Μέχρι τη Δευτέρα 31 Μάρτη, από τον σεισμό των 7,7 Ρίχτερ που έπληξε τη Μιανμάρ την Παρασκευή 28 Μάρτη, οι "επίσημες ανακοινώσεις" ανέφεραν 1.700 νεκρούς, 3.400 τραυματίες και 300 αγνοούμενους. Η προγνωστική μοντελοποίηση του Γεωλογικού Ινστιτούτου των ΗΠΑ εκτιμά ότι ο αριθμός των νεκρών θα ξεπεράσει τους 10.000. Ο Ερυθρός Σταυρός μιλάει για «ένα επίπεδο καταστροφής που δεν έχει παρατηρηθεί πάνω από έναν αιώνα στην Ασία».
Στη σεισμολογία αναφέρεται ότι: «οι σεισμοί δεν σκοτώνουν ανθρώπους, οι υποδομές που καταρρέουν σκοτώνουν». Πάρα τη μεγάλη ένταση, το επίκεντρο και το πολύ χαμηλό εστιακό βάθος του σεισμού, ο τραγικός απολογισμός είναι άμεση συνέπεια της άναρχης καπιταλιστικής οικιστικής ανάπτυξης, της ανυπαρξίας αντισεισμικών υποδομών και πολιτικής προστασίας καθώς και της στρατιωτικής δικτατορίας που κυβερνά τη χώρα με συνέπεια ακραία φτώχεια και εμφύλιο πόλεμο.
Η Μιανμάρ συχνά εκτίθεται σε μεγάλους σεισμούς γιατί βρίσκεται πάνω στο ρήγμα Sagaing. Πάνω από 14 σεισμοί μεγέθους 6 Ρίχτερ και άνω έχουν συμβεί τα τελευταία 100 χρόνια. Και όμως, προς όφελος των κατασκευαστικών εταιριών και των εργολάβων, δεν υπήρχαν κώδικες σχεδιασμού αντισεισμικών κτιρίων και επιτρεπόταν η κατασκευή ακόμα και σε περιοχές που είναι επιρρεπείς σε αυξημένο σεισμικό κίνδυνο. Η Mandalay, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη και κοντά στο επίκεντρο, είναι μια μεγάλη εκτεταμένη πόλη με πολυώροφα κτίρια που κατασκευάστηκαν από οπλισμένο σκυρόδεμα (!) και βρίσκεται κατά μήκος της πλημμυρικής πεδιάδας (!) του ποταμού Ayerwaddy.
Εκτός από τους άμεσους θανάτους από τις καταρρεύσεις κτηρίων, πολύ δύσκολη είναι η επιχείρηση απεγκλωβισμού επιζώντων γιατί, ουσιαστικά, δεν υπάρχουν κρατικά σωστικά συνεργεία και κατάλληλος εξοπλισμός. Τα σωστικά συνεργεία αποτελούνται κυρίως από απλό κόσμο που ψάχνουν να απεγκλωβίσουν γνωστούς και συγγενείς με γυμνά χέρια και σε θερμοκρασίες που ξεπερνάνε τους 400C. Ακόμα και η εξωτερική βοήθεια είναι περιορισμένη είτε για πρακτικούς λόγους (κατεστραμμένοι δρόμοι, γέφυρες, αεροδρόμια) είτε για πολιτικούς (οι ΗΠΑ – όπου ο Τραμπ βρίσκεται στη διαδικασία διάλυσης της Υπηρεσίας ξένης βοήθειας, USAID – έχουν δεσμευτεί για βοήθεια μόλις 2 εκατομμυρίων δολαρίων). Παράλληλα, η Χούντα προσπαθεί με κάθε τρόπο να ελέγξει και τις κινήσεις των ξένων διασωστών (προς τα πού και πώς θα κατευθυνθούν τα κιβώτια με τα φάρμακα, τα τρόφιμα, τα σκεπάσματα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης) αλλά και την ενημέρωση που δίνουν προς το εξωτερικό. Ακόμα και όσοι ανασύρονται ζωντανοί από τα ερείπια δεν έχουν που να πάνε γιατί τα νοσοκομεία έχουν υποστεί ζημιές και υπάρχει έλλειψη από ξηρά τροφή, πόσιμο νερό και φάρμακα.
Την 1η Φεβρουαρίου του 2021 ο στρατός ανέτρεψε την εκλεγμένη κυβέρνηση της Αούν Σαν Σου Τσι. Όπως έγραφε τότε στην Εργατική Αλληλεγγύη ο Νίκος Λούντος: «Από την πρώτη στιγμή που ανατράπηκε η κυβέρνηση, ο κόσμος βγήκε στο δρόμο. Και μέρα με τη μέρα, τα πλήθη γίνονται μεγαλύτερα σε όλες ανεξαιρέτως τις πόλεις της χώρας...
Συνέπειες
Το πραξικόπημα έγινε με αφορμή τα αποτελέσματα των εκλογών του περασμένου φθινόπωρου. Η ηγεσία του στρατού ισχυρίστηκε ότι υπήρξε νοθεία και ότι εκεί οφείλεται η υποχώρηση του, υποστηριζόμενου από το στρατό, ψηφοδελτίου. Κανένας παρατηρητής δεν επιβεβαιώνει τις καταγγελίες για νοθεία... το Σύνταγμα δίνει δυνατότητες [στο στρατό] για επεμβάσεις, τους εξασφαλίζει μερίδιο της εξουσίας, ακόμη και σημαντικό μέρος των εδρών του κοινοβουλίου χωρίς εκλογές. Αυτές ήταν οι συνέπειες του τρόπου με τον οποίο έγινε η μετάβαση από τη δικτατορία στο κοινοβουλευτικό καθεστώς το 2015-16. Η Αούν Σαν Σου Τσι από σύμβολο της αντίστασης στη δικτατορία… εκλέχθηκε πρωθυπουργός, αλλά συνέχισε να κυβερνάει χέρι-χέρι με το στρατό. Διέταξε τη σφαγή και το διωγμό ολόκληρης της κοινότητας των εκατοντάδων χιλιάδων μουσουλμάνων Ροχίνγκια της Μιανμάρ. Έστελνε μήνυμα προς την άρχουσα τάξη και το στρατό ότι με κοινοβουλευτική κυβέρνηση ο στρατός θα ήταν ακόμη πιο ισχυρός».
Τα 4 τελευταία χρόνια, με ευθύνη της Χούντας, μαίνεται ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στο κυβερνητικό στρατό και τους αντάρτες της Δύναμης Λαϊκής Άμυνας που είναι το ένοπλο τμήμα της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Περισσότεροι από 3 εκατομμύρια έχουν εκτοπιστεί και σχεδόν 20 εκατομμύρια ζουν σε απόλυτη φτώχεια, σύμφωνα με τον ΟΗΕ.
Η Χούντα δεν έχει τον έλεγχο σε μεγάλο μέρος της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι είναι αδύνατο να αφήσει να φτάσουν σε αυτές περιοχές ομάδες βοήθειας από το εξωτερικό και παρά την εκεχειρία που ανακοίνωσαν οι αντάρτες. Αντίθετα, ο σεισμός δεν την εμπόδισε να συνεχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον τους.
Οι σεισμοί είναι αναπόφευκτοι, αυτό που δεν είναι αναπόφευκτο είναι οι συνέπειες τους. Το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο τις καθορίζουν. Ζούμε στην εποχή που παρά την τεράστια επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, τα συμφέροντα των καπιταλιστών και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μετατρέπουν (και) τους σεισμούς σε μαζικές ανθρωπιστικές καταστροφές.

