Οικονομία και πολιτική
Τι σημαίνουν τα “μέτρα ελάφρυνσης” Τσίπρα

Τα μέτρα είναι τόσο θετικά ώστε να συγκλίνουν σε αυτά και η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ

Η “εθνική οικονομία” (δηλαδή οι μεγάλες επιχειρήσεις) και τα δημόσια ταμεία θα είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι από τα “θετικά μέτρα” που φέρνει αυτή την εβδομάδα στη Βουλή η κυβέρνηση και όχι οι “πολίτες που έχουν ανάγκη”, όπως υποστήριξε πριν από λίγες μέρες ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Τα θηριώδη υπερπλεονάσματα θα κατευθυνθούν κύρια σε φοροαπαλλαγές και φοροελαφρύνσεις -σε δράσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη, σύμφωνα με τα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού- και όχι στη στήριξη του κοινωνικού κράτους ή των φτωχών και των “ευάλωτων”. Όσο για τις περιβόητες “120 δόσεις” ο πραγματικός στόχος δεν είναι να απαλλαγούν τα θύματα της κρίσης από τα χρέη τους αλλά να αποκτήσουν ένα ακόμα κίνητρο για να προσπαθήσουν -με όποιο κόστος- να πληρώσουν τις παλιές τους οφειλές που το κράτος είχε μέχρι τώρα ουσιαστικά ξεγράψει. 

Πλεονάσματα

Με βάση το Τρίτο Μνημόνιο που υπέγραψαν το καλοκαίρι του 2015 ο Τσίπρας και ο Τσακαλώτος με τους “θεσμούς”, η Ελλάδα θα ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί για μια δεκαετία σχεδόν κάθε χρόνο “πρωτογενή πλεονάσματα” ύψους 3,5% του ΑΕΠ. Τότε ακόμα και δεξιοί οικονομολόγοι κατάγγελλαν αυτόν τον υπερβολικό στόχο, που θυσίαζε τα πάντα -απασχόληση, μισθούς, συντάξεις, κοινωνικό κράτος- στο βωμό της αποπληρωμής του χρέους. Όπως είναι γνωστό η κυβέρνηση δεν αποδέχτηκε απλά τον στόχο: τον υιοθέτησε. Τα πλεονάσματα εκτοξεύθηκαν τα προηγούμενα χρόνια στα ουράνια, πολύ ψηλότερα από το 3,5% του ΑΕΠ που απαιτούσαν οι δανειστές. Και η κυβέρνηση αντί να ντρέπεται για αυτή την ευθυγράμμιση με την πιο σκληρή θατσερική πολιτική κόμπαζε κιόλας για την “μεγάλη της επιτυχία” που άνοιγε τον δρόμο για την πολυπόθητη επιστροφή στην κανονικότητα των αγορών.

Στο τελευταίο “Πρόγραμμα Σταθερότητας” που υπέβαλε η Ελλάδα στην Κομισιόν (υποβάλλουν κάθε χρόνο όλες οι χώρες της Ευρωζώνης), η κυβέρνηση προβλέπει τη διατήρηση αυτών των θηριωδών πλεονασμάτων για μια τουλάχιστον τετραετία ακόμα. Σύμφωνα με το πρόγραμμα το πρωτογενές πλεόνασμα θα κλείσει στο 4,1% φέτος, θα υποχωρήσει στο 3,9% του χρόνου, θα επιστρέψει στο 4,1% το 2021 και θα απογειωθεί στο 4,6% του ΑΕΠ το 2022. Συνολικά η κυβέρνηση εκτιμάει ότι αυτή η υπεραπόδοση θα αφήσει πίσω της έναν “δημοσιονομικό χώρο” της τάξης των 5,5 δισεκατομμυρίων μέσα στην επόμενη τετραετία. Η Κομισιόν ουσιαστικά αποδέχτηκε αυτές τις προβλέψεις. Και πρακτικά έχει δώσει ήδη στην κυβέρνηση το πράσινο φως να τα “αξιοποιήσει”. Το ερώτημα είναι ποιους πραγματικά θα ωφελήσει αυτή η “αξιοποίηση”.

