Διεθνή
Ινδία: Κουβάρι θανάτου πνίγει τον πλανήτη

Φωτό: P. Ravikumar/Reuters

Κλιματική αλλαγή, πόλεμος και “επισιτιστική κρίση” μετατρέπονται σε ένα ενιαίο κουβάρι και οδηγούν στο θάνατο πολλές χιλιάδες ανθρώπους στην Ινδία, το Πακιστάν και όχι μόνο. Στις 15 Μάη, τα θερμόμετρα στο Νέο Δελχί έσπασαν ένα ακόμη ρεκόρ, δείχνοντας 49 βαθμούς Κελσίου.

Τα ρεκόρ είναι αλλεπάλληλα και φτάνουν πίσω όσο υπάρχουν καταγραμμένες μετρήσεις. Ήδη, ο Μάρτης ήταν ο πιο ζεστός Μάρτης τουλάχιστον από το 1901 στη Βόρεια Ινδία. Ακολούθησε ο πιο ζεστός Απρίλης και τελικά ο Μάης έφτασε να “δοκιμάζει τα όρια της ανθρώπινης επιβίωσης”, σύμφωνα με τα λόγια ενός Ινδού ειδικού. Κανείς δεν ξέρει πόσοι είναι οι νεκροί σε Ινδία και Πακιστάν, αφού όπως φάνηκε και από την πανδημία, οι κυβερνήσεις είτε δεν θέλουν είτε δεν μπορούν να καταγράψουν τους πραγματικούς αριθμούς.

Στον καύσωνα του 2010, υπολογίζεται ότι 1.500 άνθρωποι πέθαναν μόνο στην πόλη Αχμενταμπάντ, ενώ το 2015 πάνω από 1.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην πρωτεύουσα του Πακιστάν, Ισλαμαμπάντ. Τώρα τα πράγματα είναι χειρότερα. Οι δορυφόροι καταγράφουν ζώνες όπου η επιφανειακή θερμοκρασία (όχι η υπό σκιά θερμοκρασία του αέρα) έφτασε τους 65 βαθμούς.

Πολλά εκατομμύρια φτωχός κόσμος στην Ινδία δουλεύει στο δρόμο ή και κάτω από τον ήλιο και δεν μπορεί να μείνει σπίτι και να χάσει το μεροκάματο. Οικοδόμοι, αγρότες και μικροπωλητές ήδη από το Μάρτη υπέφεραν από θερμοπληξία, δυσεντερία και σωματικούς πόνους. Η θερμοκρασία τότε είχε φτάσει 35 βαθμούς στη Μουμπάι και 43 βαθμούς στο Νέο Δελχί.

Ο Γιογκέντρα και η σύζυγός του Νάτα δουλεύουν στο ίδιο γιαπί, κουβαλώντας μπάζα και χτίζοντας. “Η ζέστη είναι υπερβολική αλλά αν δεν δουλέψουμε, τι θα φάμε; Πάμε για δουλειά και μετά μένουμε σπίτι για λίγες μέρες για να αναρρώσουμε”, λέει ο Γιογκέντρα, ενώ η Νάτα συμπληρώνει: "Πολλές φορές, αρρωσταίνω από την αφυδάτωση και χρειάζομαι ενέσεις γλυκόζης για να συνέλθω”. Αλλά και το σπίτι, όπου τους περιμένουν τα δυο τους παιδιά, δεν είναι λύση, βράζει.

Ο Νταρσάν Μουχίγια προχωράει ξυπόλυτος μέσα στη ζέστη, σπρώχνοντας τον 83χρονο ανάπηρο πατέρα του μέσα σε ένα καροτσάκι. Πρέπει να τον πάει σε μια κρατική υπηρεσία για να μην χάσουν το επίδομα. “Όχι, δεν έχουμε ανεμιστήρα, ούτε φυσικά κλιματισμό”, απαντάει σε έναν δημοσιογράφο.

Ένα σχολείο με 300 παιδιά έχει μεταφέρει το μάθημά του κάτω από μια γέφυρα. Πολλά παιδιά λείπουν, οι οικογένειές τους έχουν καταφύγει στην ύπαιθρο για να γλυτώσουν από τον καύσωνα. Όσα παραμένουν, ακούν πάνω από τη γέφυρα να περνάει το μετρό, όπου η μειοψηφία που έχει τη δυνατότητα να πληρώσει το εισιτήριο απολαμβάνει και τον κλιματισμό. Στα λεωφορεία δεν υπάρχει κλιματισμός, υπάρχει κόσμος που λιποθυμάει για να πάει ή να έρθει από τη δουλειά.

