Διεθνή
Βραζιλία: Νίκη Λούλα - νέοι αγώνες

29/10, Ο Λούλα στο Σάο Παόλο. Φωτό: Κάρλα Kαρνιέλ/Reuters

Ο κόσμος ολόκληρος υποδέχτηκε με ανακούφιση τη νίκη του Λούλα στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών της Βραζιλίας. Αλλά και με ανησυχία: ο Μπολσονάρο, ο απερχόμενος πρόεδρος, πήρε την περασμένη Κυριακή ένα ανατριχιαστικό 49% -ο Λούλα κέρδισε τις εκλογές με μια διαφορά μικρότερη από το 2%.

Η πιο άμεση απειλή από αυτό το αποτέλεσμα είναι να αμφισβητήσει ο Μπολσονάρο την ήττα του. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και ο Τραμπ στις ΗΠΑ, όταν έχασε τις εκλογές από τον Τζο Μπάιντεν. Τον Γενάρη του 2021 ένας “όχλος” από οπαδούς του Τραμπ, ακροδεξιούς και φασίστες είχε εισβάλλει στο Αμερικανικό Καπιτώλιο, την έδρα της Βουλής και της Γερουσίας (των δυο νομοθετικών σωμάτων) των ΗΠΑ. Πολλοί φοβούνται ότι ο Μπολσονάρο θα προσπαθήσει κάτι ανάλογο -ή και ακόμα χειρότερο. Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει κάνει καμιά δήλωση για τα αποτελέσματα. Την περασμένη εβδομάδα ο γιός του Φλάβιο είχε υποστηρίξει δημόσια ότι οι (επερχόμενες τότε) εκλογές θα είναι "η μεγαλύτερη εκλογική απάτη που έχει γίνει ποτέ".

Αλλά ακόμα και αν δεν προσπαθήσει να ακυρώσει βίαια το αποτέλεσμα των εκλογών ο Μπολσονάρο έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει τη νέα κυβέρνηση: έχει την πλειοψηφία και στα δυο κοινοβουλευτικά σώματα και ελέγχει τις περισσότερες και μεγαλύτερες περιφέρειες της χώρας -ανάμεσά τους και το Σάο Πάολο και το Ρίο ντε Τζανέιρο- τις οποίες κέρδισαν ακροδεξιοί σύμμαχοί του. Ο Λούλα θα αναγκαστεί να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις αν δεν αντιμετωπίσει αποφασιστικά και αποτελεσματικά αυτή την απειλή.

Ο Μπολσονάρο δεν είναι απλά ακροδεξιός. Η τετραετία του στην εξουσία ήταν ένα όργιο διαφθοράς, καταπάτησης δικαιωμάτων, σκοταδισμού, καταστολής και αυθαιρεσίας. Πάνω από 600 χιλιάδες Βραζιλιάνοι πέθαναν από την πανδημία. "Χιλιάδες από αυτούς τους θανάτους θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί", γράφει η διεθνής οργάνωση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Human Rights Watch. “Ο πρόεδρος Ζαΐρ Μπολσονάρο διέσπειρε ψευδείς πληροφορίες, αντιτίθετο στην κοινωνική αποστασιοποίηση, αρνιόταν να φορέσει μάσκα και συστηματικά αντάλλασσε χειραψίες με τα πλήθη των οπαδών του. Ο άμεσος στόχος του... ήταν μια γρήγορη εξάπλωση του ιού που θα επέτρεπε στη Βραζιλία να αποκτήσει ανοσία”. Η κυβέρνηση του Μπολσονάρο κατέστρεψε συνειδητά το μεγαλύτερο μέρος του δάσους του Αμαζονίου - αφήνοντας προκλητικά ελεύθερους καταπατητές, παράνομους υλοτόμους και κάθε λογής τυχοδιώκτες να κάνουν κυριολεκτικά ό,τι θέλουν.

