Δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση της Λήμαν Μπράδερς το ερώτημα αν η παγκόσμια οικονομική κρίση την οποία βοήθησε να ξεσπάσει έχει πλέον ξεπεραστεί εξακολουθεί να προκαλεί αντιπαραθέσεις. Πριν από λίγα χρόνια, σημειώνει στο νέο του σημαντικό βιβλίο Crashed (Χρεοκοπημένο) ο φιλελεύθερος ιστορικός της οικονομίας Άνταμ Τουζ, ήταν κοινά αποδεκτή η παραδοχή ότι ο συνδυασμός της διάσωσης των τραπεζών από τα κράτη και της ποσοτικής χαλάρωσης από τις κεντρικές τράπεζες -της παροχής νέου χρήματος προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα- είχε επιλύσει την κρίση.
Όπως, όμως σωστά επισημαίνει ο Τουζ, “η κρίση δεν είχε στην πραγματικότητα ξεπεραστεί ακόμα... η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση της περιόδου 2007-2012 μεταμορφώθηκε ανάμεσα στο 2013 και το 2017 σε μια ολοκληρωτική πολιτική και γεωπολιτική κρίση της μεταψυχροπολεμικής παγκόσμιας τάξης”.
Το Crashed είναι μια γιγάντια ιστορία των αφετηριών και της πορείας αυτής της πολλαπλής κρίσης. Το προηγούμενο βιβλίο του Τουζ, Deluge (Κατακλυσμός) αφορούσε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και την περίοδο που τον διαδέχτηκε. Ο Τουζ -κάτι πολύ ασυνήθιστο για επίσημους ιστορικούς- είχε δείξει σε αυτό το βιβλίο ένα γεμάτο σεβασμό ενδιαφέρον για τον Λένιν, ως στρατηγικό διανοητή. Με έναν παρόμοιο τρόπο στο Crashed αντιμετωπίζει με συμπάθεια το έργο κάποιων Μαρξιστών όπως ο Πίτερ Γκόβαν και ο Λίο Πάνιτς οι οποίοι έχουν υποστηρίξει ότι το σημερινό χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι βασικό για τη διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Για τον Τουζ η κρίση που ξέσπασε το 2007-8 ήταν μια κρίση του “στηριγμένου στο δολάριο διατλαντικού χρηματοπιστωτικού συστήματος”, ενός συστήματος που έχει δυο “κόμβους”, τη Γουόλ Στριτ και το Σίτι του Λονδίνου. Αυτό τον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κρίση ήταν τόσο Ευρωπαϊκή όσο και Αμερικανική.
Οι τράπεζες και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού είχαν σαν στόχο τη χρηματοδότηση επικερδών επενδύσεων -για παράδειγμα στις ΗΠΑ την στεγαστική αγορά στην περίοδο της φούσκας της πρώτης δεκαετίας του 2000- με δολάρια τα οποία δανείζονταν φτηνά είτε στη Γουόλ Στριτ είτε στις υπεράκτιες, ενορχηστρωμένες από το Λονδίνο, αγορές. Αυτό λειτουργούσε τέλεια όσο έρεαν τα δολάρια.
Τι θα γινόταν, όμως, αν αυτό το “χρηματοπιστωτικό κυκλοφοριακό σύστημα” μπλόκαρε; Αυτό ακριβώς συνέβει το 2007-8 όταν όλο αυτό το εύθραυστο εποικοδόμημα των -στηριγμένων στην φούσκα των τιμών των αμερικανικών ακινήτων- κερδοσκοπικών επενδύσεων κατέρρευσε. Καθώς απλωνόταν ο πανικός, τα δάνεια σε δολάρια στέρεψαν απειλώντας με αυτόν τον τρόπο την διατλαντική οικονομία -τόσο τις βιομηχανικές επιχειρήσεις όσο και τις τράπεζες- με χρεοκοπία.
