Πορτογαλία 1974: Μεταπολίτευση ή Επανάσταση;

Αυτό το απόσπασμα προέρχεται από τη διακήρυξη της κατάληψης της εφημερίδας Ρεπούμπλικα, τον Ιούνη του 1975.

Η εφημερίδα είχε περάσει στον έλεγχο του προσωπικού της ένα μήνα πριν. Ο ιδιοκτήτης ο Πολ Ρέγκο, ήταν ένας «βαρώνος» του Τύπου και στενός συνεργάτης του Μάριο Σοάρες, του ηγέτη του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Η κατάληψη της Ρεπούμπλικα μαζί με αυτή του ραδιοφωνικού σταθμού Ρενασένκα (ιδιοκτησίας της Εκκλησίας) είχαν κερδίσει την συμπαράσταση ενός μαζικού, μαχητικού εργατικού κινήματος.

Αυτό το κίνημα γέμιζε φόβο όχι μόνο την άρχουσα τάξη της Πορτογαλίας αλλά και διεθνώς. Οι φόβοι τους κάθε άλλο παρά αστήρικτοι ήτανε.

Το 1974 ήταν η χρονιά που κατέρρευσε η χούντα στην Ελλάδα, που είχε κρατήσει εφτά χρόνια. Η αιματοβαμμένη δικτατορία του Φράνκο στην Ισπανία είχε πίσω της σχεδόν σαράντα χρόνια. Το 1974 μπήκε στη τελειωτική κρίση της με μια έκρηξη απεργιών και διαδηλώσεων. Το επαναστατικό κύμα που είχε προκαλέσει ο Μάης του ’68 έφτανε, μετά από χρόνια, και στο νότο της Ευρώπης οξύνοντας την «κρίση των δικτατοριών».

Μέχρι πού;

Μέχρι που μπορούσε να φτάσει το κίνημα που ξεπηδούσε μέσα από αυτήν την κρίση; Στην «αποκατάσταση της δημοκρατίας» ή στην ανατροπή του καπιταλισμού; Η Πορτογαλία έδειχνε, στην πράξη, ότι ο δεύτερος δρόμος δεν ήταν ιδεολόγημα κάποιων ρομαντικών.

Η «Επανάσταση των Γαρυφάλλων» τον Απρίλη του 1974 ξεκίνησε σαν μια απόπειρα της ηγεσίας του στρατού να ξεφορτωθεί το παλιό καθεστώς για να επιτρέψει στον πορτογαλικό καπιταλισμό να εκσυγχρονιστεί και να δυναμώσει. Όμως αυτή η απόπειρα άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου.

Κινητοποιήσεις στους χώρους δουλειάς είχαν αρχίσει να οργανώνονται ήδη πριν την ανατροπή της δικτατορίας. Από την άνοιξη του 1974 και μετά, οι οικονομικές διεκδικήσεις απέκτησαν μορφή χιονοστιβάδας. Ένα ρεπορτάζ από το Μάη του 1974 περιγράφει μια συνέλευση που είχε συγκληθεί με πρωτοβουλία εργατριών της υφαντουργίας: «Εφτά με οχτώ χιλιάδες άτομα συμμετείχαν… Κάποιος φώναξε ότι πρέπει να ζητήσουμε αύξηση 3.000 εσκούδος… Απ’ όλη την αίθουσα ακούστηκαν φωνές: όχι, 4.000 εσκούδος… Και μετά πάλι όχι: 5.000 εσκούδος..»

Τον Ιούνη ξεκίνησαν καταλήψεις ενάντια στις απολύσεις και τα κλεισίματα. Μέχρι το Φλεβάρη του 1975 εκατοντάδες εργοστάσια είχαν καταληφθεί και πολλά από αυτά άρχισαν να λειτουργούν κάτω από εργατικό έλεγχο. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να κάνει μαζικές κρατικοποιήσεις στις μεγάλες βιομηχανίες.

Οι τράπεζες εθνικοποιήθηκαν μετά από την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του Μάρτη 1975. Όμως, το συνδικάτο των τραπεζοϋπαλλήλων δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια.

Με πρωτοβουλία του το «τραπεζικό απόρρητο» παραβιάστηκε, τα «βιβλία» άνοιξαν και αποκαλύφτηκε ένα βουνό από σκάνδαλα των πρώην ιδιοκτητών: πώς κονδύλια που για την καταπολέμηση της ανεργίας πήγαιναν σε εταιρείες-βιτρίνα στις αποικίες, παχυλοί λογαριασμοί που χρηματοδοτούσαν τις δραστηριότητες δεξιών κομμάτων και παραστρατιωτικών της άκρας δεξιάς. Το συνδικάτο υποχρέωσε τις διοικήσεις να δίνει φτηνά δάνεια στους συνεταιρισμούς που έστηναν οι αγρότες και οι εργάτες που έκαναν καταλήψεις.

