Διεθνή
Να σταματήσουμε τα πολεμικά παιχνίδια στις πλάτες της Ουκρανίας

Την Δευτέρα 21 Φλεβάρη ο Πούτιν έκανε μια δραματική κίνηση κλιμάκωσης της ουκρανικής κρίσης. Αναγνώρισε επίσημα τις λεγόμενες «Λαϊκές Δημοκρατίες» του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ και υπέγραψε και συμφωνίες αμυντικής συνεργασίας στέλνοντας στρατιωτικές μονάδες. Πρόκειται για δυο περιοχές στη νοτιοανατολική Ουκρανία που έλεγχαν φιλορώσοι αυτονομιστές από το 2014. Το 2015 οι συμφωνίες του Μινσκ ΙΙ, πρόβλεπαν ότι αυτές οι περιοχές θα αποκτήσουν εκτεταμένη αυτοδιοίκηση αλλά ο έλεγχος των συνόρων θα περνούσε στο ουκρανικό κράτος. Η κυβέρνηση του Κιέβου δεν υλοποίησε ποτέ τις δεσμεύσεις της. 

Τώρα ο Πούτιν λέει με έργα ότι οι συμφωνίες είναι νεκρές και «πετάει το γάντι» στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Η απάντηση των ΗΠΑ και της Βρετανίας είναι η αναγγελία κυρώσεων στην Ρωσία. Η πολεμική ένταση ανεβαίνει και ταυτόχρονα τα διπλωματικά παζάρια αποκτούν φρενήρη ρυθμό. 

Στα ΜΜΕ είναι συνηθισμένη η παρομοίωση τέτοιων καυγάδων με κινήσεις στη «γεωπολιτική σκακιέρα». Όμως, σε συνθήκες συνολικής αστάθειας του παγκόσμιου συστήματος, περισσότερο θυμίζουν τυφλά πονταρίσματα σε παρτίδα πόκερ. 

Την προηγούμενη βδομάδα ο Στόλτεμπεργκ, ο γ.γ. του ΝΑΤΟ δήλωσε ότι η Συμμαχία ετοιμάζεται να συγκροτήσει ένα νέο «σχηματισμό μάχης» με έδρα στη Ρουμανία, δίπλα στις αντίστοιχες που συγκροτήθηκαν το 2014 σε Πολωνία, Εσθονία, Λιθουανία και Λετονία.  Η αντιπαράθεση με τη Ρωσία στην ανατολική Ευρώπη είναι σύμφωνα με τα λόγια του «η νέα κανονικότητα». 

Αναμέτρηση

Η ουκρανική κρίση είναι στην ουσία της μια αναμέτρηση ανάμεσα σε αντιμαχόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός με τη στήριξη, λιγότερο ή περισσότερο ενθουσιώδη, των συμμάχων του στην Ευρώπη, συγκρούεται με τον ρώσικο ιμπεριαλισμό στο έδαφος της Ουκρανίας. 

Η ίδια η χώρα είναι σημαντική από μόνη της. Είναι σημαντική δίοδος των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου προς τη Δύση. Έχει στρατηγικό ρόλο στη Μαύρη Θάλασσα. Με έκταση μεγαλύτερη από τη Γαλλία, είναι πλούσια σε μεταλλεύματα και άνθρακα και επίσης διαθέτει το ένα τέταρτο των πιο εύφορων εδαφών στον κόσμο, της λεγόμενης «μαύρης γης». 

Γι’ αυτό ήταν και παραμένει στόχος της επέκτασης στα ανατολικά του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, των νικητών του Ψυχρού Πολέμου. Και από την άλλη παραμένει το «εγγύς εξωτερικό», το «στρατηγικό βάθος» του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Δηλαδή η Ουκρανία έχει γίνει ξανά, όπως κάμποσες φορές στον προηγούμενο αιώνα, η «παραμεθόριος» των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. 

