Σε πρόωρες εκλογές την Κυριακή 23 Ιούλη κάλεσε την περασμένη εβδομάδα ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ. Η αφορμή ήταν η μεγάλη ήττα των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού στις τοπικές εκλογές που έγιναν στις 28 Μαϊου σε 12 από τις 17 επαρχίες της Ισπανίας και πάνω από 8000 δήμους.
Το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE), το κόμμα του Σάντσεθ που είναι και το μεγαλύτερο και το κυρίαρχο κόμμα του κυβερνητικού συνασπισμού έχασε τις 7 από τις 10 επαρχίες που έλεγχε. Σε ποσοστά η πτώση του PSOE ήταν μικρή – από το 29,4% του 2019, έπεσε στο 28,1%. Η άνοδος, όμως, της δεξιάς αντιπολίτευσης δεν ήταν καθόλου μικρή: το Λαϊκό Κόμμα (PP) εκτινάχθηκε εννιά ποσοστιαίες μονάδες πάνω, από το 22,6% του 2019, στο 31,5%. Tο ρατσιστικό, ακροδεξιό VOX -που έχει αρχίσει ήδη τις διαπραγματεύσεις με το PP για τον σχηματισμό μιας κοινής δεξιάς κυβέρνησης μετά τις εκλογές του Ιουλίου- διπλασίασε τη δύναμή του, από το 3,6% το 2019, στο 7,2%.
Η θητεία της κυβέρνησης επρόκειτο να λήξει τον Δεκέμβρη. Πολλοί δημοσιογράφοι και πολιτικοί αναλυτές προσπαθούν να ερμηνεύσουν την απόφαση του Σάντσεθ για την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες σαν ένα κόλπο, έναν ελιγμό. «Όλα ή τίποτα: ο Πέδρο Σάντσεθ τζογάρει σε πρόωρες εκλογές» έγραφε στις 29 Μαϊου η εφημερίδα Financial Times. Η Καθημερινή εδώ στην Ελλάδα είχε μια άλλη εξήγηση: «Οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι στρίβουν δεξιά», έγραφε την επομένη των τοπικών εκλογών. «Από την Ιταλία ως την Ισπανία, και από τη Σουηδία και τη Φινλανδία ως την Πολωνία, τα κόμματα της δεξιάς ενισχύονται». Ο κόσμος, επιτέλους, βάφεται μπλε. Και φυσικά δεν ξέχασε να θυμίσει για μια ακόμα φορά το 40,8% της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές της 21ης Μάη.
Ο Σάντσεθ, όμως, δεν έχασε τις τοπικές εκλογές επειδή ήταν «πολύ αριστερός». Το πραγματικό πρόβλημα «από την Ιταλία ως την Ισπανία, και από την Σουηδία και την Φινλανδία ως την Πολωνία» είναι ότι τα «προοδευτικά» υποτίθεται κόμματα δεν διαφέρουν σχεδόν σε τίποτα από τους δεξιούς ανταγωνιστές τους. Οι μεγάλες επιτυχίες της πάνω στις οποίες πόνταρε ο κυβερνητικός συνασπισμός του Σάντσεθ ήταν η μεγάλη ανάκαμψη της οικονομίας και η αναγνώριση του ρόλου της Ισπανίας στη διεθνή σκηνή – ο Σάντσεθ είχε επισκεφθεί πρόσφατα τον Λευκό Οίκο για να εισπράξει τα συγχαρητήρια του προέδρου Μπάιντεν για την στάση της χώρας του στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Η κυβέρνηση του Σάντσεθ δεν έχει καμιά σχέση με το «κόκκινο». Πριν από έναν ακριβώς χρόνο χιλιάδες αντιρατσιστές διαδηλωτές πλημμύριζαν τους δρόμους της Ισπανίας ενάντια στη δολοφονία 37 προσφύγων στην Μελίγια καθώς προσπαθούσαν να περάσουν από το Μαρόκο στην Ισπανία.
Φρικτό έγκλημα
«Το φρικτό αυτό έγκλημα διέπραξαν Μαροκινές δυνάμεις ασφαλείας σε συνεργασία με την ισπανική αστυνομία, χρησιμοποιώντας ακόμη και πραγματικά πυρά εναντίον 2.000 ανθρώπων που επιχειρούσαν να περάσουν τον φράχτη που τους χώριζε από την “πολιτισμένη” Ευρώπη. Το Ισπανικό Κράτος και το Μαρόκο έχουν κλείσει τα σύνορα με σιδερένιους φράχτες και συρματοπλέγματα ύψους 10 μέτρων παρόμοιο με αυτό που έχει υψώσει το ελληνικό κράτος στον Έβρο, στα σύνορα με την Τουρκία… έγραφε στις 29 Ιούνη 2022 η Εργατική Αλληλεγγύη.
«Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας και πρόεδρος του Σοσιαλιστικού Κόμματος Σάντσεθ δήλωσε ότι ‘απειλήθηκε η εδαφική ακεραιότητα της χώρας του’ και ότι ‘αν κάποιος είναι υπεύθυνος για όλα όσα συνέβησαν στα σύνορα, είναι οι μαφίες που διακινούν ανθρώπινα όντα’. Η εκπρόσωπος του Podemos που βρίσκεται στην κυβέρνηση με το PSOE ζήτησε να επικρατήσει το ‘διεθνές δίκαιο’…».
Ο Σάντσεθ και οι σύμμαχοί του θα προσπαθήσουν μέσα στις επόμενες λίγες εβδομάδες μέχρι τις εκλογές να αξιοποιήσουν τις συνομιλίες ανάμεσα στο VOX και το PP για τον σχηματισμό μιας συμμαχικής δεξιάς-ακροδεξιάς κυβέρνησης σαν «σκιάχτρο» για να κερδίσουν πίσω τους αριστερούς ψηφοφόρους. Το VOX είναι πραγματικά ένα επικίνδυνο ακροδεξιό κόμμα: αρνείται την κλιματική αλλαγή, είναι εχθρικό απέναντι στις γυναίκες και αντιπαραθέτει τις «χριστιανικές αξίες» στους πρόσφυγες και τους μουσουλμάνους. Αλλά ο βασικός υπεύθυνος για την άνοδο της ακροδεξιάς είναι ο ίδιος ο ρατσισμός της «προοδευτικής» κυβέρνησης – που με την πολιτική της δίνει στους ρατσιστές και τους φασίστες τη δυνατότητα να εμφανίζονται σαν «αξιοπρεπείς δεξιοί πολιτικοί».

