Πολιτισμός
Κινηματογράφος: Τζο Ράιτ "Η πιο σκοτεινή ώρα" - Ο μύθος του Τσώρτσιλ

Ο Τσώρτσιλ στην Αθήνα, σφαγέας του κινήματος της Αντίστασης

Η τελευταία ταινία του Τζο Ράιτ είναι μια μεγαλόπνοη ιστορική παραγωγή που φιλοδοξεί να ζωντανέψει τη χρονική περίοδο του Β’΄Παγκοσμίου Πολέμου όταν η Βρετανία, μετά την κατάρρευση του Δυτικού μετώπου και την επέλαση των ναζιστικών στρατευμάτων προς τη Γαλλία, αποφάσισε να μπει ενεργά σε στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Γερμανία με πρωθυπουργό τον Ουίνστον Τσόρτσιλ. 

Το αποτέλεσμα διαθέτει πολλές ψυχαγωγικές και καλλιτεχνικές αρετές: Καλογυρισμένη και ατμοσφαιρική ταινία, με δυνατό σενάριο που διαθέτει χιούμορ και φλέγμα και τον Γκάρι Όλντμαν να ενσαρκώνει υποδειγματικά τον Τσόρτσιλ. Πέρα όμως από το θέαμα, αξίζει να σταθούμε στην ιστορική άποψη που προβάλλεται για τον Β΄Π.Π. αλλά και για τον συντηρητικό πολιτικό. Αν και αποφεύγει έξυπνα μια άγαρμπη αγιογραφία, η ταινία παρουσιάζει τον Τσόρτσιλ σαν ένα αουτσάιντερ που με τη διορατικότητα και το θάρρος του «έσωσε» τη Βρετανία από τον κατήφορο και την Ευρώπη από τα νύχια του Χίτλερ. Πρόκειται για μύθους.

Η ταινία ξεκινά τον Μάιο του 1940, με την πολιτική κρίση που ξέσπασε στη Βρετανία, όταν η πολιτική του πρωθυπουργού Τσάμπερλεϊν και του υπουργού εξωτερικών Χάλιφαξ να «εξευμενίζουν» τη χιτλερική Γερμανία προσπαθώντας να κρατήσουν τη χώρα τους από ένα θερμό πόλεμο, κατάρρευσε με εκκωφαντικό τρόπο. Όλο σχεδόν το πολιτικό κατεστημένο, από τον βασιλιά μέχρι το κόμμα των Τόρις που κυβερνούσε και την αστική τάξη, ως τότε συμφωνούσε με αυτή την τακτική, στο βωμό της οποίας είχαν ήδη δωρίσει την Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία στους ναζί. Πίστευαν ότι ο Χίτλερ θα αρκείτο στην κυριαρχία της Ανατολικής Ευρώπης και θα στρεφόταν προς την αντίπαλό τους ΕΣΣΔ. Ήταν βαθιά νυχτωμένοι. 

Χρεωκοπημένο κόμμα

Η ήττα στο Βέλγιο σήμανε καμπανάκι ότι η Βρετανική αυτοκρατορία όχι μόνο θα έχανε την παγκόσμια κυριαρχία, αλλά κινδύνευε με στρατιωτική εισβολή. Ο Τσόρτσιλ αναδύθηκε το αμέσως προηγούμενο διάστημα, όταν συμμάχησε ανεπίσημα με το Εργατικό Κόμμα εναντίον αυτής της τακτικής. Με την παραίτηση του Τσάμπερλεϊν, ήταν ο μόνος αποδεκτός πρωθυπουργός για κυβέρνηση εθνικής ενότητας. 

Η εικόνα που προβάλλεται ότι τον υπονόμευαν μέσα στο ίδιο του το κόμμα για την περίοδο που ανέλαβε πρωθυπουργός ισχύει, γιατί υπήρχαν μεγάλοι καυγάδες μέσα στους χρεωκοπημένους Τόρυδες για την στάση τους στον πόλεμο. Είναι όμως ολότελα ψέμα ότι τον μισούσε ο Τύπος και ότι ο ίδιος ενδιαφερόταν για τη δημοκρατία και για την εργατική τάξη της Βρετανίας. Ο Τσόρτσιλ υπήρξε πάντα ένα χαϊδέμενο πολεμοκάπηλο παιδί της αυτοκρατορίας, με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και καλές σχέσεις με τους βαρώνους του Τύπου. Γόνος αστικής οικογένειας και απόφοιτος στρατιωτικής σχολής, δεν έκρυψε την αγάπη του για τις πολεμικές αναμετρήσεις, και χρησιμοποιούσε τα πόστα που του ανέθεταν για να καλοπερνάει και να στέλνει στρατιωτικές ανταποκρίσεις στις αστικές εφημερίδες, που τον καθιέρωσαν σαν συγγραφέα. 

