφωνα με τα ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ ο Μπάιντεν έδωσε μια «αυστηρή προειδοποίηση» στον Πούτιν να μην προχωρήσει σε πολεμικές ενέργειες. Την ίδια στιγμή λένε ότι ο Μπάιντεν «μετρίασε την ένταση», «απέτρεψε  ένα πόλεμο» με την πρότασή του για διάλογο ανάμεσα στη Ρωσία και «βασικές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ». Τι συνέβη πραγματικά;

Από τον Οκτώβρη μέχρι και σήμερα ο διεθνής τύπος είναι γεμάτος με ειδήσεις και σχόλια για την «απειλή του πολέμου» ανάμεσα στις δυο χώρες. Ο λόγος για αυτόν τον συναγερμό είναι η συγκέντρωση ρωσικών στρατευμάτων πολύ κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία περίπου 120 χιλιάδες λένε οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις που δεν είναι και τόσο αντικειμενικές βέβαια μιας και προέρχονται από την κυβέρνηση του Κιέβου. Οι εκπρόσωποί της έσπευσαν να μιλήσουν για επικείμενη ρωσική εισβολή. Ο αρχηγός της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών έδωσε και ημερομηνίες: τέλη Γενάρη αρχές Φλεβάρη. 

Αυτό που λένε ουσιαστικά όλοι οι παραπάνω είναι ότι ο Πούτιν θέλει να «τελειώσει τη δουλειά» που άρχισε το 2014 όταν προσάρτησε την Κριμαία στην Ρωσία και ενίσχυσε τις περιοχές της ανατολικής -και ρωσόφωνης- Ουκρανίας που είναι υπό τον έλεγχο των «σεπαρατιστών» όπως τους ονομάζει το Κίεβο. Τώρα θέλει να καταπιεί όλη την Ουκρανία και οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ κραυγάζουν ότι «πρέπει να κάνουν το καθήκον» τους. 

Αντίθετα, οι διπλωματικοί εκπρόσωποι της Ρωσίας λένε ότι είναι δικαίωμα ενός κυρίαρχου κράτους να μετακινεί και να διατάσσει το στρατό του όπως θέλει μέσα από τα σύνορά του. Το πρόβλημα, λένε, είναι η επιθετικότητα της Δύσης. Χαρακτηριστικές είναι οι περίφημες «κόκκινες γραμμές» που έθεσε ο Πούτιν και στην συνάντηση με τον Μπάιντεν: «νομικές δεσμευτικές εγγυήσεις ασφάλειας» ότι θα σταματήσει η επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά, δηλαδή η Ουκρανία δεν θα γίνει ποτέ μέλος του και, δεύτερον, ότι δεν θα εγκατασταθούν εκεί στρατεύματα και οπλικά συστήματα που μπορούν σε λίγα λεπτά να πλήξουν την Ρωσία. 

Ο Μπάιντεν δεν μπορούσε να δεσμευτεί -και μάλιστα «νομικά»- για αυτά. Η Ουκρανία ήταν και παραμένει «παραμεθόριος των ιμπεριαλισμών» (τίτλος ενός κεφαλαίου στην έκδοση του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου «Ουκρανία, Σταυροδρόμι ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών»). Το ποιος την ελέγχει έχει σημασία, για παράδειγμα για τους αγωγούς του φυσικού αερίου που τη διασχίζουν και για τα λιμάνια της στη Μαύρη Θάλασσα. Ούτε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ούτε οι ευρωπαϊκοί είναι διατεθειμένοι να την αφήσουν να επιστρέψει στη σφαίρα επιρροής της Μόσχας. 

Τον Ιούλη ο Πούτιν δημοσίευσε ένα δοκίμιο πεντέμισι χιλιάδων λέξεων με τίτλο «Για την ιστορική ενότητα Ρώσων και Ουκρανών» με αναφορές στη κοινή καταγωγή στο βασίλειο των Ρως του 9ου αιώνα και την Ορθοδοξία (και με καταδίκες της πολιτικής των μπολσεβίκων στη δεκαετία του ’20). Αυτό που έγραφε στην ουσία είναι ότι η Ουκρανία μπορεί να μείνει ανεξάρτητη φτάνει να μην περάσει στη σφαίρα επιρροής κάποιου «άλλου», να μη γίνει «αντι-Ρωσία». 