Το κόστος το έχει πληρώσει ο ουκρανικός λαός. Από την ανεξαρτησία το 1991, τον έλεγχο της χώρας τον έχουν αντίπαλες κλίκες ολιγαρχών που ζούνε σε χλιδή ενώ ο απλός κόσμος ζει στη φτώχεια. Τριάντα χρόνια μετά την ανεξαρτησία η Ουκρανία έχει την πέμπτη χειρότερη οικονομική επίδοση στον κόσμο, το ΑΕΠ της δεν έχει επιστρέψει καν στα επίπεδα του 1990. 

Όμως, τα ξεσπάσματα της κοινωνικής δυσαρέσκειας τα έχουν εκμεταλλευτεί οι αντίπαλες φατρίες της άρχουσας τάξης. Το 2014 η «εξέγερση της πλατείας Μαϊντάν» ανέτρεψε τη διεφθαρμένη κυβέρνηση του Γιανούκοβιτς που έκανε κινήσεις ένταξης στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας. Την εξουσία στο Κίεβο την πήραν φιλοδυτικοί ακραίοι εθνικιστές, με τους φασίστες να ξαναβγαίνουν στους δρόμους. Η Ρωσία, αντίστοιχα έλεγξε το κίνημα του «αντι-Μαϊντάν» στην ανατολική Ουκρανία, στρατιωτικοποίησε την σύγκρουση και προσάρτησε την Κριμαία. 

Την τωρινή αναζωπύρωση της κρίσης στην Ουκρανία την πυροδότησε η συνολική ένταση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε παγκόσμιο επίπεδο. Το επίκεντρο αυτών των ανταγωνισμών είναι η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός προσπαθεί να οικοδομήσει ένα σύστημα πολιτικών και στρατιωτικών συμμαχιών για την ανάσχεση και περιορισμό της Κίνας. Και η κινέζικη άρχουσα τάξη καταλαβαίνει ότι για να διεκδικήσει τα οικονομικά πρωτεία χρειάζεται να κάνει άλματα στη στρατιωτική ισχύ και στη γεωπολιτική επιρροή της. 

Ο Πούτιν μπήκε σφήνα σε αυτό το «παιχνίδι». Οι εγγυήσεις που ζητάει για τη μη-ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και για την «ασφάλεια» στην ανατολική Ευρώπη, είναι στην ουσία τους απαίτηση η Ρωσία να αντιμετωπιστεί ξανά σαν μια Μεγάλη Δύναμη με λόγο στις παγκόσμιες εξελίξεις. Ο ρωσικός ιμπεριαλισμός διατηρεί την πολεμική ισχύ, με κέντρο το πυρηνικό του οπλοστάσιο, αλλά οικονομικά είναι πιο χαμηλά από την Ιταλία και τη Ν. Κορέα στη παγκόσμια κατάταξη. 

Ανασύνταξη

Η παταγώδης αποτυχία της κατοχής του Αφγανιστάν και η ταπεινωτική αποχώρηση των ΗΠΑ το καλοκαίρι, έκαναν τον Μπάιντεν να αναζητήσει μια εκστρατεία ανασύνταξης του δυτικού ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου. Η επέκταση του ΝΑΤΟ στα ανατολικά έγινε μια καμπάνια που εξυπηρετεί τον Μπάιντεν και εσωτερικά, αλλά και για συσπείρωση των συμμάχων του κάτω από την αμερικάνικη ομπρέλα 

Αλλά η δυτική επίδειξη πυγμής έχει κόστος. Μέχρι τώρα η Κίνα δεν ανακατευόταν στις αντιπαραθέσεις Ρωσίας και ΝΑΤΟ. Για παράδειγμα, δεν αναγνώρισε επίσημα την προσάρτηση της Κριμαίας στην Ρωσία όπως δεν έχει αναγνωρίσει τις «δημοκρατίες» της Ν. Οσετίας και της Αμπχαζίας (στην Γεωργία) που ελέγχονται από την Ρωσία.  Όμως, πριν δυο βδομάδες o πρόεδρος Ζι Τζιπίνγκ συναντήθηκε με τον Πούτιν και υπέγραψαν ένα κοινό ανακοινωθέν για την «απεριόριστη συνεργασία» τους. 