Το πακέτο των “θετικών μέτρων” δεν είχε κατατεθεί ακόμα στη Βουλή την ώρα που γραφόταν αυτό το κείμενο. Αλλά η γενική κατεύθυνση είναι ήδη γνωστή. Το στίγμα το έδωσε ο ίδιος ο Τσίπρας στη τηλεοπτική του συνέντευξη στον Νίκο Χατζηνικολάου όπου ανακοίνωσε την ακύρωση της μείωσης του αφορολόγητου ορίου που είχε ήδη νομοθετήσει το 2017 η κυβέρνηση. Η ανακοίνωση προκάλεσε ένα κύμα ανακούφισης στους φτωχούς -η μείωση του αφορολόγητου θα σήμαινε ότι θα καλούνταν πλέον να πληρώνουν φόρο εισοδήματος ακόμα και αυτοί που κυριολεκτικά “δεν έχουν να φάνε”: από τα 8.500 Ευρώ το χρόνο το αφορολόγητο εισόδημα θα έπεφτε στα 6.250 Ευρώ το 2020, ένα ποσό που αντιστοιχεί σε 520 Ευρώ το μήνα. 

Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι φτωχοί δεν κέρδισαν τίποτα απολύτως: απλά, όπως είχε γίνει και με τους συνταξιούχους λίγους μήνες πρωτύτερα, δεν τους πήραν αυτά που είχαν αναγγείλει ότι θα τους πάρουν. Το μέτρο, άλλωστε, ήταν βέβαιο ότι θα απέδιδε ελάχιστα μόνο στα δημόσια ταμεία: ένα μεγάλο κομμάτι των φτωχών απλά δεν θα πλήρωνε τους φόρους του, όχι γιατί δεν θα ήθελε αλλά γιατί δεν θα μπορούσε. Το μόνο που θα φούσκωνε θα ήταν ο ήδη παραφουσκωμένος λογαριασμός των “ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο”. 

Στο μεταξύ, όμως, το μήνυμα είχε σταλεί: ο “δημοσιονομικός χώρος” θα αξιοποιηθεί για τη μείωση της φορολογίας: η κυβέρνηση ετοιμάζεται, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου, να μειώσει τον ΕΝΦΙΑ, να μειώσει την βασική κλίμακα του φόρου εισοδήματος από το 22% στο 20%, να μειώσει την “ειδική εισφορά αλληλεγγύης” (επιβαρύνει προοδευτικά τα μεγαλύτερα εισοδήματα), να μειώσει τον ΦΠΑ, να μειώσει, να μειώσει, να μειώσει... Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι φοροελαφρύνσεις αυτές θα ωφελήσουν κύρια τα χαμηλότερα εισοδήματα, αυτούς που “δεν έχουν”. Στην πραγματικότητα, όμως, ξέρει πολύ καλά ότι ο αντίκτυπος θα είναι μικρός για το μεγαλύτερο κομμάτι των εργαζομένων, που έχει έτσι και αλλιώς πολύ μικρά εισοδήματα. Ανάμεσα στα μέτρα που ετοιμάζεται να καταθέσει η κυβέρνηση είναι και η επαναφορά της έκπτωσης του φόρου για αυτούς που θα τον πληρώνουν εφάπαξ. Δηλαδή για αυτούς “που έχουν”. Αν έχεις καταθέσεις στην τράπεζα ώστε να πληρώνεις αμέσως τους φόρους, τότε θα έχεις και έκπτωση 10% ή 15% στο φόρο. Αν δεν έχεις, κρίμα, έχασες. 

Οι 120 δόσεις

Η ρύθμιση για την πληρωμή των παλιών χρεών προς τα ταμεία, την εφορία και τους δήμους σε δόσεις -ακόμα και 120 για τα χαμηλά εισοδήματα- προκάλεσε κύμα ανακούφισης στους φτωχούς. Αλλά η ρύθμιση είναι στην πραγματικότητα ένα “λούκι”. Η ρύθμιση ακυρώνεται εάν ο “ασφαλισμένος” ή ο “φορολογούμενος” δεν καταφέρει να πληρώσει τη δόση του στην ώρα της για δυο φορές. Και ακυρώνεται επίσης αν δεν καταφέρει να είναι συνεπής στις νέες του υποχρεώσεις -δηλαδή να πληρώνει στην ώρα του τους νέους φόρους και τις νέες εισφορές του. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι θα βρεθεί, αφού θα έχει κάνει ήδη μια τιτάνια προσπάθεια ξύνοντας κυριολεκτικά “τον πάτο του καζανιού” (με δανεικά από φίλους και συγγενείς), ξανά εκτός ρύθμισης. Και για αυτούς που δεν θα ενταχθούν ή θα αποβληθούν από τη ρύθμιση οι συνέπειες θα είναι δραματικές: αποστολή των χρεών στο ΚΕΑΟ (Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών) , άμεση επιβολή μέτρων αναγκαστικής είσπραξης (δηλαδή κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών, πλειστηριασμός ακινήτων κλπ). Σου δώσαμε μια δεύτερη ευκαιρία και την κλότσησες. Είσαι άξιος της μοίρας σου! 