Εχει περάσει ανεπιστρεπτί ο καιρός που ο ρωσικός ιμπεριαλισμός αντιμετώπιζε τον αμερικάνικο, στο Βερολίνο, σαν η δεύτερη μεγάλη παγκόσμια υπερδύναμη. Οι γραμμές του ανταγωνισμού έχουν μετακινηθεί εκατοντάδες χιλιόμετρα ανατολικότερα. 

Συνεννόηση

Όμως, αυτό που διεκδικεί η διπλωματία του Πούτιν -κομμάτι της και η διπλωματία των όπλων- δεν είναι τόσο οι «νομικές εγγυήσεις» για το μέλλον της Ουκρανίας, αλλά η επιστροφή της Ρωσίας στη λέσχη των Μεγάλων Δυνάμεων. Είναι μια πυρηνική μεγάλη δύναμη, αλλά από όλες τις άλλες απόψεις δεν είναι. Για παράδειγμα βρίσκεται στην 11η θέση της παγκόσμιας κατάταξης από άποψης ΑΕΠ, πίσω από την Ιταλία και τη Βραζιλία. Με άλλα λόγια ο Πούτιν χρησιμοποιεί τη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας για να έρθει σε απευθείας συνεννόηση με τις ΗΠΑ, σαν ίσος προς ίσο, παρακάμπτοντας τους «μεσάζοντες» (την Ε.Ε.). Αυτή άλλωστε είναι η ουσία του ιμπεριαλισμού όπως τον ανέλυαν οι μαρξιστές των αρχών του 20ου αιώνα. 

Και η αλήθεια είναι ότι για τον Μπάιντεν -και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό- η Ουκρανία έχει μικρότερη σημασία από ότι έχει για τον Πούτιν και το ρώσικο ιμπεριαλισμό. Η σύνοδος των G7 τον Ιούνη έβγαλε ανακοινωθέν ενάντια στην Κίνα, όχι ενάντια στη Ρωσία. Το σύνθημα του Μπάιντεν America is back σηματοδοτεί την προσπάθεια οικοδόμησης μιας συμμαχίας, ή αλυσίδας συμμαχιών ενάντια στον ανερχόμενο ιμπεριαλισμό της Κίνας. Και σε αυτό το σύστημα των συμμαχιών υπάρχει χώρος, υπό προϋποθέσεις και για τη Ρωσία. 

Περίπου πενήντα χρόνια πριν, ο πρόεδρος Νίξον των ΗΠΑ ξεκίνησε την προσέγγιση με την Κίνα του Μάο Τσετούνγκ για να πλήξει την τότε ΕΣΣΔ (και να ξεμπερδέψει με τον πόλεμο στο Βιετνάμ). Τώρα, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός δε θα χε πρόβλημα να πιέσει το Πεκίνο μέσω Μόσχας. 

Για κάποια τμήματα της Αριστεράς εδώ και διεθνώς, η συμμαχία Ρωσίας-Κίνας θεωρείται όχι μόνο κάτι επιθυμητό ως το νέο «αντίπαλο δέος» στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό αλλά και ως τετελεσμένο γεγονός. Όμως, αυτή η συμμαχία δεν υφίσταται. Για παράδειγμα, η Κίνα δεν αναγνώρισε την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία και συνεχίζει να θεωρεί τις «δημοκρατίες» της Αμπχαζίας και της Οσετίας ως τμήματα της Γεωργίας, σε αντίθεση με τη Μόσχα. Κι ο Πούτιν επί της ουσίας σφύριζε αδιάφορα όταν το φθινόπωρο οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Αυστραλία συνέπηξαν τη στρατιωτική συμμαχία AUKUS ενάντια στην Κίνα. 