Πυρκαγιές

Στις ανεξέλεγκτες χωματερές ξέσπασαν πυρκαγιές που επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα. Οι φτωχοί βουτάνε σε μολυσμένα ποτάμια για να δροσιστούν. Οι μικροπωλητές βλέπουν τις πραμάτειες τους να χαλάνε πιο γρήγορα από ποτέ, τα φρούτα, τα γλυκά και άλλα τρόφιμα. Το ίδιο βλέπει όχι μόνο ο κόσμος που δεν έχει ψυγείο στο σπίτι του, αλλά και άλλοι, λόγω της αύξησης των διακοπών ρεύματος που οφείλονται στην όλο και μεγαλύτερη ζήτηση και στο κακοσυντηρημένο δίκτυο.

Η κυβέρνηση δεν καταγράφει πόσοι χάνουν τη ζωή τους από τις διακοπές στα νοσοκομεία, απλώς συνιστά “προσοχή”. Το μόνο που έκανε στην πράξη η κυβέρνηση της Ινδίας, φοβούμενη τις συνέπειες των διακοπών ρεύματος λόγω και των προβλημάτων στην παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου, ήταν να πάρει πίσω τις υποσχέσεις που έδωσε στην περσινή Σύνοδο της Γλασκώβης για το περιβάλλον, βάζοντας μπρος τα ανθρακωρυχεία που υποτίθεται θα περιόριζε. 

Ο καύσωνας είναι εικόνα από το μέλλον αν δεν σταματήσουμε την κλιματική καταστροφή. Μια βρετανική μετεωρολογική έρευνα υπολόγισε πως τέτοιου είδους καύσωνες στη Βόρεια Ινδία είχαν στατιστική συχνότητα μια φορά στα 300 χρόνια, ενώ τώρα μία φορά στα τρία χρόνια, δηλαδή 100 φορές συχνότερα.

Ο Ζάκαρι Ζόμπελ από το ινστιτούτο Woodwell λέει πως ο βασικός άμεσος μηχανισμός πίσω από τον καύσωνα είναι η επιβράδυνση του τζετ-στριμ (αεροχείμαρρου), του ρεύματος δηλαδή του αέρα που κινείται προς τη Δύση σε μεγάλο υψόμετρο και καθορίζει το κλίμα στο βόρειο ημισφαίριο. Η επιβράδυνση σχετίζεται με την αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας. “Οι καύσωνες θα γίνονται όλο και πιο έντονοι και όλο και πιο μακρόσυρτοι. Θα υπάρξουν τμήματα του πλανήτη, αδύνατον να κατοικηθούν για διαστήματα”, λέει ο Ζόμπελ.

Εξάλλου, ο καύσωνας στη Βόρεια Ινδία και το Πακιστάν είναι μόνο ένα μέρος των ακραίων καιρικών φαινομένων. Την ίδια στιγμή εξελίσσονταν πλημμύρες στο Νότο και στα Ανατολικά. Μέσα στις τελευταίες 10 μέρες μόνο, 600 χιλιάδες άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να μετακινηθούν από τα σπίτια τους, στο κρατίδιο του Ασάμ, λόγω των πλημμυρών. Καταγράφονται επίσημα 25 νεκροί. Ειδικοί προειδοποιούν ότι τα φράγματα σε ολόκληρη την Ινδία που τα περισσότερα φτιάχτηκαν με τις περιβαλλοντικές προβλέψεις της δεκαετίας του 1970 εγκυμονούν κίνδυνο για μαζικές καταστροφές που θα απειλήσουν εκατομμύρια ανθρώπους.

Κλιματικός κίνδυνος

Συνολικά 80% των κατοίκων της Ινδίας ζουν σε περιοχές που θεωρούνται πλέον υπό κλιματικό κίνδυνο. Υπάρχουν μαζικά κύματα μετανάστευσης προς τις πόλεις, τα οποία οφείλονται στην κλιματική αλλαγή, ιδιαίτερα στη Δυτική Βεγγάλη. Η Ινδία αναμένεται να γίνει η πιο πολυπληθής χώρα του κόσμου μέσα στην επόμενη δεκαετία. Τα μοντέλα πρόβλεψης όμως λένε πως σε 2-3 δεκαετίες, οι μισοί της κάτοικοι θα ζουν σε περιοχές όπου η μέση ετήσια θερμοκρασία θα αγγίζει τους 30 βαθμούς. Ήδη, η Ινδία υπολογίζεται ως δεύτερη χώρα μετά τη Βραζιλία σε θνησιμότητα από υψηλή θερμοκρασία. Ως το 2030, θα υπάρχουν 23% περισσότεροι φτωχοί Ινδοί και Ινδές, άρα και πιο εκτεθειμένοι στους κινδύνους των ακραίων καιρικών φαινομένων.