Πως κατάφερε, ύστερα από όλα αυτά, ο Μπολσονάρο να πάρει αυτό το 49% στο δεύτερο γύρο των εκλογών; Υπάρχουν πολλές και διάφορες ερμηνείες. Κάποιοι αποδίδουν αυτή την επιτυχία στην συντηρητικοποίηση της Βραζιλιάνικης κοινωνίας: “η εντυπωσιακή άνοδος της Ευαγγελικής Εκκλησίας είναι ένα στοιχείο”, γράφει η εφημερίδα Financial Times. “Σχεδόν ένας στους τρεις Βραζιλιάνους ανήκει σήμερα στο ποίμνιό της”. Το δεύτερο στοιχείο, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, είναι η δύναμη του αγροτοβιομηχανικού τομέα “που είναι υπεύθυνος για το 30% σχεδόν του ΑΕΠ της χώρας. Και οι δυο είναι βαθιά συντηρητικοί και υποστηρικτές ενός μικρο-κρατικού καπιταλισμού”. Αυτές οι δυνάμεις είχαν αρχίσει να γιγαντώνονται πολύ πριν πάρει την εξουσία ο Μπολσονάρο. 

Η δύναμη (οικονομική και πολιτική και κοινωνική) του αγροτοβιομηχανικού τομέα είναι πραγματική. Και η εξάπλωση της ευαγγελικής εκκλησίας είναι επίσης πραγματική. Αλλά το συμπέρασμα της “συντηρητικοποίησης” της κοινωνίας δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα. 

Αυτός που είναι υπεύθυνος για αυτό το ανατριχιαστικό 49% του Μπολσονάρο στις εκλογές δεν είναι ο κόσμος που έχει "συντηρητικοποιηθεί". Ο κύριος υπεύθυνος είναι η δεξιά στροφή του ίδιου του Λούλα. 

Ο Λούλα γεννήθηκε το 1945. Ήταν το όγδοο παιδί μια φτωχής οικογένειας αγροτών που δεν είχαν κυριολεκτικά στον ήλιο μοίρα. Έγινε, όπως τα περισσότερα φτωχόπαιδα, εργάτης. Και συνδικαλιστής. Το 1975 έγινε πρόεδρος του συνδικάτου των μεταλλωρύχων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 καταδικάστηκε σε ένα μήνα φυλάκιση για την οργάνωση μιας “παράνομης” απεργίας και κλείστηκε στις φυλακές. Το 1980 ίδρυσε μαζί με μια ομάδα ακαδημαϊκών και συνδικαλιστών το Εργατικό Κόμμα. Την 1 Ιανουαρίου 2003 ορκίστηκε πρόεδρος της χώρας, μετά από μια σαρωτική νίκη στις εκλογές του Οκτώβρη του 2002. Οι εργάτες και οι φτωχοί είχαν πανηγυρίσει με γιορτές και χορούς στους δρόμους την εκλογή «ενός δικού τους» ανθρώπου στην εξουσία. Ο Λούλα κέρδισε ξανά τις εκλογές το 2006. Αλλά νοιάστηκε πολύ περισσότερο για την «εθνική οικονομία» και τη θέση της Βραζιλίας στην παγκόσμια σκηνή παρά για τους απλούς ανθρώπους. 

Το κεντρικό μοτίβο της φετινής του προεκλογικής καμπάνιας ήταν η υπεράσπιση της δημοκρατίας. Για την οικονομία, τον πληθωρισμό, την ανισότητα, τη φτώχεια δεν είχε τίποτα να πει. Ή για να είμαστε ακριβείς, δεν είχε τίποτα το ριζοσπαστικό να πει. Η υποψηφιότητά του είχε πλαισιωθεί από μια ολόκληρη σειρά από παλιούς πολιτικούς από την «κεντροδεξιά». Ο αντιπρόεδρός του ήταν ο δεξιός αντίπαλός του στις προεδρικές εκλογές του 2006 – ένας ακραιφνής νεοφιλελεύθερος που εικάζεται ότι μπορεί να αναλάβει και το υπουργείο Οικονομικών. 


Έτσι έχασε ο Μπολσονάρο

Σε πείσμα της θεωρίας της «μακρόσυρτης συντηρητικοποίησης» που βλέπει λίγο-πολύ την στροφή προς την ακροδεξιά σαν ένα «φυσικό» φαινόμενο, η Βραζιλία έχει ένα μεγάλο παρελθόν εργατικών αγώνων και μαζικών κινητοποιήσεων.