Ένα από τα δυνατά σημεία της αφήγησης του Τουζ είναι ότι δείχνει πόσο συνειδητά ρίχτηκε το αμερικανικό κράτος στην προσπάθεια αυτής της διάσωσης. Αυτό δεν περιλάμβανε απλά τις αρχικές κεφαλαιακές υποστηρίξεις των τραπεζών αλλά και μια ολόκληρη σειρά από συναλλαγματικές ανταλλαγές μέσω των οποίων η διοίκηση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας (FED) διέθετε, σε διάφορες στιγμές πανικού, δολάρια σε άλλες ηγετικές κεντρικές τράπεζες.
Με αυτόν τον τρόπο ο Τουζ αντικρούει τις συνήθεις ερμηνείες που παρουσιάζουν την κρίση απλά σαν αποτέλεσμα της αποδυνάμωσης της ηγεμονίας των ΗΠΑ. “Πριν από την κρίση, το διατλαντικό υπεράκτιο σύστημα του δολαρίου δεν είχε κάποιο εμφανές ηγετικό κέντρο. Αναπτύχθηκε πράγματι “υπεράκτια” με στόχο να αποφύγει τον εθνικό έλεγχο και τη ρύθμιση. Μετά το 2008 οργανώθηκε ανοιχτά γύρω από την FED και την παρεχομένη από αυτή ρευστότητα”.
Ο Τουζ μας δίνει πράγματι μια πολύ κρατικο-κεντρική ερμηνεία της κρίσης. Ένα από τα αρνητικά στοιχεία του βιβλίου -ιδιαίτερα στο τελευταίο κομμάτι του που κυριαρχείται από την ομολογουμένως ατελείωτη κρίση της Ευρωζώνης- μετατρέπεται σε μια από μέρα-σε-μέρα εξιστόρηση της πρόσφατης “υψηλής” πολιτικής στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τον μαρξιστή οικονομολόγο Μάικλ Ρόμπερτς η σημαντικότερη αδυναμία του Crashed είναι ότι μιλάει “περισσότερο για το πως αντί για το γιατί”. Με άλλα λόγια, ο Τουζ δεν εξηγεί γιατί οι χρηματοπιστωτικές ροές εντός του “διατλαντικού συστήματος του δολαρίου” έφτασαν να κυριαρχήσουν πάνω στον δυτικό καπιταλισμό. Η παραγωγή βρίσκεται στο περιθώριο της αφήγησης του -σε αντίθεση με τον Γκόβαν ο οποίος έδινε μεγάλη σημασία στην ανταγωνιστική διαμάχη ανάμεσα στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα και τον Ρόμπερτς που συνδέει αυτό που ο ίδιος ονομάζει “μακρά ύφεση” με την χαμηλή κερδοφορία των παραγωγικών επενδύσεων.
Ο Τουζ είναι ξεκάθαρος ότι οι ρίζες των πολιτικών προκλήσεων ενάντια στην νεοφιλελεύθερη τάξη -το Brexit, ο Τραμπ, η άνοδος της ρατσιστικής ακροδεξιάς- μπορούν να αναζητηθούν πίσω στην οικονομική κρίση. Αλλά δεν είναι καθόλου ξεκάθαρος στο πώς θα πρέπει να αντιδράσουμε.
Σε ένα πρόσφατο άρθρο του γράφει: “υπάρχουν καλοί λόγοι για να υπερασπιστεί κανείς μια τεχνοκρατική κυβέρνηση ενάντια στα ανορθολογικά πάθη της μαζικής δημοκρατίας”. Αλλά δεν είναι αυτό ακριβώς που μας έχει φέρει σε αυτό το χάλι; Η κρατική παρέμβαση έσωσε τις τράπεζες αλλά, χάρη στη λιτότητα, οι απλοί άνθρωποι κλήθηκαν να πληρώσουν τον λογαριασμό και τόσοι πολλοί στράφηκαν προς τον Τραμπ και τους ομοίους του. Ακόμα και οι πιο ευφυείς φιλελεύθεροι μοιάζουν ανίκανοι να μας προσφέρουν οτιδήποτε άλλο πέρα από μια επανάληψη των λαθών του παρελθόντος.

