Διεθνή
Βραζιλία: Ο κρίσιμος δεύτερος γύρος

Συγκέντρωση υπέρ του Λούλα στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Φωτό: Dado Galdieri/NYT

Τέσσερις με έξι μονάδες μπροστά από τον Ζαΐρ Μπολσονάρου, τον σημερινό ακροδεξιό πρόεδρο της Βραζιλίας, βρίσκεται σύμφωνα με τα τελευταία γκάλοπ ο Λούλα ντα Σίλβα, ο υποψήφιος της κεντροαριστεράς. Αλλά το αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου των εκλογών, που θα γίνουν την ερχόμενη Κυριακή 30 Οκτωβρίου, εξακολουθεί να είναι πολύ αβέβαιο. 

Ο Μπολσονάρου δεν είναι απλά ακροδεξιός: είναι φασίστας. «Είμαστε χριστιανοί, λέμε ναι στην ατομική ιδιοκτησία. Πιστεύουμε στο δικαίωμα της αυτοάμυνας. Αυτή είναι η χώρα που θέλουμε, όχι μια χώρα κλεφτών» έλεγε στην πρώτη τηλεοπτική αναμέτρηση ανάμεσα στους δυο προεδρικούς υποψηφίους. Δηλώνει αντίθετος όχι μόνο στο δικαίωμα της άμβλωσης, τους ομόφυλους γάμους και τους μετανάστες αλλά ακόμα και στις μεικτές δημόσιες τουαλέτες. 

Ο Λούλα -ένας πρώην συνδικαλιστής  που κυβέρνησε τη Βραζιλία για οκτώ χρόνια (από την 1/1/2003 ως τις 31/12/2010)- είχε καταδικαστεί και φυλακιστεί για σκάνδαλα και διαφθορά. Ο δικαστής που τον φυλάκισε έγινε, λίγο αργότερα, υπουργός στην κυβέρνηση του Μπολσονάρου. Ο Λούλα απελευθερώθηκε τελικά το 2019, ύστερα από ενάμιση χρόνο στις φυλακές, από το ανώτατο δικαστήριο που ακύρωσε τις προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις. Ο Μπολσονάρου δεν αναγνώρισε την ετυμηγορία. Αποκαλεί τον Λούλα «κλέφτη» και το ανώτατο δικαστήριο όργανο της αντιπολίτευσης. «Κάποιοι από τους δικαστές έχουν συμφέροντα συνδεδεμένα με έναν από τους υποψηφίους», έλεγε πρόσφατα, υπονοώντας για μια ακόμα φορά ότι οι ανώτατοι δικαστές είναι «πουλημένοι». 

Πολλοί φοβούνται ότι ο Μπολσονάρου, ακολουθώντας το πρότυπο του Τραμπ, δεν θα αναγνωρίσει, αν ηττηθεί, το αποτέλεσμα των εκλογών και θα προσπαθήσει να παραμείνει πραξικοπηματικά, με διάφορά τεχνάσματα, στην εξουσία. Το κόμμα του ξιφουλκεί συνεχώς ενάντια στο ηλεκτρονικό σύστημα ψηφοφοριών της Βραζιλίας, το οποίο υποτίθεται ότι ελέγχεται (με κάποιο μυστηριώδη τρόπο) από τον Λούλα. 

Τα ΜΜΕ που πρόσκεινται στον Μπολσονάρου διαδίδουν τη μια τερατολογία μετά την άλλη. Κατηγορούν το Εργατικό Κόμμα, χωρίς κανένα στοιχείο, για «σατανισμό», «παιδοφιλία» και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Το ανώτατο δικαστήριο προσπάθησε να βάλει φρένο σε αυτόν τον κατήφορο –για να εισπράξει απλά μια ακόμα κατηγορία ότι είναι πουλημένο.

Φυσιολογικά οι εκλογές θα ήταν «περίπατος» για τον Λούλα. Η τριετία του Μπολσονάρου στην εξουσία ήταν φριχτή για τους εργάτες και τους φτωχούς. Η αδιαφορία της κυβέρνησής του για τους απλούς ανθρώπους και τις ζωές τους φάνηκε ανάγλυφα την περίοδο της πανδημίας –η Βραζιλία είχε αναλογικά έναν από τους μεγαλύτερους αριθμούς νεκρών στον κόσμο. Η καταστροφή του Δάσους του Αμαζονίου -και μαζί με αυτό και των κοινοτήτων των ιθαγενών που ζούνε σε αυτό- πήρε δραματικές διαστάσεις και έχει επιταχυνθεί τους τελευταίους μήνες καθώς η κυβέρνηση αφήνει τους καταπατητές, τους χρυσοθήρες, τους υλοτόμους και τους εμπόρους ναρκωτικών ελεύθερους να κάνουν κυριολεκτικά ό,τι θέλουν. 

Δολοφονίες

Η Βραζιλία είναι ο παγκόσμιος πρωταθλητής σε δολοφονίες (δημοσιογράφων, ακτιβιστών, δικαστικών κλπ) που σχετίζονται με τα δικαιώματα στη γη. Στην περιοχή του Αμαζονίου (όπου γίνονται έτσι και αλλιώς και οι περισσότερες δολοφονίες) οι δολοφονίες έχουν αυξηθεί κατά 50% μέσα στον τελευταίο χρόνο.

Αλλά οι εκλογές δεν είναι περίπατος για τον Λουλα. Και για αυτό ευθύνεται πρώτα και κύρια ο ίδιος. Η πρώτη του εκλογική νίκη το 2002 είχε γεννήσει ένα κύμα ενθουσιασμού και προσδοκίας. Η διακυβέρνησή του ήταν μια απογοήτευση. Στην εξουσία νοιάστηκε πολύ περισσότερο για τις επιχειρήσεις, τις τράπεζες και την εθνική οικονομία από ότι νοιάστηκε για τους απλούς ανθρώπους. 

Στις εκλογές αυτές φρόντισε από την αρχή να μην καλλιεργήσει αυταπάτες. Υποψήφιος αντιπρόεδρός του είναι ο Τζεράλντο Αλκμίν, ο πρώην ηγέτης της κεντροδεξιάς και αντίπαλός του στις εκλογές του 2006. Ο στόχος της προεκλογικής του εκστρατείας ήταν να κερδίσει το «κέντρο» -να προσελκύσει το συντηρητικό μεσόστρωμα της κοινωνίας. Αλλά το μόνο που κατάφερε με αυτή την (δοκιμασμένη πολλές φορές από την σοσιαλδημοκρατία) αποτυχημένη ταχτική ήταν να υπονομευσει ακόμα περισσότερο την εμπιστοσύνη των εργατών και των φτωχών -που απλά δεν πρόκειται να πάνε στις κάλπες να ψηφίσουν. 

Όσο για το μεσόστρωμα, όπως έδειξαν οι πρόσφατες περιφερειακές εκλογές, αυτός που το κερδίζει, εκλογικά τουλάχιστον, μοιάζει να είναι ο Μπολσονάρου. Όχι γιατί έχουν γίνει ξαφνικά όλοι φασίστες. Αλλά γιατί η κεντροδεξιά ξέπλυνε τον Μπολσονάρο, συνεργαζόμενη για μια περίοδο μαζί του. Αφού φρόντισε πρώτα να ξηλώσει τις πόρτες που χώριζαν τα διαμερίσματα της «δεξιάς πολυκατοικίας», δυσκολεύεται τώρα να πείσει ότι υπάρχουν κάποια σινικά τείχη που χωρίζουν τα πάνω «φωτεινά» πατώματα από τα σκοτεινά υπόγεια.