Δεν υπάρχει δίκαιη και προοδευτική πλευρά σε αυτούς τους ανταγωνισμούς. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους δεν είναι προστάτες της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ούτε στην Ουκρανία ούτε πουθενά. Η Ρωσία του Πούτιν δεν είναι αντιιμπεριαλιστική δύναμη, η πιο πρόσφατη απόδειξη γι’ αυτό είναι ο ρόλος της ενάντια στην εξέγερση των εργατών στο Καζακστάν.

Έναν αιώνα πριν, οι επαναστάτες όπως ο Λένιν και η Λούξεμπουργκ που αντιτάχτηκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο χρειάστηκε να επιχειρηματολογήσουν ενάντια στα ψέματα και την προπαγάνδα των αρχουσών τάξεων που έριχναν εκατομμύρια νέους εργάτες και αγρότες στο σφαγείο. Χρειάστηκε επίσης να εξηγήσουν ότι το κριτήριο της Αριστεράς για να πάρει θέση, δεν μπορεί να είναι ποιος έριξε την πρώτη τουφεκιά, ποια πλευρά έκανε την πρώτη επιθετική κίνηση ή έστειλε πρώτη το στρατό της σε ξένα εδάφη. Το κριτήριο πρέπει να είναι ποια ταξικά συμφέροντα εξυπηρετούν οι ανταγωνισμοί και οι πολεμικές αναμετρήσεις. 

Αυτήν την κληρονομιά τη χρειαζόμαστε σήμερα, για να αντιπαρατεθούμε στις «δικές μας» άρχουσες τάξεις που παίζουν πολεμικά παιχνίδια, ενώ η εργατική τάξη πληρώνει το τίμημα της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης. 

Η κοινή διακήρυξη των οργανώσεων που συμμετέχουν στη Διεθνιστική Σοσιαλιστική Τάση, ανάμεσά τους και το ΣΕΚ, είναι πολύτιμη συμβολή στον αγώνα για να σταματήσουμε την πολεμική απειλή. Ήδη κυκλοφορεί στα αγγλικά, στα γερμανικά, στα ρώσικα, στα τούρκικα, στα αραβικά και στα ελληνικά. 

Στη Βρετανία, η ηγεσία και οι υποστηρικτές του ΝΑΤΟ μέσα στο Εργατικό Κόμμα που βρίσκεται στην αντιπολίτευση κάνουν επιθέσεις στο αντιπολεμικό κίνημα και στην κοινή Διακήρυξη που συνυπογράφουν οι σύντροφοί μας του SWP. Τέτοιες κινήσεις δεν πρόκειται να σταματήσουν την προσπάθειά μας για να κερδίσουμε όλο τον κόσμο της εργασίας και της αριστεράς στην κοινή πάλη ενάντια στην πολεμοκαπηλεία του Μπάιντεν, του Τζόνσον και του Μητσοτάκη. 


Καμιά ελληνική εμπλοκή!

Μπορεί ο Μητσοτάκης να παριστάνει τον πολιτικό διεθνούς βεληνεκούς επειδή συναντήθηκε με την αντιπρόεδρο Καμάλα Χάρις στα περιθώρια της συνόδου ασφαλείας στο Μόναχο ή ο Δένδιας να καμώνεται τον «γεφυροποιό» επειδή συναντήθηκε με τον Λαβρόφ. Όμως η αντιπαράθεση στην Ουκρανία αποσταθεροποιεί και τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο. Και η κυβέρνηση της ΝΔ βρίσκεται στη δίνη αυτής της αποσταθεροποίησης επειδή τα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού είναι δεμένα με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Στα δυτικά Βαλκάνια το παιχνίδι έμοιαζε «στρωμένο». Η μια χώρα μετά την άλλη έπαιρναν το δρόμο των διαπραγματεύσεων για την ένταξη στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Η ελληνική άρχουσα τάξη παρέμβαινε για ανταλλάγματα. Η συμφωνία των Πρεσπών για παράδειγμα, που υπέγραψε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, την έκανε «νονά» της Βόρειας Μακεδονίας -και όχι μόνο- για αυτή την προοπτική. Τώρα η διεύρυνση μπαίνει σε ερωτηματικό. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη είναι σε τροχιά διάλυσης, και φτάνει ο πρωθυπουργός της Κροατίας να δηλώνει «που θα τελειώσει αυτή η ιστορία με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ»; 

