Ιστορία
Πόζναν 1956: Αρχή εξεγέρσεων στο Ανατολικό μπλοκ
Στις 28 Ιούνη του 1956 στις 6 το πρωί ήχησε η σειρήνα του εργοστασίου ZISPO στο Πόζναν της Πολωνίας. Ήταν το σύνθημα για τη νυχτερινή βάρδια που σχόλαγε και την πρωινή που ερχόταν να πιάσει δουλειά, για να κατέβουν σε απεργία.
Οι εργάτες του ZISPO είχαν πολλά αιτήματα. Καταρχάς, την αύξηση στους μισθούς τους. Είχαν μειωθεί, σε πραγματικές τιμές, περίπου 6% από το 1954. Ζητούσαν αύξηση 20%. Ένα δεύτερο αίτημα αφορούσε την επιστροφή εκατομμυρίων ζλότι (το πολωνικό νόμισμα) που είχαν αφαιρεθεί παράνομα από τα μεροκάματά τους με το φούσκωμα των ασφαλιστικών εισφορών τους.
Διεκδικούσαν επίσης την καταβολή των πριμ παραγωγικότητας: περικόπτονταν επειδή πολλές φορές ολόκληρα τμήματα σταματούσαν λόγω έλλειψης ανταλλακτικών και πρώτων υλών (το εργοστάσιο κατασκεύαζε κυρίως μηχανές τρένων). Γι’ αυτό όμως δεν έφταιγαν οι εργάτες.
Στις 25 Ιούνη οι εργάτες είχαν στείλει μια 30μελή αντιπροσωπεία στην Βαρσοβία, την πρωτεύουσα, να ζητήσει ικανοποίηση των αιτημάτων. Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι αναγκάστηκαν να τους δεχτούν, αλλά αρνήθηκαν κάθετα το κεντρικό ζήτημα, την αύξηση στους μισθούς. Η «οικονομία δεν άντεχε». Έτσι πάρθηκε η απόφαση για την απεργία.
Σύγκρουση
Οι απεργοί αποφάσισαν να διαδηλώσουν στο κέντρο της πόλης. Το θέαμα 16 χιλιάδων εργατών να διαδηλώνουν με πανό και πλακάτ που ζητούσαν «ψωμί», «μεγαλύτερους μισθούς, χαμηλότερες τιμές», ηλέκτρισε την ατμόσφαιρα. Ήταν η πρώτη τέτοια διαδήλωση στην πόλη σε μια δεκαετία.
Καθώς η διαδήλωση προχωρούσε, ο κόσμος την χειροκροτούσε από τα παράθυρα και από τα πεζοδρόμια. Οι εργάτες του ZISPO είχαν στείλει ομάδες σε άλλα εργοστάσια της περιοχής να ζητήσουν συμπαράσταση. Σύντομα, οι εργάτες και οι εργάτριες από την κλωστοϋφαντουργία, τα εργοστάσια τσιγάρων, τις συγκοινωνίες, τα τυπογραφεία, ενώθηκαν μαζί τους.
Κατά τις 10 το πρωί, περίπου 100 χιλιάδες διαδηλωτές είχαν πλημμυρίσει την Πλατεία Στάλιν, την κεντρική πλατεία της πόλης μπροστά από το δημαρχείο. Ήταν περίπου το 1/3 του πληθυσμού της πόλης. Απαιτούσαν την άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων των απεργών. Ένα τοπικό στέλεχος του ΠΕΕΚ (Πολωνικό Ενοποιημένο Εργατικό Κόμμα, το ΚΚ της Πολωνίας) βγήκε να δώσει κάποιες αόριστες υποσχέσεις. Γιουχαΐστηκε. Τέτοιες υποσχέσεις είχαν δοθεί ξανά και δεν σήμαιναν τίποτα.
Το συγκεντρωμένο πλήθος δεν ήταν διατεθειμένο να γυρίσει πίσω σε σπίτια και δουλειές με άδεια χέρια, μετά την «κατάθεση των αιτημάτων». Η οργή ήταν συσσωρευμένη και ξέσπασε. Οι διαδηλωτές επιτέθηκαν στο δημαρχείο και στο κτίριο που στέγαζε τα γραφεία του ΠΕΕΚ και τα κατέστρεψαν. Ο επόμενος στόχος ήταν η φυλακή, απ’ όπου απελευθερώθηκαν 250 περίπου πολιτικοί κρατούμενοι.
Ο βασικός στόχος όμως έγινε το κτίριο της Κρατικής Ασφάλειας. Εκεί οι συγκρούσεις έγιναν αιματηρές, με πολλούς νεκρούς και από τις δυο πλευρές. Οι εργάτες βρήκαν όπλα από στρατιώτες που αφόπλισαν (ή τους έπεισαν να τους τα δώσουν) ακόμα και ένα τανκ -που δεν διέθετε βλήματα για το πυροβόλο. Με αυτά τα λιγοστά όπλα, πέτρες και μολότοφ αντιμετώπισαν τους 10.000 στρατιώτες και 200 άρματα μάχης που έστειλε η κυβέρνηση να καταστείλει την εξέγερση την επόμενη μέρα.
