Διεθνή
Αφγανιστάν - Ένας χρόνος από την αποχώρηση των ΗΠΑ: Η φριχτή εκδίκηση του ιμπεριαλισμού

Διανομή ψωμιού στην Καμπούλ. Φωτό: Αλί Χάρα/Reuters

Ένα χρόνο πριν, συγκεκριμένα στις 15 Αυγούστου, η Καμπούλ, η πρωτεύουσα του Αφγανιστάν έπεφτε στα χέρια των Ταλιμπάν χωρίς μάχη. Οι ΗΠΑ είχαν ξεκινήσει ήδη την εκκένωση των στρατιωτικών τους δυνάμεων. Αυτή η εκκένωση εξελίχτηκε, τις επόμενες δυο βδομάδες σε άτακτο φευγιό, με τις σκηνές αλλοφροσύνης στο αεροδρόμιο να κάνουν το γύρο του κόσμου και τα ελικόπτερα να απογειώνονται από την ταράτσα της αμερικάνικης πρεσβείας. 

Ήταν μια μεγάλη ταπείνωση για τις ΗΠΑ, οι οποίες διεξήγαγαν πόλεμο στο Αφγανιστάν από το 2001 για να απαλλαγούν από τους Ταλιμπάν. Κέρδισαν τον αρχικό πόλεμο της εισβολής του 2001 και εγκατέστησαν μια κυβέρνηση ελεγχόμενη από τις ΗΠΑ και στηριγμένη σε ισχυρή αμερικανο-νατοϊκή παρουσία. Υποτίθεται ότι τα αμερικάνικα στρατεύματα και οι σύμμαχοί τους από το ΝΑΤΟ ήταν εκεί για να εξασφαλίσουν την ειρήνη, την ευημερία και τα δικαιώματα του βασανισμένου αφγανικού λαού, ιδιαίτερα των γυναικών. Όμως, δεν ήταν απελευθέρωση, ήταν κατοχή. 

Για τις γυναίκες ιδιαίτερα έφερε πείνα, βιασμούς, πορνεία, και το θρήνο των ανθρώπων τους που χάνονταν από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των κατοχικών δυνάμεων και των συνεργατών τους. 

Όπως ανέφερε η ανακοίνωση της Κίνησης για την Απεργιακή 8 Μάρτη στις 17 Αυγούστου πέρσι:

«Είναι χυδαίο ψέμα ο ισχυρισμός ότι η αμερικανο-νατοϊκή κατοχή σήμαινε 'απελευθέρωση' των γυναικών.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύει το αμερικανικό περιοδικό ΤΙΜΕ για το έτος 2018, ύστερα από δεκαεφτά χρόνια κατοχής το 87 τοις εκατό των γυναικών στο Αφγανιστάν παρέμεναν αναλφάβητες, τα δυο τρίτα των νέων κοριτσιών δεν πάνε σχολείο, 70-80 τοις εκατό των γυναικών πάνω από την ηλικία των 16 εξαναγκάζονται σε υποχρεωτικό γάμο. Οι συνθήκες ενδοοικογενειακής βίας είναι εξουθενωτικές και ο ρυθμός αυτοκτονιών γυναικών είναι πολλαπλάσιος του μέσου όρου.

Αυτά δεν ήταν αποτελέσματα 'αργών ρυθμών των μεταρρυθμίσεων', αλλά καρποί της ίδιας της κατοχικής βίας σε βάρος ιδιαίτερα των αγροτικών πληθυσμών. Τον Φλεβάρη του 2018 η ίδια η κατοχική κυβέρνηση αφαίρεσε από την μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα την ενότητα που αφορούσε την άσκηση βίας σε βάρος των γυναικών. Το 'υπουργείο δικαιοσύνης' πρότεινε ακόμη και τον λιθοβολισμό ως ποινή για τη μοιχεία!».

