Παρά το γεγονός ότι, μετά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, διαμορφώθηκαν, έστω και με διαφορετικές ταχύτητες, σε όλο τον κόσμο, μεγάλα, δημόσια, εκπαιδευτικά συστήματα, η αστική τάξη πάντοτε έτρεφε αισθήματα περιφρόνησης, καχυποψίας και επιφυλακτικότητας ως προς το δικαίωμα των φτωχών παιδιών να μορφώνονται. Τα δημόσια συστήματα εκπαίδευσης εν μέρει εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, όμως ταυτόχρονα αποτελούσαν και προσπάθεια ενσωμάτωσης των αιτημάτων των εργαζομένων και των φτωχών, αγροτικών και αστικών στρωμάτων, να εξασφαλίσουν μόρφωση και ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους. Η ιστορία του Νηπιαγωγείου, του νεαρότερου εκπαιδευτικού θεσμού, ενσωματώνει, ίσως, με τον καθαρότερο τρόπο αυτές τις αντιφάσεις.
Το υπόβαθρο
Η πρώτη καθιέρωση της καθολικής, δημόσιας προσχολικής αγωγής αποτέλεσε μια καινοτομία του πρώτου εργατικού κράτους που προέκυψε, μετά την επανάσταση του 1917, στη Ρωσία. Ωστόσο οι Μπολσεβίκοι δεν ήταν αυτοί που ανακάλυψαν το Νηπιαγωγείο. Η ιδέα ότι η προσχολική ηλικία αποτελεί μια κρίσιμη ηλικία που χρήζει ιδιαίτερης φροντίδας από επαγγελματίες παιδαγωγούς έχει τις ρίζες της στον 19ο αιώνα. Πρώτος ο Γερμανός παιδαγωγός Φρίντριχ Φρέμπελ οργάνωσε στα 1837 ένα «ίδρυμα για την ανατροφή των μικρών παιδιών» που έφερε το ρομαντικό όνομα «παιδόκηπος» (Kindergarten), για παιδιά 4 – 6 ετών. Η ιδέα του Νηπιαγωγείου βρήκε απήχηση στους φιλελεύθερους παιδαγωγούς, μετά τις επαναστάσεις του 1848. Πίστευαν ότι η προσχολική εκπαίδευση θα μπορούσε να παράγει μια νέα γενιά πολιτών γαλουχημένη με τις αρχές ενός δημοκρατικού δημόσιου βίου. Στη Ρωσία η εισαγωγή του Νηπιαγωγείου συνέπεσε με τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν στη δεκαετία του 1860 και απέκτησε πιο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Συνδέθηκε με τα οράματα της ατομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης από τον αυταρχισμό του Τσαρισμού. Τα Νηπιαγωγεία του 19ου αιώνα ήταν ιδιωτικά ιδρύματα και βρίσκονταν έξω από τα επίσημα, κρατικά εκπαιδευτικά συστήματα, συνάντησαν δε την ανοιχτή εχθρότητα των κυρίαρχων τάξεων. Η Πρωσική κυβέρνηση απαγόρευσε το Νηπιαγωγείο από το 1852 έως το 1860. Ο συντηρητικός Γερμανός κοινωνιολόγος W.H. Riehl θεωρούσε διεστραμμένο και απειλητικό για τις αξίες της οικογένειας να στέλνονται τα παιδιά μακριά από το σπίτι το νωρίτερο δυνατό. Αντίστοιχη αντιμετώπιση είχε το τσαρικό υπουργείο Παιδείας, ένα από τα ισχυρότερα κέντρα της αντίδρασης, στη Ρωσία όπου η ορθόδοξη εκκλησία ασκούσε μεγάλο έλεγχο στην εκπαίδευση.
