Η κυβέρνηση του Μητσοτάκη δείχνει σημάδια πανικού μετά τη Συμφωνία της Μέκκας. Επικοινωνίες με το Ισραήλ, τηλεφωνήματα με την Αίγυπτο, ακόμη και πρόσκληση στην ηγεσία της Ινδίας να επισκεφθεί την Αθήνα, όλα αυτά μέσα στον Αύγουστο. Η κυβέρνηση έχει να διαχειριστεί τα αποτελέσματα της βαθιάς εμπλοκής της στον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ, τις συμμαχίες της που κλονίζονται, τα ελληνοτουρκικά που πλέον γίνονται κομμάτι των συνολικότερων ανταγωνισμών, τις πιέσεις που έχει από τις δεξιές διασπάσεις της και αντικειμενικά την πορεία προς τις εκλογές.
Ο Υπουργός Εξωτερικών, Γεραπετρίτης, δίνει αλλεπάλληλες συνεντεύξεις για όλα αυτά, αλλά είναι δύσκολη δουλειά να πείθει ταυτόχρονα ότι “δεν έγινε και τίποτα”, αλλά και να εξηγεί γιατί δίνει εντολή για επιστροφή της συστοιχίας των Πάτριοτ από τη Σαουδική Αραβία και για μεταφορά της πυροβολαρχίας από την Κάρπαθο στη Σούδα.
Η βασική σταθερά για την κυβέρνηση είναι η συμμετοχή της στον πόλεμο. Από εκεί πιστεύει ότι αντλεί κύρος και ισχύ για όλα τα υπόλοιπα. Ενώ ταυτόχρονα άφησε να κυκλοφορήσει η είδηση της επιστροφής των Πάτριοτ, ως μέσο ένδειξης δυσαρέσκειας προς τη Σαουδική Αραβία, ο ελληνικός στρατός βγάζει ανακοινώσεις για το πόσο βαθιά βρίσκονται οι ελληνικοί Πάτριοτ στον πόλεμο:
“Από τις 19 Μαρτίου 2026 που σημειώθηκε η πρώτη κατάρριψη έως σήμερα, η ΕΛΔΥΣΑ έχει εξουδετερώσει τέσσερις βαλλιστικούς πυραύλους και τρία UAV που προέρχονταν από το Ιράν και τους Χούθι της Υεμένης και στόχευαν τις ενεργειακές εγκαταστάσεις στο δυτικό τμήμα της Σαουδικής Αραβίας. Για την κατάρριψή τους χρησιμοποιήθηκε αντίστοιχος αριθμός βλημάτων, γεγονός που σημαίνει πως το ποσοστό ευστοχίας ανήλθε σε εκατό τοις εκατό.”
Την πρώτη βδομάδα του Αυγούστου μάλιστα, κυκλοφόρησε η είδηση ότι η κυβέρνηση θα στείλει επιθετικά ελικόπτερα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Δεν θα είναι μόνο η ελληνική φρεγάτα που συμμετέχει στον πόλεμο κατά του Ιράν, τώρα η κυβέρνηση τους στέλνει και “κυνηγούς ντρόουνς”. Θυμίζουμε ότι από το 2020 ο Μητσοτάκης είχε προχωρήσει σε ειδική αμυντική συμφωνία με τα Εμιράτα, μιλώντας ακόμη και για “κοινό δόγμα”. Σε εκείνες τις συναντήσεις τα Εμιράτα είχαν πάρει από το Μητσοτάκη ακόμη και εκτάσεις για εκπαίδευση δίπλα στην Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία. Από τότε οι επισκέψεις έχουν πυκνώσει, με τελευταία τον Ιούλη που μας πέρασε. Σύμφωνα με την Καθημερινή: “Τα ελικόπτερα και το προσωπικό, χειριστές και τεχνικοί, θα αναπτυχθούν σε βάση όπου σταθμεύουν και άλλες διεθνείς δυνάμεις, κυρίως αμερικανικές, ώστε να ενισχυθούν άμεσα οι δυνατότητες αεράμυνας των ΗΑΕ”, ενώ “η προετοιμασία των ελικοπτέρων και των πληρωμάτων έχει ξεκινήσει”. Ελληνικό κλιμάκιο είχε φτάσει ήδη στο Άμπου Ντάμπι “για την προετοιμασία της αποστολής και την επιθεώρηση των εγκαταστάσεων που θα φιλοξενήσουν το πλήρωμα και τα πτητικά μέσα της Αεροπορίας Στρατού”.