Οι Αφγανοί -ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές- παρέμειναν εξαθλιωμένοι, ενώ οι άνθρωποι στην κορυφή της κυβέρνησης πλούτιζαν από την αμερικάνικη βοήθεια. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Ταλιμπάν μπόρεσαν να αντισταθούν στην κατοχή της Δύσης για 20 χρόνια. Το μίσος για την κατοχή φούσκωσε τις τάξεις τους. Και όσο για τους υπόλοιπους, που δεν προσχώρησαν στους Ταλιμπάν, αυτοί δεν είχαν καμιά όρεξη να πεθάνουν για τη διεφθαρμένη κυβέρνηση της Καμπούλ. 

Επίθεση

Λίγες μόνο βδομάδες πριν την πτώση της Καμπούλ ο πρόεδρος Μπάιντεν δήλωνε ότι η προγραμματισμένη απόσυρση των αμερικάνικων δυνάμεων θα γινόταν ομαλά, μιας και η κυβέρνηση που είχαν στήσει οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους διέθετε πλέον και στρατό και εμπειρία για να αντιμετωπίσει το αντάρτικο των Ταλιμπάν. Την ώρα που έκανε αυτές τις δηλώσεις οι Ταλιμπάν ξεκινούσαν μια σαρωτική επίθεση. Οι μονάδες του κυβερνητικού στρατού γίνονταν καπνός -αν δεν προσχωρούσαν στους Ταλιμπάν- και οι επαρχιακές πρωτεύουσες έπεφταν σαν ντόμινο. Η πτώση της Καμπούλ ολοκλήρωσε την ταπείνωση των ΗΠΑ.

Ωστόσο, στον απόηχο της ήττας τους, οι ΗΠΑ πέρασαν τον τελευταίο χρόνο στραγγαλίζοντας το Αφγανιστάν με οικονομικές κυρώσεις που προκαλούν εκτεταμένη δυστυχία και πόνο.

Το Human Rights Watch, που δεν μπορεί να κατηγορηθεί για «αντιαμερικανισμό» δημοσίευσε μια έκθεση στις αρχές Αυγούστου για την «Οικονομική Κρίση που φέρνει μαζική πείνα» στο Αφγανιστάν. Eπέρριψε μεγάλο μέρος της ευθύνης στις κυρώσεις των ΗΠΑ. «Από την αποχώρηση των ΗΠΑ και την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν τον Αύγουστο του 2021, το Αφγανιστάν υποφέρει από μια επιδεινούμενη ανθρωπιστική κρίση», αναφέρει. «Ο οξύς υποσιτισμός έχει πλέον εδραιωθεί σε ολόκληρη τη χώρα. Εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, πάνω από το 90% των νοικοκυριών δεν είναι σε θέση να προμηθευτούν αρκετά τρόφιμα».

Και προσθέτει: «Δεκάδες χιλιάδες παιδιά εισάγονται για επείγουσα ιατρική περίθαλψη λόγω οξέος υποσιτισμού κάθε μήνα. Πολλά άλλα σε απομακρυσμένες περιοχές δεν μπορούν να λάβουν βοήθεια και έχουν πεθάνει από την πείνα. Πάνω από ένα εκατομμύριο παιδιά κάτω των πέντε ετών -που κινδυνεύουν ιδιαίτερα να πεθάνουν όταν στερούνται τροφής- υποφέρουν από παρατεταμένο οξύ υποσιτισμό, πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη και αν επιβιώσουν, αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα υγείας, συμπεριλαμβανομένης της καχεξίας».

Το Human Rights Watch εξηγεί ότι η κρίση προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την απόφαση των ΗΠΑ να αποκόψουν την κεντρική τράπεζα του Αφγανιστάν από το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Επίσης, πάγωσαν τα συναλλαγματικά αποθέματά της ύψους 9 δις δολαρίων, που ήταν κατατεθειμένα στην Αμερικάνικη Κεντρική Τράπεζα. Και διέκοψε τη βοήθεια με την οποία πληρώνονταν οι εργαζόμενοι στο δημόσιο. 