Προς τα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου η προσχολική εκπαίδευση τράβηξε την προσοχή προοδευτικών παιδαγωγών, όπως ο Ντιούι και ο Πάρκερ, στις ΗΠΑ και ο Βέντσελ στη Ρωσία, οι οποίοι ανέπτυξαν ριζοσπαστικά πειράματα και απόψεις παιδοκεντρικής εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα υιοθετήθηκε και από αστικές «φιλανθρωπικές» οργανώσεις ως μέσο επιτήρησης και παρέμβασης στις οικογένειες των φτωχών, προκειμένου να διορθώσουν την «προβληματική συμπεριφορά» τους. Στις ΗΠΑ αυτό χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα για τα παιδιά των μεταναστών, οδηγώντας στη μερική ενσωμάτωσή της προσχολικής αγωγής στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Εκπαιδευτικός άθλος
Οι Μπολσεβίκοι, όταν ανέλαβαν την εξουσία, στηρίχθηκαν στις καλύτερες παραδόσεις του παρελθόντος και ήρθαν σε ρήξη με τις συντηρητικές αντιλήψεις και στρατηγικές. Υιοθέτησαν την ιδέα του Νηπιαγωγείου και την ενέταξαν σε ένα ευρύτερο και εκτεταμένο πρόγραμμα οικοδόμησης ενός δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, ανοιχτού σε όλα τα παιδιά. Το Νηπιαγωγείο αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο αυτού του προγράμματος. Στο λαϊκό επιτροπάτο για την Παιδεία (Narkompros) υπήρχε ξεχωριστό τμήμα υπεύθυνο για την προσχολική εκπαίδευση. Αρχικά δεν υπήρχε κάποιο έτοιμο δίκτυο Νηπιαγωγείων, παρά λίγα ιδιωτικά ιδρύματα (σχεδόν όλα αποκλειστικά στη Μόσχα και την Πετρούπολη), που απευθύνονταν κυρίως στα ευπορότερα στρώματα του πληθυσμού. Οι Μπολσεβίκοι ήταν αναγκασμένοι να ξεκινήσουν από το μηδέν. Τα ιδιωτικά Νηπιαγωγεία κρατικοποιήθηκαν και εντάχθηκαν στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα άρχισε να υλοποιείται ένα φιλόδοξο πρόγραμμα δημιουργίας δομών προσχολικής αγωγής. Τα αποτελέσματα της προσπάθειας ήταν εντυπωσιακά. Στα τέλη του 1919, σε σύνολο 31 διοικητικών περιφερειών, είχαν δημιουργηθεί 2.615 κέντρα προσχολικής αγωγής, (279 στη Μόσχα και 180 στην Πετρούπολη) στα οποία φοιτούσαν 155.443 νήπια. Το 1921 τα αντίστοιχα νούμερα ήταν 7.784 για 355.280 παιδιά.
Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Οι ελλείψεις εκπαιδευτικών, εκπαιδευτικού υλικού, κτηρίων, και χρημάτων προστίθενται στις δυσκολίες που δημιουργούσε ο εμφύλιος πόλεμος. Οι Μπολσεβίκοι ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις χρηματοδοτώντας γενναία το πρόγραμμα. Το 1917 ο προϋπολογισμός για το τμήμα προσχολικής αγωγής του Narkompros ήταν 600.000 ρούβλια. Για το πρώτο μισό του 1919 το αντίστοιχο νούμερο είχε ανέλθει στα 99.303.370 ρούβλια. Επίσης ένα επιπλέον κονδύλι 3.811.400 ρουβλίων αφορούσε στην εκπαίδευση εκπαιδευτικών. Και σε αυτόν τον τομέα τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Την ακαδημαϊκή χρονιά 1923 – 24 σε σύνολο 17.571 νηπιαγωγών το 64% αυτών που εργάζονταν στα νηπιαγωγεία και των 57% αυτών στους ολοήμερους σταθμούς φροντίδας είχαν σπουδάσει μετά την επανάσταση.