Η έρευνα του Woodwell, ωστόσο, επικεντρώνεται στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις σοδειές. Με την υπάρχουσα τάση εκτιμά πως ως το 2030, μια φορά κάθε δύο χρόνια, η Ινδία θα έχει χτυπημένη σοδειά κατά 10%, ενώ από το 2050 οι σοδειές θα χτυπιούνται κάθε χρόνο.

Και ενώ όλα αυτά ήταν σε μεγάλο βαθμό γνωστά, εξελίχθηκε ένα επιπλέον σκάνδαλο σε σχέση με τις σοδειές και τα τρόφιμα. Στις αρχές Μάη, ο ακροδεξιός πρωθυπουργός της Ινδίας, Ναρέντρα Μόντι, περηφανεύτηκε διεθνώς πως “οι αγρότες της Ινδίας έρχονται για να ταΐσουν τον πλανήτη”, δεσμευόμενος πως η Ινδία θα εξάγει ποσότητες σιτηρών ρεκόρ, που θα μπορούσαν να καλύψουν ένα κομμάτι της έλλειψης που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Αντί όμως για αύξηση της σοδειάς, τελικά καταγράφεται πτώση. Ο πολύ ζεστός Μάρτης έψησε τα σιτηρά, οι σοδειές έπρεπε να θεριστούν νωρίτερα τον Απρίλη για να μην καταστραφούν. Οι τιμές εκτινάχθηκαν.

Στις 13 Μάη, ο Μόντι έκανε στροφή 180 μοιρών και ανακοίνωσε απαγόρευση εξαγωγών. Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο εξωφρενική, καθώς την ίδια στιγμή που οι τιμές των τροφίμων γίνονταν δυσβάσταχτες για τους φτωχούς, στα λιμάνια έμεναν μπλοκαρισμένα τα φορτία του σταριού και ένα μέρος καταστρεφόταν. Οι αγρότες που είχαν πάρει υποσχέσεις ότι θα πουλήσουν την παραγωγή τους στο εξωτερικό σε ανεβασμένες τιμές, πλέον έψαχναν ντόπιες αγορές να τη δώσουν όσο-όσο.

Στην πραγματικότητα, η κλιματική αλλαγή, όπως και ο πόλεμος, λειτουργούν ως σπινθήρας για την “επισιτιστική κρίση”, όχι ως μοναδική αιτία. Οι μαζικές οργανώσεις των Ινδών εργατών είχαν καταγγείλει από την αρχή ότι τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Μόντι για εξαγωγές σιτηρών οδηγούσαν σε κερδοσκοπία. Οι καπιταλιστές - μεσάζοντες με το που μυρίστηκαν εξαγωγές άρχισαν να αγοράζουν σιτηρά μαζικά και να τα αποθηκεύουν περιμένοντας να τα πουλήσουν όσο πιο ακριβά γίνεται, όταν η κυβέρνηση θα έκανε τις διεθνείς συμφωνίες. “Η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για να σταματήσει τους ιδιώτες που συσσώρευαν το σιτάρι, αλλά ξύπνησε μόνο όταν εκτινάχθηκαν οι τιμές λόγω της έλλειψης που εμφανίστηκε στην εγχώρια αγορά μετά από δύο μήνες”, λέει ο γραμματέας του συνδικάτου των αγροτών.

Ο Μόντι φοβήθηκε πάνω από όλα την κοινωνική έκρηξη που θα σήμανε η εκτίναξη των τιμών των τροφίμων. Προτίμησε να την πληρώσουν άλλες κυβερνήσεις και λαοί που ανέμεναν σιτηρά, από την Ινδονησία και το Νεπάλ ως την Υεμένη. Και στο μεταξύ, έριξε κι άλλο λάδι στη φωτιά του αντι-μουσουλμανικού ρατσισμού, που σε ένα βαθμό στρέφεται και ενάντια στους εσωτερικούς πρόσφυγες από περιοχές που βασανίζονται από την κλιματική αλλαγή. Ο Μόντι είναι ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος ενός συστήματος που παράγει καταστροφή και θάνατο και προτείνει ως υποτιθέμενο αντίδοτο το μίσος.