Με την εργατική τάξη σε κίνηση, το «πανηγύρι των καταπιεσμένων» απλώθηκε παντού. Οι καταλήψεις δεν έμειναν μόνο στα εργοστάσια. Επιτροπές κατοίκων στις φτωχές συνοικίες και στις παραγκουπόλεις έκαναν καταλήψεις σε άδεια σπίτια και διαμερίσματα και το «κοινωνικό νοίκι» που όριζαν πήγαινε για έργα βελτίωσης. Περίπου 2.500 ήταν τα διαμερίσματα που είχαν καταληφθεί στη Λισαβόνα. Στην ύπαιθρο εργάτες γης καταλάμβαναν αγροκτήματα μεγάλων γαιοκτημόνων.

Στις 7 Φλεβάρη του 1975, σαράντα χιλιάδες εργάτες από εργοστάσια της Λισαβόνας με επικεφαλής τους εργάτες των ναυπηγείων Λισνάβε διαδήλωσαν στο κέντρο της πόλης ενάντια στην ανεργία, τον πληθωρισμό και το ΝΑΤΟ (ο αμερικάνικος στόλος έκανε «επίσκεψη»). Την πρωτοβουλία την είχε πάρει η «Ιντερ-Εμπρέσας», το συντονιστικό των εργατικών επιτροπών από 38 μεγάλα εργοστάσια.

Κάθε εργοστάσιο είχε το πανό του, με την ονομασία του εργοστασίου, τα μπλοκ όταν οργανωμένα με την περιφρούρηση με τα γουόκι τόκι και το πανό που μπήκε επικεφαλής της πορείας έγραφε: «Η ανεργία είναι γέννημα του καπιταλισμού γι’ αυτό οι εργάτες θα τον καταστρέψουν και θα χτίσουν ένα νέο κόσμο».

Μπροστά τους βρήκαν τους φαντάρους του συντάγματος αντιαεροπορικού πυροβολικού RAL-1, που φρουρούσαν το υπουργείο Εργασίας και την «πολιτιστική αποστολή» των ΗΠΑ. Οι φαντάροι, με τα αυτόματα περασμένα στη πλάτη, γύρισαν προς τα κτίρια και άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα μαζί με τους διαδηλωτές.

Κίνημα φαντάρων

Τέτοιες σκηνές είχαν να εμφανιστούν στην Ευρώπη από την εποχή των επαναστάσεων του 1917-18 στη Ρωσία, την Γερμανία και την Αυστρία. Αυτό ήταν ένα ακόμα πιο ανησυχητικό σημάδι για την άρχουσα τάξη, το ΝΑΤΟ, το ευρωπαϊκό κεφάλαιο.

Ο στρατός, το τελευταίο καταφύγιο της καπιταλιστών, έμοιαζε να σπάει: ακόμα και επίλεκτες μονάδες όπως οι αλεξιπτωτιστές έκαναν συνελεύσεις εκλέγανε επιτροπές και αποφάσιζαν ποιες εντολές θα εκτελέσουν. Τους επόμενους μήνες ένα κίνημα των φαντάρων της βάσης, το SUV, θα αγκάλιαζε πολλές μονάδες.

Ο βασικός λόγος που αυτή η επαναστατική κατάσταση δεν έφτασε ποτέ στην επανάσταση ήταν ο ρόλος των κομμάτων της αριστεράς, του Σοσιαλιστικού Κόμματος και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η ουσία της πολιτικής τους ήταν ότι η πορτογαλική εργατική τάξη δεν μπορεί να πάρει την εξουσία. Πρώτα «να διασφαλίσουμε την δημοκρατία» και μετά μπορούμε να συζητήσουμε για σοσιαλισμό αυτό ήταν η γραμμή.

Το ΚΚ ήταν το μόνο οργανωμένο κόμμα με παράδοση δεκαετιών στην παράνομη δράση ανάμεσα στους εργάτες. Γι’ αυτό μπόρεσε να κυριαρχήσει εξαρχής στην Ιντερσιντικάλ, την συνδικαλισιτκή συνομοσπονδία.