Στον Α’΄Παγκόσμιο Πόλεμο βαρύνεται για την πανωλεθρία της Αντάντ στη Γκαλίπολη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όμως ο ίδιος απόλαυσε κάθε στιγμή των πολεμικών επιχειρήσεων όπως τον βομβαρδισμό των Γερμανικών στρατευμάτων με σπρέι μουστάρδας και το 1920 διέταξε τον ψεκασμό των εξεγερμένων Κούρδων του Βόρειου Ιράκ με δηλητηριώδη αέρια. Είχε δηλώσει ότι αυτό «αρμόζει σε απολίτιστες φυλές». Ήταν άλλωστε φανατικός οπαδός της ευγονικής μεθόδου.

«Εύσημα»

Στα «εύσημά» του περιλαμβάνεται το μίσος του για τις σουφραζέτες, η βίαιη καταστολή μιας κατάληψης αναρχικών, η συγκρότηση της παραστρατιωτικής φιλοβρετανικής οργάνωσης «Black and Τans» στον πόλεμο της ανεξαρτησίας στην Ιρλανδία, που δολοφόνε χιλιάδες Ιρλανδούς αγωνιστές. Είχε πρωτοστατήσει στην καταστολή εργατικών κινητοποιήσεων, όπως η απεργία των μεταφορέων στο Λίβερπουλ το 1911, εναντίον των οποίων επιστράτευσε 50.000 στρατιώτες που άνοιξαν πυρ στο πλήθος, αφήνοντας πίσω τους 4 νεκρούς.

Ο Τσόρτσιλ δεν υπήρξε ποτέ εχθρός του ναζισμού και του φασισμού. Αντίθετα δεν έκρυψε τη συμπάθειά του για τον Μουσολίνι που σταμάτησε τον Μπολσεβικισμό στην Ιταλία. Βαθιά αντικομμουνιστής, είχε στηρίξει την εισβολή των Δυτικών στην επαναστατημένη Ρωσία το 1918. Η μεταστροφή του το 1940 δεν είχε να κάνει με κανένα αντιφασιστικό φρόνημα, αλλά με την σωστή (για πρώτη ίσως φορά...) εκτίμηση ότι ο Χίτλερ δεν μπορούσε να εξαγοραστεί με περιορισμένες εδαφικές παραχωρήσεις και αποτελούσε την πραγματική άμεση απειλή για την κυριαρχία της Βρετανίας. 

Αυτό τον εκτόξευσε στην πρωθυπουργία και τον κράτησε εκεί, όπως επίσης η διάσωση της πλειοψηφίας του Βρετανικού στρατού στη Δουνκέρκη, και όχι τα πολιτικά του χαρίσματα. Έμεινε διάσημος για τις δηλώσεις του «Δεν θα παραδοθούμε!... Δεν έχω τίποτα να προσφέρω παρά αίμα, μόχθο, ιδρώτα και δάκρυα». Δεν εννοούσε ασφαλώς τα δικά του, αλλά των Βρετανών εργατών και εργατριών, που με ειλικρινή αντιφασιστική διάθεση κινητοποιήθηκαν ενάντια στη ναζιστική απειλή και έβαλαν πλάτη στις πολεμικές επιχειρήσεις των Συμμάχων.  

Αντίθετα οι δικές του ενέργειες σε όλη διάρκεια του πολέμου υπηρέτησαν αυστηρά τα συμφέροντα του Βρετανικού ιμπεριαλισμού: Για την υπεράσπιση του χρυσοφόρου καναλιού του Σουέζ κινητοποίησε στρατεύματα από τη Βρετανία, την Ινδία, την Αυσταλία και τη Νέα Ζηλανδία, αφήνοντας τις τελευταίες ακάλυπτες απέναντι στις επιθεσεις της Ιαπωνίας. Το 1943 άφησε 5 εκατομμύρια Ινδούς να λιμοκτονήσουν στη Βεγγάλη κρατώντας τις προμήθειες σιτηρών κλειδωμένες στις Βρετανικές αποθήκες. Με το τέλος του πολέμου, διαχειρίστηκε κυνικά την παρακμή της Βρετανικής αυτοκρατορίας στις συμφωνίες της Γιάλτας και του Πότσδαμ, όταν αντάλλασσε σημειώματα με τον Στάλιν για την μοιρασιά του κόσμου, μεταξύ αυτών και των Βαλκανίων. Αυτό δεν τον εμπόδισε να πρωτοστατήσει στον Ελληνικό εμφύλιο εξοπλίζοντας τους δεξιούς δοσίλογους ενάντια στον Δημοκρατικό στρατό.

Οι αντικομμουνιστικές κραυγές του δεν τον έσωσαν από εκλογική συντριβή το 1945. Επανήλθε στην κυβέρνηση το 1950 και μέχρι το θάνατό του προσπάθησε μάταια να εξωραΐσει τον μύθο του «μεγάλου ηγέτη», τον οποίο δυστυχώς αναπαράγει η «Πιο σκοτεινή ώρα». Η πραγματική του θέση βρίσκεται στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Αθήνα, Δεκέμβρης 1944

 

Διαβάστε επίσης