Η κουβανέζικη επανάσταση: 60 χρόνια από την επίθεση στη Μονκάδα

Στις 26 Ιούλη του 1953 ο Φιντέλ Κάστρο οδήγησε περίπου 150 συντρόφους του σε μια επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάδα, στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, το Σαντιάγο ντε Κούβα. Σκοπός των επαναστατών ήταν να καταλάβουν το στρατόπεδο και να ανατρέψουν τον στρατηγό Φουλχένσιο Μπατίστα που είχε καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία τον Μάρτη του 1952.

Η επιχείρηση ήταν κακο-οργανωμένη και απέτυχε ολοκληρωτικά. Ο Κάστρο και δεκάδες σύντροφοί του συνελήφθησαν, δικάστηκαν και φυλακίστηκαν. Αργότερα, μια αμνηστία επέτρεψε στον Κάστρο να καταφύγει στο Μεξικό. Εκεί αναδιοργάνωσε τις δυνάμεις του, το Κίνημα της 26ης Ιούλη, και σχεδίασε την επιστροφή του στη Κούβα. Μια νέα στρατολογία στη δύναμη των μελλοντικών ανταρτών ήταν ένας Αργεντίνος γιατρός, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως ο «Τσε» Γκεβάρα.

Η αντάρτικη δύναμη αποβιβάστηκε στη νότια παραλία της επαρχίας Οριέντε στις 2 Δεκέμβρη του1956. Αρχικά, η επιχείρηση έμοιαζε να καταλήγει σε ακόμα ένα φιάσκο. Από τους 82 αντάρτες μόλις 17 γλύτωσαν τις ενέδρες του στρατού που ήταν ειδοποιημένος και τους περίμενε. Κατέφυγαν στις απομονωμένες περιοχές της Σιέρα Μαέστρα μιας μεγάλης οροσειράς στα νοτιοανατολικά του νησιού.

Όμως, αντί ο στρατός να εξοντώσει την αντάρτικη «εστία» η τελευταία άντεξε την πολιορκία και όταν το καλοκαίρι του 1958 άντεξε με επιτυχία και τη μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση, πέρασε στην αντεπίθεση. Τον Γενάρη του 1959 ο αντάρτικος στρατός των «μπαρμπούδος» (των «μουσάτων») έμπαινε νικητής στην Αβάνα μέσα σε μια λαοθάλασσα που τους επευφημούσε.

Αποζημιώσεις

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έχασε έναν από τους πιστούς του υπηρέτες του και αντιμετώπιζε με καχυποψία τη νέα επαναστατική κυβέρνηση του Κάστρο. Η καχυποψία έγινε εχθρότητα όταν η νέα εξουσία στα πλαίσια της αγροτικής μεταρρύθμισης δήμευσε μεγάλες εκτάσεις γης –φυτείες ζαχαροκάλαμου- που ανήκαν σε αμερικάνικες εταιρείες. Οι ΗΠΑ επέμεναν σε άμεση αποζημίωση, τοις μετρητοίς. Η κυβέρνηση της Κούβας πρότεινε αποζημίωση με ομόλογα εικοσαετούς διάρκειας.

Η Κούβα σε απάντηση στις οικονομικές πιέσεις των ΗΠΑ έκλεισε εμπορικές συμφωνίες με την Ρωσία. Τα διυλιστήρια που υπήρχαν στην Κούβα ανήκαν στις αμερικάνικες πολυεθνικές. Η αμερικάνικη κυβέρνηση τους απαγόρευσε να διυλίσουν ρώσικο πετρέλαιο. Ο Κάστρο εθνικοποίησε τις αμερικάνικες εγκαταστάσεις. Τον Απρίλη του 1961 ο πρόεδρος Κένεντι –ο «προοδευτικός» υποτίθεται- έδωσε το πράσινο φως για την εισβολή των αντεπαναστατών που είχε εξοπλίσει και εκπαιδεύσει η CIA. Η εισβολή, στη Πλάγια Χιρόν, κατέληξε σε φιάσκο.

Τότε, τον Απρίλη του 1961, ο Κάστρο δήλωσε για πρώτη φορά ότι η Κουβανέζικη Επανάσταση «είναι σοσιαλιστική». Μέχρι τότε, αρνιόταν σθεναρά ότι ήταν κομμουνιστής και ότι το καθεστώς του είχε σκοπό να ταχθεί στο πλευρό της Ρωσίας.