«Σώστε τα παιδιά»
Οι Μπολσεβίκοι αντιμετώπιζαν μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση, οι συνέπειες της οποίας επιτείνονταν από την πολιτιστική καθυστέρηση. Η φτώχεια και ο πόλεμος είχαν δημιουργήσει εφιαλτικές συνθήκες ζωής για χιλιάδες παιδιά. Η Ρωσία είχε έναν από τους υψηλότερους δείκτες παιδικής θνησιμότητας. Το 1912, στη Μόσχα, το 29% των παιδιών πέθαινε πριν φτάσει το πρώτο έτος της ηλικίας του. Στα 1918 το ποσοστό αυτό είχε αγγίξει το 50%. Οι ασθένειες θέριζαν, λόγω της κακής διατροφής και των άθλιων συνθηκών διαβίωσης και υγιεινής. Χιλιάδες παιδιά είχαν μείνει ορφανά. Πολλά μεγάλωναν χωρίς επιτήρηση και φροντίδα κλειδωμένα σε σκοτεινά δωμάτια ή παρατημένα στους δρόμους ή στους διαδρόμους ενός εργοστασίου. Ζούσαν σε στενά, ανήλιαγα διαμερίσματα στα οποία στοιβάζονταν πολλές οικογένειες με αποτέλεσμα τα βρέφη και νήπια να στερούνται τις αναγκαίες ώρες ύπνου. Μια έρευνα έδειχνε ότι το 75% των παιδιών ζούσαν σε σπίτι με ένα δωμάτιο και κοιμόντουσαν στο ίδιο κρεβάτι με τους γονείς και τ’ αδέλφια τους. Στο 44% των σπιτιών, στα οποία υπήρχε πατέρας, αυτός υπέφερε από αλκοολισμό. Το 56% των μητέρων ήταν αγράμματες. Σε μια έκθεση από ένα νηπιαγωγείο της Μόσχας αναφέρεται ότι από 150 παιδιά, συμπεριλαμβανομένων και 8χρονων, ελάχιστα ήταν σε θέση να ονοματίσουν τα χρώματα ή την πόλη στην οποία κατοικούσαν, ενώ τα περισσότερα δεν είχαν δει δάσος ή οργωμένους αγρούς.
Στο Νηπιαγωγείο ανατέθηκε η σωτηρία των παιδιών μέσω της δημιουργίας ενός ασφαλούς, υγιούς, και ζεστού περιβάλλοντος γεμάτο φροντίδα και τρυφερότητα, κατάλληλο για την ανατροφή τους. Όμως και αυτό δεν ήταν δεδομένο. Χρειάστηκαν να καταβληθούν τεράστιες προσπάθειες για να εξασφαλιστούν δωρεάν, ζεστά γεύματα, καθαρά σεντόνια, πετσέτες, ατομικά κρεβάτια, μέσα ατομικής υγιεινής, τρεχούμενο νερό, κατάλληλα κτήρια και έπιπλα, εκπαιδευτικό υλικό, παιχνίδια και ό,τι άλλο αναγκαίο για τον σκοπό αυτό. Η επιμονή στην καθαριότητα και στην εξασφάλιση των όρων υγιεινής ήταν από τις πιο βασικές οδηγίες στα σεμινάρια των νηπιαγωγών. Η καθαριότητα ήταν στοιχείο εκσυγχρονισμού της Ρωσίας. Παρόλο που η εξασφάλιση φαγητού ήταν ένα μεγάλο δέλεαρ, χρειάστηκε να καταβληθούν συστηματικές προσπάθειες ώστε να πειστούν πολλοί γονείς ότι το να στείλουν τα παιδιά τους στο Νηπιαγωγείο δεν σήμανε ότι ήταν δείγμα μειωμένης αγάπης προς αυτά.