Άμεση εμπλοκή
Οι Έλληνες πιλότοι δηλαδή πάνε για να αντιμετωπίσουν τα ιρανικά ντρόουνς. Πιο άμεση συμμετοχή στον πόλεμο δεν γίνεται. Εξάλλου και οι ταυτόχρονες συζητήσεις για μετακίνηση πυραύλων στη Βόρεια Ελλάδα για προστασία των αμερικάνικων βάσεων στη Βουλγαρία είναι κινήσεις άμεσης εμπλοκής στον αμερικανοϊσραηλινό σχεδιασμό.
Όμως, πέρα από τα αμιγώς στρατιωτικά, η Συμφωνία της Μέκκας οδηγεί την κυβέρνηση να πιαστεί ακόμη πιο σφιχτά από τον άξονα με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Μάλιστα, όταν έγινε γνωστό ότι η Αίγυπτος δεν θα υπογράψει τη Συμφωνία της Μέκκας, ο αναστεναγμός ανακούφισης του Μητσοτάκη και του Γεραπετρίτη ακούστηκε μέχρι το Κάιρο. Γιατί ο στρατάρχης Σίσι ήταν κομμάτι των συνομιλιών, αλλά επέλεξε για τους δικούς του λόγους να μην φτάσει μέχρι το τέλος. Αν ο Σίσι είχε βάλει την υπογραφή του, η κυβέρνηση θα έπρεπε να παραδεχθεί ότι ο άξονας κατέρρευσε.
Υπάρχει όμως μια ακόμη πιο επικίνδυνη συνέπεια της νέας στροφής στη Μέση Ανατολή. Η κυβέρνηση παίζει με την προοπτική να γίνει η Μέκκα πολλαπλασιαστής της κρίσης στο Αιγαίο, την Κύπρο και σε όλους τους ελληνοτουρκικούς ανταγωνισμούς. Ένας παράγοντας που σπρώχνει καθαρά προς τα εκεί είναι ο ίδιος ο Νετανιάχου. Στις πρόσφατες απειλές του κατά του Ερντογάν λόγω Συρίας, έβαλε και την Κύπρο μέσα στο κάδρο της σύγκρουσης.
Ο Γεραπετρίτης, ωστόσο, τα λέει και χωρίς τη βοήθεια του Νετανιάχου. Με αφορμή τις κόντρες για τα θαλάσσια πάρκα στο Αιγαίο, είπε πως η πολιτική των “ήρεμων νερών” δεν είναι αυτοσκοπός αλλά προετοιμασία. “Η Ελλάδα πια δεν παρακολουθεί, η Ελλάδα δρα. Η Ελλάδα θα έχει τις πρωτοβουλίες εκείνες, οι οποίες θα ορίσουν, στην πραγματικότητα, την πράξη στο πεδίο και δεν θα λειτουργεί παρακολουθηματικά και απαντώντας. Η εποχή της αδράνειας για την Ελλάδα έχει παρέλθει οριστικά.”
Επειδή όμως συνεχίζει να έχει πιέσεις και από τα δεξιά του, ο Γεραπετρίτης είπε “Για εκείνον που θέλει πιο σκληρή στάση, ας κρατήσει λίγο την ανάσα του… Η Ελλάδα το έχει αποδείξει ότι μπορεί να στέλνει φρεγάτες και μπορεί να στέλνει και F-16 και από του χρόνου και εντεύθεν να στέλνει και F-35. Το απέδειξε στην Κύπρο, το απέδειξε στην κρίση της Μέσης Ανατολής. Το αποδεικνύει καθημερινά.”
Μέσα σε τέτοιες συνθήκες διαρκούς διολίσθησης προς την ένταση, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη να μπορεί να ρισκάρει ακόμη και να προκαλέσει πολεμικό επεισόδιο για να πάει στις εκλογές χωρίς να γίνει χίλια κομμάτια, αυτό που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ντροπή είναι η στάση της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης.