Η κυβέρνηση ξέρει πολύ καλά ότι θα είναι πάρα πολλοί αυτοί που δεν θα καταφέρουν να είναι συνεπείς: η κρίση συνεχίζεται, η ανεργία είναι ακόμα στα ύψη και οι περισσότερες νέες θέσεις εργασίας είναι προσωρινές και κακοπληρωμένες. 

Σήμερα οι μισοί περίπου φορολογούμενοι (περίπου τέσσερα εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα) έχουν ληξιπρόθεσμα χρέη στην εφορία. Η πλειοψηφία, είναι αλήθεια, χρωστάει λίγα: από τα 100 δισεκατομμύρια των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο (στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι προσαυξήσεις) τα 90 δισεκατομμύρια τα χρωστάνε όλα και όλα 40 χιλιάδες φυσικά πρόσωπα και εταιρίες με χρέη πάνω από 100 χιλιάδες ο καθένας. Το 93% των οφειλετών χρωστάνε κάτω από 10 χιλιάδες Ευρώ. Το 60% κάτω από 500 Ευρώ. Η συντριπτική πλειοψηφία των οφειλετών πληρώνει τους φόρους της -αλλά δεν καταφέρνει να τους πληρώσει στην ώρα τους. Και τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο δύσκολα αν στους νέους φόρους προστεθούν και οι δόσεις από τα χρέη. 

Η ίδια εικόνα ισχύει για τα χρέη προς τα ταμεία. Συνολικά οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία (αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες) είναι σήμερα περίπου 35 δις. Από αυτά ένα μεγάλο κομμάτι (27 δις) έχει δημιουργηθεί πριν ακόμα ξεσπάσει η κρίση -πριν από το 2009. Άλλα 8 περίπου δισεκατομμύρια προστέθηκαν την περίοδο 2009-2017 και πολύ λιγότερα (350 εκατομμύρια) μετά την ψήφιση του νόμου Κατρούγκαλου. Η ρύθμιση, είναι αλήθεια, δίνει τη δυνατότητα στους ασφαλισμένους να “κουρέψουν” τις οφειλές τους -με αντίστοιχη μείωση και των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων. Αλλά και πάλι η πιθανότητα να καταφέρει κάποιος να πληρώνει και τις δόσεις και τις νέες εισφορές στην ώρα τους θα είναι μικρή. Η κυβέρνηση, στην ουσία, ελπίζει μέσα από τις “120 δόσεις” να εισπράξει ένα κομμάτι από τα παλιά χρέη που θεωρούνται μέχρι τώρα ξεγραμμένα. Και να βρει μια καλή δικαιολογία στη συνέχεια για την επιδρομή του ΚΕΑΟ.

Η κυβέρνηση έχει συμφωνήσει με την Κομισιόν να εισπράξει μέσα στο 2019 τουλάχιστον 5,6 δις από τα παλιά ληξιπρόθεσμα χρέη. Ο “θεσμός” για την υλοποίηση αυτού του υψηλού στόχου είναι η ρύθμιση για τις 120 δόσεις. 

Σύγκλιση

Η Νέα Δημοκρατία και τα φιλικά της Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης καταγγέλλουν ξανά και ξανά σαν “προεκλογικά” και ψηφοθηρικά” τα νέα μέτρα της κυβέρνησης. Στην πραγματικότητα, όμως, οι προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας διαφέρουν σε ελάχιστα μόνο σημεία από αυτά τα οποία ετοιμάζεται να νομοθετήσει αυτές τις μέρες η κυβέρνηση. “Στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων”, γράφει η Καθημερινή, “υπάρχει ταύτιση απόψεων ως προς τη διατήρηση του αφορολογήτου και τη μείωση του βασικού συντελεστή... Για τον ΕΝΦΙΑ υπάρχει συμφωνία των δυο κομμάτων ως προς την αναγκαιότητα μείωσης μεσοσταθμικά κατά 30%... Τα δυο κόμματα συμφωνούν ως προς την αναγκαιότητα μείωσης των συντελεστών φορολόγησης των νομικών προσώπων... “.

Αυτά που ετοιμάζεται να νομοθετήσει αυτές τις μέρες η κυβέρνηση διαφέρουν ελάχιστα από τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας.