Διεθνή
Σαρωτική εξέγερση στη Σρι Λάνκα

Οι διαδηλωτές εισβάλλουν στο Προεδρικό Μέγαρο. Φωτό: Alamy

Το μαζικό κίνημα στη Σρι Λάνκα κατάφερε και ανέτρεψε τον πρόεδρο Ρατζαπάκσα το περασμένο Σάββατο, μετά από τέσσερις μήνες ασταμάτητου και σκληρού αγώνα. Στα χαρτιά, το Σάββατο υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας, όμως οι εικόνες από την πρωτεύουσα Κολόμπο δείχνουν μια θηριώδη κινητοποίηση χωρίς αρχή και τέλος. 

Ό,τι καύσιμο έχει απομείνει στη χώρα μπήκε σε τρένα, φορτηγά και λεωφορεία για να κατεβάσει τον κόσμο στο κέντρο της πόλης. Ένα κομμάτι των διαδηλωτών, μέσα σε κατάσταση που οι δυνάμεις καταστολής είχαν σαστίσει, έφτασε στην προεδρική κατοικία και έριξε μέχρι και την τελευταία πύλη της με κάθε μέσο. Εκατοντάδες κόσμος μπήκε μέσα στην πολυτελή κατοικία και χάρισε στα κινήματα όλου του πλανήτη εικόνες για το τι σημαίνει μαζική εξέγερση. Μπήκαν στην κουζίνα, μαγείρεψαν και έφαγαν. Εκεί υπήρχε και γκάζι και λάδι και αλεύρι, όλα αυτά δηλαδή που λείπουν πλέον από τα περισσότερα σπίτια της χώρας, αλλά και πολλά άλλα πολύ πιο ακριβά υλικά. Βούτηξαν στις πισίνες να δροσιστούν, χρησιμοποίησαν τα όργανα στο γυμναστήριο, και ξάπλωσαν στα μαλακά χαλιά και τους καναπέδες για να δουν σε κάποιες από τις πολλές οθόνες της κατοικίας τις ειδήσεις με -τι άλλο;- την ίδια τους την εξέγερση.

Ο Ρατζαπάκσα βρισκόταν σε άγνωστο σημείο και ανακοίνωσε ότι την Τετάρτη 13 Ιούλη θα παρέδιδε επίσημα την παραίτησή του στον πρόεδρο της Βουλής. Λίγο αργότερα, ο πρωθυπουργός Βικρεμεσίνγκε ανακοίνωσε πως βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες με όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης και όταν συμφωνηθεί κυβέρνηση “εθνικής ενότητας” θα παραιτηθεί ο ίδιος και ολόκληρη η κυβέρνηση. Οι πληροφορίες λένε πως διαδηλωτές που είχαν εισβάλει στην πρωθυπουργική κατοικία δεν συμπεριφέρθηκαν εξίσου ήπια όπως στην κατοικία του Ρατζαπάκσα, αλλά την έκαψαν ολόκληρη. 

Η Κυριακή ήταν μέρα πανηγυρισμών. Η Ντίπα Ραναβάρα, ο σύζυγός της και τα δυο τους παιδιά μίλησαν στους δημοσιογράφους μέσα στη “γιορτή”. Η Ντίπα ήταν καθισμένη γιατί είχε περπατήσει 20 χιλιόμετρα για να φτάσει στη διαδήλωση και πονούσαν τα πόδια της: “Δεν πειράζει, πανηγυρίζουμε αυτό που έγινε. Ο κόσμος έχει υποφέρει τόσο πολύ. Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να συμβεί όλο αυτό στη Σρι Λάνκα. Πλέον τρώμε το πολύ δυο φορές τη μέρα. Και για ψάρι ή κρέας ούτε να το σκεφτόμαστε”.

Η παραίτηση του Ρατζαπάκσα είναι σημείο καμπής. Από την αρχή της εξέγερσης, τον Μάρτη, ο ίδιος είχε στείλει το μήνυμα ότι μπορεί να κάνει κάποιες υποχωρήσεις αλλά όχι να παραιτηθεί. Σε μια πρώτη φάση παραίτησε ολόκληρη την κυβέρνηση και κράτησε μόνο τον αδερφό του, Μαχίντα, που ήταν πρωθυπουργός. Τον Μάη παραιτήθηκε ξανά ολόκληρη η κυβέρνηση και αντικαταστάθηκε και ο αδερφός του, για να αναλάβει ο Ρανίλ Βικρεμεσίνγκε, παλιά καραβάνα κι αυτός του πολιτικού συστήματος της Σρι Λάνκα, έχοντας κάνει πρωθυπουργός άλλες τέσσερις φορές. Όμως, οι διαδηλώσεις συνέχισαν να έχουν σύνθημα “GotaGoHome”, απαιτώντας να πάει σπίτι του ο πρόεδρος.