Κρίση

Ο Τζον Σίφτον, συντονιστής του Human Rights Watch για την Ασία δήλωσε ότι «Η  εντεινόμενη υγειονομική κρίση και η πείνα στο Αφγανιστάν αποκτούν επείγουσες διαστάσεις. Ανεξάρτητα από το στάτους ή την αξιοπιστία των Ταλιμπάν με τις κυβερνήσεις στο εξωτερικό, οι διεθνείς οικονομικοί περιορισμοί εξακολουθούν να ωθούν τη χώρα στην καταστροφή και να πλήττουν το λαό του Αφγανιστάν». 

Πρόσφατα η αμερικάνικη κυβέρνηση ανακοίνωσε κάποια μέτρα χαλάρωσης στις κυρώσεις, όχι λόγω ανθρωπισμού αλλά για να προλάβει ανταγωνιστές της όπως η Κίνα να προβάλλουν σαν «ανθρωπιστές» στο Αφγανιστάν. Όμως όπως εξηγεί το Human Rights Watch: 

«Η Κεντρική Τράπεζα του Αφγανιστάν εξακολουθεί να μην έχει πρόσβαση στα συναλλαγματικά της αποθέματα ή τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος των διεθνών συναλλαγών. Σαν αποτέλεσμα η χώρα συνεχίζει να υποφέρει από μια μεγάλη κρίση ρευστότητας και απουσία χαρτονομισμάτων. Επιχειρήσεις, ανθρωπιστικές οργανώσεις και ιδιωτικές τράπεζες αναφέρουν εκτεταμένους περιορισμούς στις επιχειρησιακές τους δυνατότητες. Την ίδια στιγμή, επειδή οι εξωτερικοί δωρητές έχουν περικόψει δραστικά τα κονδύλια για την ενίσχυση του συστήματος Υγείας, εκπαίδευσης και άλλων κρίσιμων τομέων, εκατομμύρια Αφγανών έχουν χάσει τα εισοδήματά τους». 

Όλα αυτά δείχνουν ότι -ακόμη και μετά την υποχώρηση των ΗΠΑ- οι απλοί άνθρωποι στο Αφγανιστάν εξακολουθούν να πληρώνουν το τίμημα της αμερικανικής κατοχής. Γι’ αυτό είναι και υποκριτικά τα δάκρυα και το ενδιαφέρον της «διεθνούς κοινότητας» για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Αφγανιστάν που καταπατούνται από την αντιδραστική κυβέρνηση των Ταλιμπάν. Τα κορίτσια, που τους απαγορεύτηκε να πηγαίνουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση- δεν θα τα στείλουν πίσω στο σχολείο οι εκβιασμοί της Παγκόσμιας Τράπεζας και οι κυρώσεις των ΗΠΑ. 

Το 2001 οι ΗΠΑ εισέβαλαν στο Αφγανιστάν εγκαινιάζοντας τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ήθελε να ελέγξει ένα κρίσιμο σημείο στην Κεντρική Ασία και να δείξει σε εχθρούς αλλά και φίλους ότι συνεχίζει να είναι ο παγκόσμιος ηγεμόνας. Είκοσι χρόνια μετά, αφού ξοδεύτηκαν μερικά τρισεκατομμύρια δολάρια και μεσολάβησαν απέραντες ανθρώπινες τραγωδίες, αυτή η εξόρμηση γνώρισε μια ταπεινωτική ήττα. 

Η πρώτη επέτειος από αυτή την ήττα πέρασε στα ψιλά των διεθνών και ντόπιων ΜΜΕ. Σε μια περίοδο που οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί οξύνονται από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι την Ταϊβάν, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός θα ήθελε το αιματοβαμμένο φιάσκο του Αφγανιστάν να γίνει μια υποσημείωση της ιστορίας. Εμείς χρειάζεται να το θυμόμαστε σαν ένα ακόμα ιμπεριαλιστικό έγκλημα που συνεχίζεται.