Μια οικονομική απεργία, είχε μετατραπεί σε πολιτική εξέγερση. Ο απολογισμός ήταν 78 νεκροί -οι 64 πολίτες, και περισσότεροι από 400 τραυματίες. Δίπλα στο αίτημα «Ψωμί» είχε προστεθεί το αίτημα «Ελευθερία».
Ρίζες
Η Πολωνία είχε περάσει στη ρωσική σφαίρα επιρροής το 1945. Το καθεστώς που χτίστηκε στα επόμενα χρόνια δεν είχε καμιά σχέση με το σοσιαλισμό και την εργατική εξουσία.
Τα ρωσικά όπλα έφεραν τον «σοσιαλισμό». Τα ίδια όπλα δηλαδή που είχαν εξασφαλίσει τον διαμελισμό της Πολωνίας τον Σεπτέμβρη του 1939 ύστερα από το Σύμφωνο Ρίμπεντρομπ-Μολότοφ ανάμεσα στην Γερμανία του Χίτλερ και την Ρωσία του Στάλιν. Γι’ αυτό από τη δεκαετία του ’50 μέχρι και του ’80 όλα τα εργατικά κινήματα στην Πολωνία είχαν μια έντονη αντιρωσική χροιά.
Το 1956 ένα από τα αιτήματα που είχε μαζική υποστήριξη ήταν να φύγουν όχι μόνο τα ρωσικά στρατεύματα από την χώρα, αλλά να φύγουν και οι εκατοντάδες Ρώσοι αξιωματικοί (πολωνικής καταγωγής πολλοί) που στελέχωναν τον πολωνικό στρατό.
Όμως, οι ρίζες της εξέγερσης ήταν ταξικές. Από το 1949 το πολωνικό καθεστώς είχε ξεκινήσει γιγάντιο πρόγραμμα οικοδόμησης βαριάς βιομηχανίας με ταχύτατους ρυθμούς. Ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στο απόγειό του –το 1950 είχε γίνει θερμός σε ένα σημείο του πλανήτη, στην Κορέα. Ο κρατικός καπιταλισμός στην Ρωσία έπρεπε για άλλη μια φορά να «φτάσει και να ξεπεράσει τη Δύση» ιδιαίτερα σε εξοπλισμούς. Οι δορυφόροι του, όπως η Πολωνία, έπρεπε να συμβάλλουν με οποιοδήποτε κόστος.
Υποτίθεται ότι στην Πολωνία, όπως στην Ρωσία, η οικονομία αναπτυσσόταν με σχέδιο και επιστημονικά. Στην πραγματικότητα, ήταν κεντρικά διευθυνόμενες οικονομίες όπου πόροι και εργατικό δυναμικό άλλαζαν κατεύθυνση ανάλογα με τις προτεραιότητες που υπαγόρευε κάθε φορά ο ανταγωνισμός με τη Δύση.
Το αποτέλεσμα ήταν πτώση του βιοτικού επιπέδου και οικονομικό χάος. Ανάμεσα στο 1949 και το 1955 το πραγματικό εισόδημα των εργατών μειώθηκε κατά 10%. Και δίπλα σ’ αυτή τη μείωση πρέπει να προστεθούν οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των εκατομμυρίων νέων εργατών στις νέες εργατουπόλεις, οι ελλείψεις τροφίμων που προκαλούσε η κρίση στο γεωργικό τομέα.
Το Πόζναν ήταν χαρακτηριστική περίπτωση. Ο πληθυσμός του εκτοξεύτηκε από 120 σε 380 χιλιάδες μέσα σε δέκα χρόνια. Όμως, τα διαμερίσματα, οι παιδικοί σταθμοί, τα νοσοκομεία που χρειάζονταν για να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες, χρειάζονταν πόρους που το καθεστώς προτιμούσε να κατευθύνει αλλού. Ακόμα και οι μισθοί ήταν κατώτεροι από το μέσο εθνικό επίπεδο.
Γι’ αυτό η οργή σιγόβραζε. Όμως, για να ξεσπάσει χρειαζόταν και η κρίση των από πάνω.
Κρίση
Η πρώτη απάντηση του καθεστώτος στην εξέγερση του Πόζναν ήταν να την αποδώσει στη δράση «πρακτόρων της Δύσης». Ετοίμασε και μια μεγάλη θεαματική δίκη για πάνω από 300 συλληφθέντες. Όμως, η συνέχεια ήταν η αποκλιμάκωση της καταστολής.
Οι οικονομικές δυσκολίες και η κοινωνική δυσαρέσκεια είχαν ήδη προκαλέσει ανησυχίες σε ένα κομμάτι της άρχουσας τάξης που καταλάβαινε ότι κάθεται πάνω σε ένα ηφαίστειο κι ότι οι ανάγκες της επιβίωσής της έπρεπε να πάρουν προτεραιότητα. Η εξέγερση του Πόζναν ήταν το σημάδι ότι η έκρηξη πλησίαζε.