Δεν είναι μόνο τα Βαλκάνια. Η κυβέρνηση της ΝΔ προσπαθούσε και προσπαθεί να συγκαλύψει το φιάσκο με την ακύρωση του αγωγού EastMed που ήταν αιχμή των φιλοδοξιών της άρχουσας τάξης να κυριαρχήσει στις ΑΟΖ της Ανατολικής Μεσογείου. Όμως, πλέον γίνεται φανερό ότι αυτό το φιάσκο συνδέεται με τα βήματα προσέγγισης της Δύσης με την τουρκική άρχουσα τάξη. Η Τουρκία παίζει κρίσιμο πολιτικό και στρατιωτικό ρόλο στη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο. Εχει προμηθεύσει με ντρόουνς την κυβέρνηση του Κιέβου και έχει στηρίξει το Αζερμπαϊτζάν για να νικήσει στον πόλεμο με την Αρμενία. 

Η απάντηση της κυβέρνησης της ΝΔ είναι ένας νέος γύρος εξοπλισμών και στενότερη συμμαχία με τις ΗΠΑ. Η κυβέρνηση θα φέρει για ψήφιση στη Βουλή την παράταση της αμυντικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ. Την περασμένη βδομάδα πέρασε απ’ τη Βουλή τις συμβάσεις για νέες φρεγάτες και για πρόσθετα Ραφάλ. 

Η υποκρισία βγάζει μάτια. Οι υπουργοί της κυβέρνησης και τα παπαγαλάκια τους στις εφημερίδες βγάζουν δεκάρικους λόγους για την «άμυνα της πατρίδας» απέναντι στην «τουρκική επιθετικότητα». Μας κάνουν και μαθήματα: είναι ψεύτικο το δίλημμα «βούτυρο ή κανόνια» λένε προκλητικά, τη στιγμή που ο κόσμος υποφέρει από την ακρίβεια και οι νεκροί της πανδημίας ξεπεράσανε τις 25 χιλιάδες. Όμως, την ίδια στιγμή η Αλεξανδρούπολη γίνεται προχωρημένη βάση των ΗΠΑ κοντά στη Μαύρη Θάλασσα, δηλαδή άμεση εμπλοκή στην επέκταση του ΝΑΤΟ στα ανατολικά.

Αυτές οι εξελίξεις κάνουν ακόμα πιο επίκαιρο το πρωτοσέλιδο της Εργατικής Αλληλεγγύης την προηγούμενη βδομάδα: Πολεμάμε για την Υγεία όχι για το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Το εργατικό κίνημα με τις απεργίες μπορεί να επιβάλλει ότι τα λεφτά θα πάνε για τις ανάγκες της πλειοψηφίας και όχι για σύνεργα θανάτου. Οι εργατικοί αγώνες δυναμώνουν πολιτικά όταν βάζουν τα αιτήματα ενάντια στους εξοπλισμούς και την πολεμοκαπηλεία στην αιχμή τους. 

Μέσα σε αυτές τις μάχες δυναμώνουμε την επαναστατική Αριστερά που λέει έξω η Ελλάδα από το ΝΑΤΟ, να διαλυθεί αυτή η συμμαχία του πολέμου. Αλλά και που δείχνει τη διεθνιστική προοπτική των αγώνων μας: η εργατική τάξη έχει κοινό συμφέρον να παλέψει ενάντια στις δικές της άρχουσες τάξεις, σε Αθήνα και Αγκυρα, Βερολίνο και Μόσχα, Κίεβο και Λευκωσία.