Φτώχεια και οργή

Το κίνημα στη Σρι Λάνκα πρόβαλλε σαν στόχο το πολιτικό σύνθημα να ξεφορτωθεί τον Ρατζαπάκσα, αλλά στη βάση του είχε την οργή για τη φτώχεια και την ξαφνική διάλυση της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Τον Ιούνη, το Παγκόμσιο Πρόγραμμα Τροφίμων του ΟΗΕ ανακοίνωσε πως ο πληθωρισμός στα τρόφιμα έτρεχε με 57,4%. Τρία στα δέκα νοικοκυριά, δηλαδή πάνω από 6 εκατομμύρια σε μια χώρα με 22 εκατομμύρια πληθυσμό, δεν έχουν αρκετό φαγητό. 70% του πληθυσμού έχει μειώσει τα γεύματά του.

Η Σρι Λάνκα έμενε χωρίς αποθεματικά τα τελευταία χρόνια. Τα χρέη γιγαντώνονταν με την ελπίδα ότι ο τουρισμός και η προσέλκυση ξένων επενδύσεων θα επέτρεπαν την ανακύκλωσή τους. Η πανδημία τίναξε αυτούς τους παρακινδυνευμένους σχεδιασμούς στον αέρα. Ούτε τουρισμός, ούτε ξένες επενδύσεις ήρθαν και καθώς η κυβέρνηση ξεπλήρωνε τους τόκους για τα δάνεια, έμεινε χωρίς δυνατότητα να κάνει εισαγωγές ούτε τροφίμων, ούτε φαρμάκων, ούτε βασικών υλικών για τα νοσοκομεία, ούτε καυσίμων αλλά ούτε και λιπασμάτων για τους αγρότες. Ο Ρατζαπάκσα ανακάλυψε ξαφνικά τη “βιολογική γεωργία” και είπε στους αγρότες να στραφούν στις φυσικές λύσεις και δεν θα έχουν κανένα πρόβλημα. Τελικά οι σοδειές καταστράφηκαν. 

Η έλλειψη καυσίμων σήμανε πως τα δημόσια μέσα μεταφοράς δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν. Ο κόσμος άρχισε να χάνει τη δουλειά του για μια σειρά λόγους, ανάμεσά τους και γιατί δεν είχε τρόπο να μετακινηθεί. Στα νοσοκομεία άρχισαν να κόβουν τα σεντόνια για να φτιάξουν “γάζες”.

Τον Απρίλη έγινε η πρώτη στάση πληρωμών στην ιστορία της χώρας. Οι διεθνείς δανειστές έδωσαν ένα μικρό περιθώριο στην κυβέρνηση να βρει εναλλακτικές λύσεις και να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ. Έχουν περάσει μήνες από τότε αλλά συμφωνία με το ΔΝΤ δεν έγινε. Η άρχουσα τάξη της χώρας και ο Ρατζαπάκσα βρέθηκαν ανάμεσα στο κίνημα που φούντωνε και τις πιέσεις των τοκογλύφων.

Η χώρα χρωστάει περίπου 50 δισεκατομμύρια σε δυτικές τράπεζες, αλλά και στην Ιαπωνία, την Κίνα και την Ινδία. Ο Βικρεμεσίνγκε λίγο πριν την παραίτηση του Ρατζαπάκσα έλεγε πως η χώρα είναι αντιμέτωπη με “συνολική κατάρρευση”.

Εναλλακτική

Οι ελλείψεις στα τρόφιμα και τα βασικά είδη δεν διορθώνονται με την παραίτηση του Ρατζαπάκσα και της κυβέρνησης. Όμως το κίνημα έχει βάλει πλέον τη σφραγίδα του και ανοίγει μαζικά το ερώτημα πώς μπορεί να αξιοποιηθεί αυτή η δύναμη για να επιβληθεί μια συνολική εναλλακτική λύση. Η όποια νέα κυβέρνηση σχηματιστεί θα είναι προϊόν των παζαριών με τις μεγάλες δυνάμεις και με το ΔΝΤ και αυτό που θα έχει σαν άμεσο πρόγραμμα είναι να επιβάλει κι άλλες θυσίες στον κόσμο για να καθησυχάσει τους δανειστές. 