Πλάτες
Ο ΣΥΡΙΖΑ μέσω της Δούρου έγινε ουρά του Σαμαρά. Επέλεξε να επιτεθεί στην κυβέρνηση αποκαλώντας την “σχολιαστή/παρατηρητή” την ώρα που “η Τουρκία επαναφέρει γκρίζες ζώες στο Αιγαίο”. Ακόμη πιο απίστευτο, επέλεξε αυτές τις μέρες η Δούρου να καταθέσει ερώτηση στη Βουλή σχετικά με την πόντιση ηλεκτρικού καλωδίου Ελλάδας-Κύπρου, καταγγέλλοντας πως… η γαλλική εταιρεία που συμμετέχει στο έργο κάνει μπίζνες και στην Τουρκία. Σε μια περιοχή στην οποία ανακατεύονται και συγκρούονται τα συμφέροντα των πολυεθνικών όλου του πλανήτη και τα “καλώδια” μετατρέπονται σε εργαλεία χάραξης συνόρων, η Δούρου κάνει λες και ανακάλυψε τη μεγάλη αλήθεια. Δεν είναι η πρώτη. Η ακροδεξιά και οι πολεμοκάπηλοι τηλεδημοσιογράφοι πιέζουν κάθε μέρα την κυβέρνηση “Θα στείλετε επιτέλους φρεγάτες;”, αλλά τώρα είναι και η κοινοβουλευτική Αριστερά που τους κάνει πλάτες.
Η ΕΛΑΣ και ο Τσίπρας έκαναν το ίδιο, ζητώντας από την κυβέρνηση να αξιοποιήσει περισσότερο τις “διεθνείς της συμμαχίες” για να σταματήσει τις “παράνομες ενέργειες της Τουρκίας”. Τα ίδια και από το ΠΑΣΟΚ που είπε πως επιτέλους “η κυβέρνηση εγκατέλειψε την πολιτική των ‘ήρεμων νερών’”, ζήτησε κι αυτό κινητοποίηση των “συμμάχων” για κυρώσεις κατά της Τουρκίας και αποκάλεσε τον Μητσοτάκη “φοβικό”.
Ακόμη και το ΚΚΕ, το οποίο παρουσιάζει τη σύγκρουση στο πραγματικό της πλαίσιο: τον πόλεμο και τους ανταγωνισμούς στη Μέση Ανατολή, έβαλε τον ευρωβουλευτή του Λευτέρη Νικολάου-Αλαβάνο να κάνει ερώτηση για το τι σκοπεύει να κάνει η ΕΕ απέναντι στην “αμφισβήτηση από την «στρατηγική εταίρο» της ΕΕ, Τουρκία συνόρων και κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο πλαίσιο της δήθεν «Γαλάζιας πατρίδας» και του ανυπόστατου τουρκολιβυκού συμφώνου”.
Αν οι ηγεσίες της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης νομίζουν ότι έτσι κάνουν αντιπολίτευση στο Μητσοτάκη, πέφτουν τελείως έξω. Αντίθετα, του ανοίγουν το δρόμο και σε αυτόν και στους υπόλοιπους της δεξιάς πολυκατοικίας. Δεξιά δημοσιεύματα έκαναν λόγο ακόμη και για οργάνωση από το Μαξίμου του ξεπλύματος του Κασιδιάρη, ώστε να διασπάσει κι άλλο τον όγκο των ψήφων που συσσωρεύονται στα δεξιά της. Πίσω από τις εκκλήσεις για επιστράτευση των “διεθνών συμμάχων” καραδοκούν έτοιμοι ο Νετανιάχου, ο Σίσι, οι εμίρηδες και οι βασιλιάδες του Κόλπου και στο βάθος ο ίδιος ο Τραμπ.
Η σύγκρουση με την κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν πρέπει να του αφήσει κανένα περιθώριο να αναπνεύσει μέσω της πολεμοκαπηλίας. Η εργατική τάξη δεν έχει τίποτα να κερδίσει από μεγαλύτερη εμπλοκή στον πόλεμο, πόσω μάλλον από καινούργιες αναφλέξεις. Μέχρι εδώ, με έναν πόλεμο στα βόρεια και άλλον έναν στα ανατολικά μας, μας έφεραν οι “συμμαχίες” και οι “έξυπνες στρατηγικές”, το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, το Ισραήλ και η συνεργασία με τους δολοφόνους. Έξω από όλες τις συμμαχίες του πολέμου, μονομερές στοπ στους εξοπλισμούς, αλληλεγγύη με όσους αντιστέκονται στον πόλεμο, αυτή είναι η μόνη πολιτική της Αριστεράς που μπορεί να βοηθήσει το κίνημα ενάντια στην κυβέρνηση Μητσοτάκη να φτάσει μέχρι τη νίκη.