Ο Ντμίτρι Τρένιν, διευθυντής του Carnegie Moscow Center (και πρώην ανώτερος αξιωματικός του ρωσικού στρατού) έγραφε σε ένα άρθρο του τον Οκτώβρη: «Σε ένα κόσμο που καθορίζεται όλο και περισσότερο από τον ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων ΗΠΑ και Κίνας, οι ΗΠΑ σαφώς και ενδιαφέρονται να αποτρέψουν τη στενή προσέγγιση Κίνας και Ρωσίας. Η Κίνα εκτιμάει τη στενή της σχέση με τη Ρωσία, αλλά, επειδή ουσιαστικά παίζει σόλο, δεν είναι ούτε έτοιμη ούτε πρόθυμη να προχωρήσει σε μια στρατιωτική συμμαχία μαζί της. Και η Ρωσία, ένας σημαντικός διεθνής παίκτης αλλά όχι υπερδύναμη όπως οι άλλες δυο χώρες επιδιώκει να διατηρήσει μια ισορροπία, όχι απαραίτητα ίση απόσταση, απέναντι στην Αμερική, τη Κίνα και τον ανταγωνισμό τους». 

Ψυχροί υπολογισμοί

Γι’ αυτούς τους λόγους, η συνάντηση του Μπάιντεν και του Πούτιν έληξε με την πρόταση του πρώτου για το ξεκίνημα ενός διαλόγου ανάμεσα στη Ρωσία και «βασικούς συμμάχους του ΝΑΤΟ» με θέμα την Ουκρανία και όλα τα άλλα ζητήματα που έχουν προκύψει. Δεν είναι η φιλειρηνική καρδιά του «προοδευτικού» Μπάιντεν που οδήγησε σε αυτή την πρόταση. Είναι οι ψυχροί υπολογισμοί του ανταγωνισμού με την Κίνα ο οποίος από οικονομικός γίνεται ταχύτατα στρατιωτικός, «γεοπολιτικός». 

Όμως, άλλο πράγμα οι υπολογισμοί και άλλο πράγμα τα αποτελέσματα. Υπήρχε πάλι μια περίοδος, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 που ανθούσαν οι αναλύσεις για τη «μοναδική υπερδύναμη», τις ΗΠΑ, οι οποίες θα έλυναν και έδεναν κατά βούληση σε όλο τον πλανήτη επιβλέποντας την παγκοσμιοποίηση που έστελνε τους παλιούς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στο μουσείο. 

Αυτές οι αναλύσεις είχαν λάθος τότε και διαψεύδονται παταγωδώς σήμερα, όπως εξηγεί πολύ καλά ο Ν. Λούντος στο σχετικό άρθρο στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Σοσιαλισμός από τα Κάτω. Η ταπείνωση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στο Αφγανιστάν έφερε ανάμεσα στ’ άλλα και όλους τους συμμάχους, πρόθυμους ή μη, των ΗΠΑ, να αναρωτιούνται πόσο μπορούν να στηρίζονται στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό για τις επιδιώξεις και τις φιλοδοξίες τους.

Ο Μπάιντεν ίσως να θέλει μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία με τον Πούτιν, όμως οι Βαλτικές χώρες, η Πολωνία και η Ρουμανία που είναι μέλη του ΝΑΤΟ πλέον και «φιλοξενούν» αμερικάνικα πυραυλικά συστήματα, βλέπουν αυτή την προοπτική με δέος. Ούτε η Γαλλία ούτε η Γερμανία είναι στο τσεπάκι των ΗΠΑ. 

Στην πραγματικότητα, όλες οι ψυχρές και ορθολογικές, με βάση τα δικά τους συμφέροντα, κινήσεις των μεγάλων και «μικρών» ιμπεριαλιστών, οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερο χάος και αστάθεια σε όλο τον κόσμο. Κανείς τους, όσο έμπειρη διπλωματία ή ένοπλη δύναμη και αν διαθέτει δεν μπορεί να ελέγξει και να προβλέψει που θα σημειωθεί η επόμενη «ανάφλεξη» και πώς θα βγει από αυτήν. Γι’ αυτό όλοι προετοιμάζονται, με λυκοσυμμαχίες και τρικλοποδιές, εξοπλιστικά προγράμματα μαμούθ. 

Αυτή είναι η εικόνα ενός συστήματος σε κρίση, ενός συστήματος της σπατάλης και της καταστροφής. Η πάλη για να το ανατρέψουμε είναι η μόνη ελπίδα για την ανθρωπότητα.