Ήδη, το ΔΝΤ οδήγησε την κυβέρνηση να υπερδιπλασιάσει τα επιτόκια μέσα στους τελευταίους μήνες, αλλά και να περικόψει τα δάνεια προς τους αγρότες. Αν και οι διαδηλώσεις είχαν από την αρχή το επίκεντρό τους στις μεγάλες πόλεις και δεν υπήρχαν κινητοποιήσεις στην επαρχία, οι αγρότες άρχισαν να πουλάνε ή να υποθηκεύουν όλα τους τα χρυσαφικά, τα οποία χρησιμοποιούσαν σαν μέσο συσσώρευσης των προσωπικών τους οικονομιών. Ο τζίρος στα ενεχυροδανειστήρια και στους τοκογλύφους εκτινάχθηκε.

Η βασική πολιτική δύναμη της αντιπολίτευσης, που τώρα αναμένεται να πάρει κάποια από τα υπουργεία, είναι ακόμη πιο ανοιχτά νεοφιλελεύθερη από τη συμμαχία του Ρατζαπάκσα. Δεν υπάρχει κανένας εφησυχασμός από το κίνημα ότι ο ερχομός τους θα φέρει κάτι καλύτερο.

Επίσης η συμμαχία του Ρατζαπάκσα είχε ιστορικά μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στα συνδικάτα και στην Αριστερά. Το “Κομμουνιστικό Κόμμα της Σρι Λάνκα” και άλλα κόμματα αριστερής προέλευσης στήριξαν τον Ρατζαπάκσα στις εκλογές του 2019. Όμως, αυτές οι συμμαχίες άρχισαν να ραγίζουν και κοινωνικά και πολιτικά. 

Στα τέλη Απρίλη οργανώθηκε γενική απεργία που συντονίστηκε με το κίνημα ενάντια στον Ρατζαπάκσα και ακολούθησαν κι άλλες απεργίες τον Μάη. Εξάλλου, η σύγκρουση του Ρατζαπάκσα με το εργατικό και με το φοιτητικό κίνημα είχε αρχίσει πολύ καιρό πριν την τελευταία κρίση και είχε ανοίξει το δρόμο για να φτάσουμε στα γεγονότα του Μάρτη και του Απρίλη. 

Πέρυσι για παράδειγμα, οι φοιτητές και οι εκπαιδευτικοί στα Πανεπιστήμια είχαν στείλει στα σκουπίδια το Νόμο για το “Πανεπιστήμιο Εθνικής Άμυνας” που χάριζε στο στρατό ένα Πανεπιστήμιο που για πρώτη φορά θα είχε και δίδακτρα. Στο “Πρόγραμμα Δράσης” που πλέον, μετά την παραίτηση του Ρατζαπάκσα, προβάλλει το πιο οργανωμένο κομμάτι του κινήματος, φαίνεται πως τη σφραγίδα τους βάζουν τα φοιτητικά μέτωπα του JVP (Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο), αλλά και της αριστερής του διάσπασης, FLSP (Σοσιαλιστικό Κόμμα της Πρώτης Γραμμής). 

Η παρέμβαση της Αριστεράς έχει τεράστια σημασία και γιατί έχει περιορίσει τις προσπάθειες της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης να βάζει αποπροσανατολιστικά αιτήματα, αλλά και γιατί δεν έχει επιτρέψει να ανοίξουν διχαστικά αιτήματα σε βάρος της μειονότητας των Ταμίλ ή των μουσουλμάνων. Ο Ρατζαπάκσα και η στρατιωτική του κλίκα είχαν ματοβαμένη εμπειρία σε ρατσιστικές πολιτικές. Ηγήθηκαν του εμφύλιου πόλεμου και των βομβαρδισμών σε βάρος της εξέγερσης των Ταμίλ μέχρι που διακήρυξαν τη νίκη τους πάνω στα κατεστραμμένα χωριά και σε χιλιάδες πτώματα το 2009.

Η ανατροπή του Ρατζαπάκσα είναι ένα ελπιδοφόρο μήνυμα ότι οι εξεγέρσεις μπορούν να νικάνε. Αλλά είναι και προειδοποίηση για την ανάγκη να χτιστούν επαναστατικές οργανώσεις μπροστά στις εξεγέρσεις που έρχονται.