Ελπίδα και σύμβολο της μεταρρυθμιστικής πτέρυγας της γραφειοκρατίας γινόταν ο Βλάντισλαβ Γκομούλκα. Ένα παλιό στέλεχος του ΚΚ που είχε καθαιρεθεί από τα αξιώματά του το 1948 και είχε κάνει φυλακή από το 1951 μέχρι το 1954.
Οι καυγάδες στο εσωτερικό της γραφειοκρατίας στην Πολωνία είχαν αρχίσει να βγαίνουν στη φόρα ύστερα από τις εξελίξεις στην Ρωσία. Και εκεί εκτυλισσόταν μια παρόμοια σύγκρουση στις γραμμές της άρχουσας τάξης. Στα τέλη Φλεβάρη του 1956 ο Χρουστσόφ, ο γραμματέας του ΚΚΣΕ είχε καταγγείλει στο 20ο Συνέδριο του κόμματος την «προσωπολατρία του Στάλιν» και κάμποσα από τα εγκλήματά του. Κι όταν η Μόσχα φτερνιζόταν η Βαρσοβία πάθαινε πνευμονία.
Το Πόζναν είχε πυροδοτήσει ένα κύμα αλληλεγγύης και αυτοπεποίθησης. Η αμφισβήτηση άρχισε να γενικεύεται και να εκφράζεται δημόσια. Ένα περιοδικό που άρχισαν να εκδίδουν μεταρρυθμιστές διανοούμενοι με τίτλο Πο Πρόστου (Λόγια Σταράτα) απέκτησε τεράστια κυκλοφορία.
Στα εργοστάσια άρχισαν να συγκροτούνται εργοστασιακά συμβούλια, που διεκδικούσαν λόγο στις οικονομικές αποφάσεις και την γνήσια εκπροσώπηση των εργατικών αιτημάτων. Ένα κύμα απεργιών, συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων σάρωνε τη χώρα.
Η κρίση του καθεστώτος έφτασε στο αποκορύφωμά της όταν ο Γκομούλκα εκλέχτηκε γραμματέας του ΠΕΕΚ τον Οκτώβρη και απαίτησε την αποχώρηση του υπουργού Άμυνας, του στρατάρχη Ροκοσόφσκι (στρατάρχης του ρωσικού στρατού). Τα ρωσικά στρατεύματα άρχισαν πολεμικά γυμνάσια και ρωσικά πολεμικά πλοία εμφανίστηκαν έξω από το Γκντάνσκ. Ο ίδιος ο Χρουστσόφ, συνοδευόμενος από όλη σχεδόν τη ρωσική ηγεσία, πήγε στην Βαρσοβία για να βάλει τον Γκομούλκα στη θέση του στις 19 Οκτώβρη.
Τελικά, στην συνάντηση που είχαν οι δυο «μεταρρυθμιστές» ήρθαν σε συμβιβασμό. Ο Γκομούλκα θα έμενε στη θέση του –αφού απείλησε ότι ο πολωνικός στρατός θα αντισταθεί σε ρωσική επέμβαση. Αλλά και ο Χρουστσόφ πήρε την υπόσχεση ότι η συμμαχία με την Ρωσία θα έμενε ανέπαφη και ότι θα έμπαινε χαλινάρι στο εργατικό κίνημα.
Σε αυτό έριξε όλο του το βάρος ο Γκομούλκα. Ένα μέσο ήταν η επαναπροσέγγιση με την Καθολική Εκκλησία που για ιστορικούς λόγους είχε μεγάλη επιρροή. Ο καρδινάλιος Βιζίνσκι βγήκε στο ραδιόφωνο για να πει στο ποίμνιο: «Αδελφοί μου, οι Πολωνοί ξέρουν να πεθαίνουν ηρωικά, αλλά πρέπει να αποδείξουν ότι ξέρουν και να δουλεύουν ηρωικά». Και τον Γενάρη του 1957 ο μηχανισμός της Εκκλησίας στήριξε τον Γκομούλκα στις «εκλογές».
Τον Οκτώβρη του 1957 το καθεστώς θα έκλεινε το Πο Πρόστου γιατί στο βασικό άρθρο του είχε τίτλο «Όλη η εξουσία στα συμβούλια». Το σύνθημα των μπολσεβίκων του 1917 ήταν αιτία απαγόρευσης στην «σοσιαλιστική» Πολωνία του 1957.
Όμως, αυτό θα γινόταν ένα χρόνο μετά. Εντωμεταξύ, στις 23 Οκτώβρη του 1956, ενώ η κρίση στην Πολωνία καταλάγιαζε, μια μεγάλη διαδήλωση αλληλεγγύης κατευθύνθηκε στην πολωνική πρεσβεία στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας. Ήταν το προανάκρουσμα της Ουγγρικής Επανάστασης που θα ξεσπούσε την επόμενη μέρα και θα ξαναζωντάνευε μετά από δεκαετίες τα εργατικά συμβούλια.