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός δεν έχει συγχωρέσει ακόμα την ταπείνωση που υπέστη. Η Κούβα δεν είναι απλά μια χώρα της Λατινικής Αμερικής, της «πίσω αυλής» των ΗΠΑ: βρίσκεται μόλις 90 μίλια από τις ακτές της Φλόριντα. Οι ΗΠΑ οργάνωσαν μια πολύχρονη εκστρατεία δολιοφθορών, αποπειρών δολοφονίας του Κάστρο, και οικονομικού αποκλεισμού που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.


Ο Κάστρο κι οι σύντροφοί του κατάφεραν να πάρουν την εξουσία το 1959 κόντρα σε κάθε πρόβλεψη, ακόμα και τις δικές τους. Η δικτατορία του Μπατίστα ήταν ετοιμόρροπη. Ο στρατός του κατέρρευσε μόλις βρέθηκε μπροστά σε πραγματικές μάχες. Η βαθύτερη αιτία, όμως, που έστρωσε το δρόμο για το θρίαμβο του Κάστρο και των «μπαρμπούδος» ήταν η αμοιβαία παράλυση των δυο βασικών κοινωνικών τάξεων –της αστικής τάξης και της εργατικής.

Η αστική τάξη δεν διέθετε πολιτική εκπροσώπηση. Τα παλιά κόμματα των Αουτέντικος και των Ορτοδόξος (ο Κάστρο ήταν στέλεχος της νεολαίας των δεύτερων) είχαν σπαταλήσει την αίγλη τους στις δεκαετίες του ’30 και του ’40 μέσα σε ένα όργιο διαφθοράς και εγκατάλειψης κάθε αντιιμπεριαλιστικής υπόσχεσης της επανάστασης του 1933 (είχε ανατρέψει την αιμοσταγή δικτατορία του Ματσάδο).

ΟΙ ΗΠΑ είχαν καταλάβει την Κούβα στη διάρκεια του πολέμου τους με την Ισπανία το 1898. Το 1902 η «τροπολογία Πλατ» έδινε το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στρατιωτικά στο νησί. Η τροπολογία ακυρώθηκε αργότερα, αλλά οι ΗΠΑ πάντα αντιμετώπιζαν τη Κούβα σαν επαρχία τους (και η αμερικάνικη Μαφία σαν το αβύθιστο μπουρδέλο και καζίνο της). Η αστική τάξη ένιωθε πάντοτε ότι όσο αδύναμη κι αν ήταν πολιτικά, πάντα θα καθάριζε για λογαριασμό της ο «μεγάλος αδελφός».

Αυτή η αδυναμία έδωσε περιθώριο κινήσεων στους «καραβανάδες» του κουβανέζικου στρατού. Το 1933 ο Μπατίστα ένας απλός λοχίας έγινε σε μια νύχτα συνταγματάρχης και αρχηγός του στρατού. Το 1940 αποφάσισε να αφήσει την παρασκηνιακή εξουσία και εκλέχτηκε πρόεδρος. Είχε την υποστήριξη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας γιατί πέρασε ένα προοδευτικό Σύνταγμα, αναγνώρισε τα συνδικάτα και νομοθέτησε μια σειρά κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Όταν μάλιστα έβαλε την Κούβα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων, το ΚΚ έδωσε και υπουργούς στην κυβέρνησή του.

Οι επόμενες κυβερνήσεις και η ίδια η δικτατορία κράτησαν τις σχέσεις με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες και πέταξαν τους κομμουνιστές σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Γι’ αυτό το εργατικό κίνημα ήταν παραλυμένο όταν ο Κάστρο ξεκίνησε την ένοπλη πάλη του. Η οργανωμένη εργατική τάξη είχε να αντιμετωπίσει μια διπλή δικτατορία, του Μπατίστα και των διεφθαρμένων συνδικαλιστών που χρωστούσαν τις θέσεις τους στις σχέσεις τους με το κράτος. Οι εργάτες μπορεί να μισούσαν τη δικτατορία, αλλά δεν συμμετείχαν σαν συλλογική δύναμη στην ανατροπή της.

Εργατική τάξη

Και η σχέση του Κάστρο και των συντρόφων του με αυτή την τάξη ήταν ανύπαρκτη. Όταν τον Απρίλη του 1958 το Κίνημα 26 Ιούλη κήρυξε γενική απεργία (από το βουνό) δεν απέργησε κανείς.

