Ο αγώνας για την υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα της εκπαίδευσης είναι μια από τις πιο σημαντικές μάχες που δίνει η εργατική τάξη και η νεολαία. Γι’ αυτό η διεξαγωγή του συνεδρίου ενός εκπαιδευτικού συνδικάτου είναι ευρύτερα σημαντική.
Η 94η Γενική Συνέλευση της ΔΟΕ, ήταν πολύ κατώτερη των περιστάσεων και των προκλήσεων, που έχει ν’ αντιμετωπίσει το εκπαιδευτικό κίνημα. Θα περίμενε κανείς να συμβεί το αντίθετο, μια και το φετινό συνέδριο ήταν το πρώτο που διεξήχθη μετά την ανάδειξη της ΑΣΕ (ΠΑΜΕ) σε πλειοψηφούσα δύναμη στην Ομοσπονδία. Αποδείχθηκε όμως, ότι οι εκλογικοί συσχετισμοί, από μόνοι τους, δεν είναι αρκετοί για να καθορίσουν την έκβαση του συνεδρίου και την κατεύθυνση της Ομοσονδίας. Η σημασία του συνεδρίου, ως πολιτικού γεγονότος, δεν μπορεί να αποτιμάται βάζοντας στο ζύγι τα επιμέρους θετικά ή αρνητικά στοιχεία που προέκυψαν από τις αποφάσεις, που πήρε ή που δεν πήρε, αλλά από το συνολικό πολιτικό του αποτύπωμα, που ήταν σαφέστατα αρνητικό.
Η κύρια αιτία γι’ αυτή την εξέλιξη ήταν η προσπάθεια αντίδρασης, στην άνοδο της Αριστεράς, όσων κατείχαν την Ομοσπονδία, έως πέρσι, οι οποίοι επέβαλαν μια πολιτική απόφαση, επί του προγράμματος δράσης, που επί της ουσίας αποτελεί απόφαση στήριξης της κυβέρνησης, αφού δεν ανάφερε τίποτα για τις διώξεις των 2 χιλιάδων και πλέον εκπαιδευτικών, για το νέο πειθαρχικό δίκαιο, που ετοιμάζει η κυβέρνηση, ούτε πρότεινε καμία ουσιαστική αγωνιστική δράση για τον Σεπτέμβρη. Η εισήγηση για τη συγκεκριμένη απόφαση έγινε από κοινού από τη ΔΑΚΕ, τη ΔΗΣΥ και το Δίκτυο, παρατάξεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ αντίστοιχα. Η εξέλιξη αυτή είναι μείζονος σημασίας, γιατί έχει ως στόχο να περιορίζει τις κινήσεις της Ομοσπονδίας και να δεσμεύει διαρκώς το ΔΣ, το προεδρείο και φυσικά τον πρόεδρο του ΔΣ.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κοινά διαμορφωμένη πρόταση – εισήγηση, για το πρόγραμμα δράσης, από περισσότερες, της μίας, παρατάξεις είχε να προταθεί από την 75η Γενική Συνέλευση, του 2006, που αποφάσισε τη μεγάλη απεργία εκείνης της χρονιάς. Υπήρξε, λοιπόν, έπειτα από 19 χρόνια, ένα ενιαίο μέτωπο, μέσα στο συνέδριο της Ομοσπονδίας, μόνο που ήταν ένα μέτωπο δεξιάς αδράνειας και όχι μέτωπο αγώνα. Η δεξιά συνδικαλιστική γραφειοκρατία έδειξε τη δυνατότητά της να διαμορφώνει ευρύτερες πλειοψηφίες και αυτό χρειάζεται να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Κάτι τέτοιο είναι σαφές ότι αποτελεί κακό προηγούμενο και ανοίγει επικίνδυνες ατραπούς.
Το αντιδραστικό αυτό μέτωπο, δεν κατόρθωσε να ανατρέψει την απόφαση του περσινού συνεδρίου για συνέχιση της απεργίας – αποχής από τις διαδικασίες της αξιολόγησης, αν και το επιχείρησε μη συμπεριλαμβάνοντας τη συνέχιση της απεργίας – αποχής στην αρχική του εισήγηση. Παρόλο που διέθετε τη σχετική πλειοψηφία, μέσα στο συνέδριο, ήταν σαφές ότι δεν διέθετε τους συσχετισμούς, στη βάση του κλάδου, για να πράξει κάτι τέτοιο. Έτσι κάτω από την πίεση των νεοδιόριστων συναδέλφων, που διαδήλωναν μέσα στο συνέδριο, απαιτώντας κάλυψη στον αγώνα τους, από την Ομοσπονδία και να μην σταματήσει η απεργία–αποχή, καθώς και την επίμονη στάση της Αριστεράς, αναγκάστηκαν να την συμπεριλάβουν. Κανείς, όμως, δεν εγγυάται ότι δεν θα αποπειραθούν, στο μέλλον, ν’ αναιρέσουν τις όποιες δεσμεύσεις τους.