Η αντιμετώπιση της κρίσης δεν χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία για την αναβολή των συνολικών προγραμμάτων μετασχηματισμού της κοινωνίας. Το αντίθετο. Παράλληλα με τις προσπάθειες αντιμετώπισής της άνοιξε έντονη συζήτηση για το ρόλο της προσχολικής αγωγής και τις σχέσεις παιδιών – οικογένειας και του νεαρού κράτους. Σε αντίθεση με τις αστικές φιλανθρωπικές οργανώσεις, το εργατικό κράτος δεν χρησιμοποιούσε το Νηπιαγωγείο για τον έλεγχο των γυναικών, αλλά ως εργαλείο για την απελευθέρωσή τους, από το βάρος της οικιακής εργασίας. Η ιδέα της δημόσιας ανατροφής των παιδιών ήταν ενταγμένη βαθιά στη Μπολσεβίκικη, πολιτική παράδοση ως στοιχείο που έδινε την δυνατότητα στις μητέρες να δρουν ως εργάτριες και ως γυναίκες στην κοινωνία. Η Κρούπσκαγια, στην παμφλέτα, «Η γυναίκα εργάτρια» που γράφτηκε το 1901, αντέκρουε ως «απόλυτες ανοησίες» τους ισχυρισμούς των αστών ότι οι σοσιαλιστές θέλουν ν’ αρπάξουν τα παιδιά από τους γονείς τους, λέγοντας ότι με την αφαίρεση του φορτίου της ανατροφής των παιδιών από τους γονείς, η κοινωνία μπορεί να εγγυηθεί στο παιδί όχι μόνο τα μέσα της ύπαρξής του, αλλά και οτιδήποτε είναι αναγκαίο για την πλήρη και πολύπλευρη ανάπτυξή του.
Το Νηπιαγωγείο της επανάστασης έθετε το παιδί και τα δικαιώματά του στο κέντρο των δραστηριοτήτων του. Ο λαϊκός Επίτροπος για την Παιδεία, Λουνατσάρσκι, διακήρυσσε: «το παιδί είναι αντικείμενο κρατικής ανατροφής και έχει το ιερό δικαίωμα σε μια ισότιμη σχέση αγάπης και εκπαίδευσης με τον παιδαγωγό του». Υιοθετήθηκαν, εφαρμόστηκαν και γενικεύτηκαν παιδοκεντρικές παιδαγωγικές μέθοδοι, που είχαν ήδη αναπτυχθεί, σε εμβρυακό επίπεδο, το προηγούμενο διάστημα στη δύση, αλλά και στην ίδια τη Ρωσία. Καταβάλλονταν προσπάθειες να καλλιεργηθεί ένα κλίμα συλλογικότητας, ισότητας, ελευθερίας επιλογών, εργατικότητας και δημιουργικότητας χωρίς ίχνος αυταρχισμού και υποταγής σε οποιαδήποτε αυθεντία ώστε τα παιδιά να μπορούν ν’ αποτελέσουν έναν μελλοντικό αποφασιστικό παράγοντα αλλαγής και μετασχηματισμού της κοινωνίας.
Στην εφαρμογή τους οι διακηρύξεις των Μπολσεβίκων συνάντησαν τεράστια προβλήματα. Ακόμη και στα 1927 καταγράφονταν πολλές απουσίες μαθητών γιατί δεν είχαν παπούτσια για να πάνε στο σχολείο. Το χειρότερο όμως ήταν ότι οι επαναστατικές προθέσεις των πρώτων χρόνων της επανάστασης προσέκρουσαν πάνω στις δυσκολίες που συνάντησε η επανάσταση, στο σύνολό της, στη δεκαετία του ’20, μέχρι οι κατακτήσεις της να καταλυθούν πλήρως, από τη σταλινική αντεπανάσταση.
Χωρίς διάθεση εξιδανίκευσης, η δημιουργία του πρώτου εκτεταμένου συστήματος προσχολικής εκπαίδευσης αποτελεί μια από τις εποποιίες της εκπαιδευτικής ιστορίας η οποία επηρέασε συνολικότερα την εξέλιξη της εκπαίδευσης, σε όλο τον κόσμο, στα κατοπινά χρόνια, αλλά και υπογράμμισε ότι η εργατική τάξη στην πάλη για τη δική της απελευθέρωση μπορεί να λειτουργήσει απελευθερωτικά για όλη την κοινωνία.
Σεραφείμ Ρίζος