Στην πραγματικότητα, ένας αντάρτικος στρατός –με μια ηγεσία που δεν είχε οργανικούς δεσμούς με καμιά κοινωνική τάξη- ανέτρεψε μια δικτατορία και η ηγεσία του ανέλαβε να πλάσει την κουβανέζικη κοινωνία με βάση τις ελπίδες και τα οράματά της. Σε αντίθεση με άλλες μεταρρυθμιστικές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, ο Κάστρο, ο Τσε, ο Καμίλο Σιενφουέγος, ήταν αποφασισμένοι να μην υποκύψουν στους εκβιασμούς του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, να εξαγοραστούν από αυτόν ή να τα κάνουν πλακάκια με την φιλελεύθερη αντιπολίτευση στον Μπατίστα που ήθελε να διώξει τον δικτάτορα και να συνεχίσει όπως πριν.

Όμως, παρόλο τον ενθουσιασμό και τη μαζική υποστήριξη που απολάμβανε το καθεστώς, η εργατική τάξη δεν ήταν το υποκείμενο της επανάστασης. Όπως γράφει ο Σαμ Φάρμπερ στο βιβλίο του Οι ρίζες της Κουβανέζικης Επανάστασης η σχέση των μαζών με το καθεστώς στα πρώτα χρόνια μπορούσε να οριστεί ως «συμμετοχή δίχως έλεγχο».

Ο Κάστρο και οι συνεργάτες αποφάσιζαν και ο κόσμος επευφημούσε στις πλατείες. Όσο για τις προτεραιότητες του καθεστώτος ήταν το χτίσιμο μιας ισχυρής ανεξάρτητης κουβανέζικης οικονομίας, απαλλαγμένης από την εξάρτηση από την τιμή του ζαχαροκάλαμου στη διεθνή αγορά (κυρίως των ΗΠΑ), με βαριά βιομηχανία. «Σοσιαλισμός» σήμαινε ότι αυτό το έργο θα το αναλάμβανε το κράτος –σε συμμαχία με την Ρωσία. Αργότερα και η «συμμετοχή» έγινε ένα απλό τελετουργικό για παρελάσεις και επετειακές συγκεντρώσεις. Στη Κούβα χτίστηκε μια εκδοχή του κρατικού καπιταλισμού που υπήρχε στη Ρωσία. Σήμερα το καθεστώς κάνει βήματα για να ακολουθήσει το παράδειγμα του «σοσιαλισμού της αγοράς» της κινέζικης άρχουσας τάξης.

Στη δεκαετία που ακολούθησε τη νίκη της επανάστασης, χιλιάδες νέοι αγωνιστές στη Λατινική Αμερική και σε όλο τον κόσμο πίστεψαν ότι ο δρόμος του Κάστρο και του Τσε ήταν ο δρόμος για την επανάσταση, απέναντι στα συμβιβασμένα και απαξιωμένα «επίσημα» Κομμουνιστικά Κόμματα. Από αυτή την άποψη –και παρά τις επιθυμίες των περισσότερων ηγετών της- η Κουβανέζικη Επανάσταση τροφοδότησε το μεγάλο επαναστατικό κύμα του «παγκόσμιου 1968».

Η στρατηγική της «αντάρτικης εστίας» (του “φόκο”) που θα πυροδοτούσε την επανάσταση μέσω της θέλησης, της πειθαρχίας και του ηρωικού παραδείγματος των ανταρτών, απέτυχε παντού με εκατόμβες θυμάτων. Ο ίδιος ο Τσε χάθηκε τον Οκτώβρη του 1967 στη Βολιβία προσπαθώντας να υλοποιήσει αυτή την στρατηγική. Πουθενά δεν υπήρχαν οι ειδικές συνθήκες που επέτρεψαν στο Κάστρο και τους αντάρτες του να περπατήσουν σε ένα κενό εξουσίας το 1959.

Η Κουβανέζικη Επανάσταση απέδειξε ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είναι ανίκητος. Όμως, δεν έφερε την εξουσία των εργατών και το σοσιαλισμό. Στη Λατινική Αμερική και σε όλο τον κόσμο η «απελευθέρωση της εργατικής τάξης» παραμένει «έργο της ίδιας της τάξης». Θα έρθει από τους αγώνες της, όχι από σωτήρες-απελευθερωτές είτε έχουν γενειάδες και κρατάνε πολυβόλα, είτε φοράνε κουστούμια και στρογγυλοκάθονται σε βουλευτικά έδρανα.