Προσανατολισμός
Η επικράτηση του μπλοκ των δεξιών δυνάμεων δεν θα ήταν εφικτή αν δεν ήταν τόσο μεγάλες και εμφανείς οι αδυναμίες της Αριστεράς. Η στάση της πλειοψηφούσας παράταξης, της ΑΣΕ, διευκόλυνε τις δεξιές παρατάξεις, να παίξουν τον ρόλο τους. Δεν πρότεινε κάποια συγκεκριμένη πρόταση αγώνα ούτε προσπάθησε να διαμορφώσει ένα αντίπαλο μέτωπο γύρω από μια τέτοια πρόταση, που θα εμπόδιζε τις δεξιές παρατάξεις να περάσουν την πρότασή τους. Αν υπήρχε ο ανάλογος προσανατολισμός. η διατύπωση μιας ενωτικής πρότασης απεργιακού αγώνα, για τον Σεπτέμβρη, θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα σε συνέδρους, ιδιαίτερα του Δικτύου, όπως φάνηκε στο θέμα της απεργίας–αποχής και δεν θα επέτρεπε στις δεξιές ηγεσίες να κάνουν εύκολα τα παιχνιδάκια τους.
Όμως η ΑΣΕ επέλεξε να αναβάλλει όλες τις κρίσιμες αποφάσεις για τον Σεπτέμβρη, στο ΔΣ της Ομοσπονδίας. Ταυτόχρονα ήταν ευκρινέστατη η προσπάθεια ανοιγμάτων προς τα δεξιά, όπως συνέβη όταν, για πρώτη φορά, ψήφισαν τον απαράδεκτο οικονομικό απολογισμό της Ομοσπονδίας, που εισηγήθηκε ο ταμίας της ΔΟΕ (μέλος του Δικτύου). Την ίδια στιγμή τα μέλη της ΑΣΕ αναλωνόντουσαν σε επιθέσεις στ’ αριστερά τους. Μέλη της ΑΣΕ, στο ΔΣ, χαρακτήρισαν, στις κεντρικές τους τοποθετήσεις, όσους μιλούν για επανακρατικοποιήσεις των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων επιχειρήσεων, ως νέους… Μέτερνιχ και Ναπολέοντες και όσους μιλούν για τη διάλυση του σιωνιστικού κράτους του Ισραήλ και τη δημιουργία μιας ελεύθερης Παλαιστίνης, «από το ποτάμι ως τη θάλασσα», ως… πυροδότες του πολέμου, στην περιοχή.
Σε αυτό το πλαίσιο, η άρνηση της προέδρου του συνεδρίου (επίσης μέλους της ΑΣΕ) να δώσει το λόγο σε δικηγόρο των θυμάτων του ναυαγίου της Πύλου αποτέλεσε κορυφαίο ατόπημα που σαφώς και διευκόλυνε τη δεξιά να επιβάλλει την ατζέντα της. Βέβαια, αυτή η στάση της ΑΣΕ δεν διαμορφώθηκε μέσα στο ίδιο το συνέδριο, αλλά σε όλη την προηγούμενη χρονιά κατά την οποία βρίσκονταν διαρκώς και σε κάθε φάση πίσω από τις διαθέσεις του κόσμου, που ήθελε να συγκρουστεί με την κυβέρνηση. Σε αυτές τις συνθήκες ήταν επόμενο το συνέδριο να φτάσει και στο τραγικά αρνητικό γεγονός, να μην μπορεί να βγάλει, στοιχειωδώς, ούτε ένα ψήφισμα για την Παλαιστίνη, παρόλο που τρεις από τις πέντε μεγάλες παρατάξεις είχαν την παλαιστινιακή σημαία κρεμασμένη μπροστά στις γραμματείες τους.
Η στάση των Παρεμβάσεων και της Πρωτοβουλίας κατόρθωσε να «σώσει την παρτίδα» σε ορισμένα ζητήματα, με σημαντικότερο τη διατήρηση της απεργίας–αποχής. Η πρόταση μας για 48ωρη απεργία τον Σεπτέμβρη με προοπτική κλιμάκωσης ήταν μια σωστή πρόταση. Όμως, μέσα σε αυτές τις συνθήκες απειλούμενου πολέμου, κρίσης της κυβέρνησης, ραγδαίας όξυνσης της ταξικής πάλης διεθνώς, και πρωτοφανούς κλιμάκωσης των επιθέσεων, όπως φάνηκε από την επόμενη κιόλας του συνεδρίου, με την επανατοποθέτηση σε δυνητική αργία της συναδέλφισσας Χρύσας Χοτζόγλου, πρέπει να βάλουμε στον εαυτό μας πολύ μεγαλύτερα καθήκοντα. Πρέπει ν’ ανεβάσουμε τον πήχη των προσδοκιών μας, για τον ρόλο μας, μέσα στον κλάδο. Ν’ αναδειχθούμε από μαχητική, μειοψηφική δύναμη σε ηγεμονεύουσα. Οι αγώνες και οι προκλήσεις είναι μπροστά μας. Οι εκπαιδευτικοί είναι ένας κλάδος που έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι μπορούν να ξεπερνούν τις τρικλοποδιές της ηγεσίας και να πετυχαίνουν νίκες. Ας το τολμήσουμε για μια ακόμη φορά.