Το παρακάτω απόσπασμα από την Εργατική Αλληλεγγύη της 3/5/2017 είναι χαρακτηριστικό:

«H μεγαλύτερη γενική απεργία των τελευταίων τριάντα χρόνων ήταν αυτή που έγινε στις 28 Απρίλη στη Βραζιλία ενάντια στα νέα μέτρα που έφερε η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του κατηγορούμενου για διαφθορά πρόεδρου Τέμερ… Στις 28 Απρίλη, μέρα της απεργίας, εκατοντάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους του Ρίο, του Σάο Πάολο, της Μπραζίλια και άλλων πόλεων παρά την καταστολή εκ μέρους της αστυνομίας. Όλες οι εργατικές ομοσπονδίες, ακόμη και αυτές που ελέγχονται από τη δεξιά αναγκάστηκαν να καλέσουν στην απεργία. Ήταν τέτοια η ένταση και η επιτυχία της 28ης Απριλίου που ανάγκασε τον υπουργό Δικαιοσύνης Σεράλιο να δηλώσει: “Αυτό δεν ήταν απεργία, αλλά εκτεταμένη εξέγερση”. Συμμετείχαν 35 εκατομμύρια εργαζόμενοι που κυριολεκτικά νέκρωσαν όλες τις μεγάλες πόλεις και τη χώρα γενικότερα. Ανάλογη σε μέγεθος απεργία είχε να γίνει από το 1989, ενώ η αμέσως προηγούμενη πανεργατική είχε συμβεί πριν από 21 χρόνια, το 1996 ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και τις περικοπές του τότε προέδρου Καρντόζο».

Ο Μπολσονάρο βρέθηκε αντιμέτωπος με την οργή του κόσμου στους δρόμους από την πρώτη κιόλας μέρα που βρέθηκε στην εξουσία. Εκατομμύρια διαδηλωτές είχαν ξεχυθεί με συνθήματα «Όχι αυτόν» στους δρόμους τον Οκτώβρη του 2018 ενάντια στην υποψηφιότητά του. Στις 3 Οκτώβρη του 2018 έγραφε και πάλι η Εργατική Αλληλεγγύη:

«Ενώ όλα τα “σοβαρά” ΜΜΕ και οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο “δήλωναν τον αποτροπιασμό τους” για την άνοδο της ακροδεξιάς στη Βραζιλία, την πραγματική απάντηση την έδωσαν οι γυναίκες από τα κάτω που πλημμύρισαν τους δρόμους το περασμένο Σάββατο. Σε 300 πόλεις όλης της χώρας, αλλά και σε συντονισμό με κινητοποιήσεις Βραζιλιάνων και συμπαραστατών σε άλλες χώρες, δόθηκε η πιο μαζική απάντηση στον Μπολσονάρο, τον φασίστα, ρατσιστή και σεξιστή υποψήφιο για την προεδρία της χώρας. Στο Σάο Πάολο υπολογίζονται 300 χιλιάδες, στο Ρίο 200 χιλιάδες, στο Μπέλο Οριζόντε 150 χιλιάδες και αντίστοιχα σε πολλά άλλα σημεία. Το σλόγκαν “Αυτόν ΟΧΙ” ενώνει πλέον εκατομμύρια γυναίκες».

Διαμαρτυρίες

Οι διαμαρτυρίες και οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν όλα τα επόμενα χρόνια, σε πείσμα της καταστολής και της αυθαιρεσίας του καθεστώτος. Πριν από ένα ακριβώς χρόνο, στις 2 Οκτωβρίου 2021, τεράστιες διαδηλώσεις με σύνθημα «Έξω ο Μπολσονάρο» είχαν πλημμυρίσει όλες τις μεγάλες πόλεις της Βραιζιλίας. Στο Σαο Πάολο γέμισαν την Αβενίντα Παουλίστα, μια πλατεία που χωράει 100 χιλιάδες ανθρώπους. Στο Μπέλο Οριζόντε διαδήλωσαν 80 χιλιάδες. Στο Ρίο ντεΤζανέιρο γέμισαν την πλατεία Σινελάντια. Στις κινητοποιήσεις καλούσαν συνδικάτα, φοιτητικοί σύλλογοι και η αριστερά. 

Οι δημοσκοπήσεις την εποχή εκείνη έδιναν 49% στον Λούλα και μόλις 23% στον Μπολσονάρο. Ο Λούλα δεν αξιοποίησε αυτή τη δυναμική. Αντί να απευθυνθεί στο κίνημα, στους εργάτες, τις γυναίκες, τους φοιτητές -όλες και όλους αυτούς που είχαν παλέψει ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, τον σεξισμό, τον ρατσισμό, τη φτώχεια τα προηγούμενα χρόνια- προτίμησε να διεκδικήσει την προεδρία πλαισιωμένος από τις πολιτικές δυνάμεις που ήταν υπεύθυνες για αυτές τις πολιτικές.