Από αυτή τη θέση (και με αυτό το κύρος) στεκόταν συστηματικά εχθρικά στις «ανεύθυνες» απεργίες διαρκείας, στα «ουτοπικά» μισθολογικά αιτήματα. Οι εργάτες έπρεπε να επικεντρωθούν στην «πάλη ενάντια στο φασισμό» όχι για το μεροκάματο –κι αν χρειαζόταν τέτοια δράση έπρεπε να αυτοσυγκρατηθούν για να μην τρομάξουν τις μεσαίες τάξεις και τις στείλουν στην αγκαλιά της δεξιάς.

Στην πραγματικότητα, η οικονομική πάλη ήταν το ρεζερβουάρ από το οποίο αντλούσε δυνάμεις η πολιτική, και το αντίστροφο. Κάθε απεργία έφερνε στο κίνημα τμήματα των εργατών και των εργατριών που αποκτούσαν φωνή και αυτοπεποίθηση στις δυνάμεις τους. Αυτό τροφοδοτούσε τον πολιτικό ριζοσπαστισμό τους. Έτσι το «σενεαμέντο» η κάθαρση από τους χαφιέδες της μισητής PIDE, της μυστικής αστυνομίας της χούντας, έμπαινε πρώτο στη λίστα των αιτημάτων των απεργιών: διευθυντές, προϊστάμενοι διώχνονταν από τους εργάτες γιατί ήταν χαφιέδες και σπιούνοι.

Το ΚΚ έβαλε μια σφήνα στο κίνημα που εμπόδιζε τα πιο ριζοσπαστικά κομμάτια να επικοινωνήσουν με τα υπόλοιπα που έμπαιναν με πιο αργούς ρυθμούς σε κίνηση και απέτρεπε τις μυριάδες των επιτροπών, συνελεύσεων, πρωτοβουλιών να μετατραπούν σε σε μια συγκροτημένη δύναμη που θα συζητά και αποφασίζει συντονισμένα, όπως τα σοβιέτ στην Ρωσία του 1917.

Η ηγεσία του κόμματος έλπιζε ότι αυτή η υπεύθυνη στάση θα μεταφραζόταν σε κοινοβουλευτική δύναμη και επιρροή στην κυβέρνηση. Διαψεύστηκε. Στις πρώτες εκλογές που έγιναν τον Απρίλη του 1975, το ΚΚ πήρε 12.5% ενώ το Σοσιαλιστικό Κόμμα πήρε 38%.

Η πλουσιοπάροχη υποστήριξη που είχε από τους διεθνείς προστάτες του, εξηγεί μόνο κατά ένα μέρος την μετεωρική άνοδο του ΣΚ του Μάριο Σοάρες. Πράγματι, ένας πακτωλός χρημάτων από τη Δεύτερη Διεθνή, τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, ακόμα και από τις ΗΠΑ έπεσαν στα κοφίνια του κόμματος.

Όμως, η πραγματική αιτία ήταν ότι το χώρο για την ανάπτυξή του τον είχε προσφέρει το ΚΚ. Το ΣΚ δεν είχε να πείσει για τίποτα την αστική τάξη. Ο Σοάρες ήταν τέκνο των σαλονιών της υψηλής κοινωνίας. Είχε την πολυτέλεια να μιλάει για σοσιαλισμό, αυτοδιαχείριση, ακόμα –στο πρώτο στάδιο της επανάστασης- να στηρίζει και απεργίες που καταπολεμούσε η ηγεσία του ΚΚ.

Ήταν δηλαδή ένα κόμμα που μπορούσε να εγγυηθεί στο ντόπιο και διεθνές κεφάλαιο ότι τίποτα δεν θα αλλάξει και στους εργάτες να υπόσχεται ότι όλα θα αλλάξουν –αργότερα. Ετσι μπόρεσε να γίνει και πόλος συσπείρωσης ενός μεγάλου τμήματος των συντηρητικών μεσαίων στρωμάτων που σιχαίνονταν τις «υπερβασίες» της επανάστασης αλλά δεν εμπιστευόταν τα επίσημα δεξιά κόμματα που είχαν τη ρετσινιά του χουντικού.

Χρειάστηκε να φτάσει το τέλος του 1975 και οι αρχές του 1976 για να «σταθεροποιηθεί» ο πορτογαλικός καπιταλισμός και η «διεθνής κοινότητα» να βγάλει ένα στεναγμό ανακούφισης. «Ένα φάντασμα πλανιόταν πάνω από την Ευρώπη» αλλά ευτυχώς –γι’ αυτούς- εξαφανίστηκε. Σαράντα χρόνια μετά είναι στο χέρι μας να το κάνουμε να επιστρέψει.